Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2007

Είναι έτσι;

Μέρες τώρα δεν λέει να καταλαγιάσει ο θόρυβος με τα ομόλογα. Ειδικοί ομολογολόγοι κοντεύουμε να γίνουμε όλοι μας. Ενώ μέχρι χθες δηλαδή γνωρίζαμε τα ομόλογα τα απλά, μάθαμε τώρα και τα σύνθετα, τα φανερά και τα κρυφά, τα σταθερά και τα υψηλού ρίσκου. Μάθαμε ποιος τα εκδίδει, σε ποιους απευθύνονται και πόσο τιμώνται ακριβώς. Το να τα αγοράσει κάποιος στο 85, άντε στο 87% της αξίας τους θεωρείται συμφέρουσα η τιμή. Το να τα πληρώσει στο 106,75 μάλλον πως του την φέρανε. Μάθαμε επίσης πως για να φτάσουν από τον εκδότη στον αγοραστή δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Το τεκμηριώσαμε καλά πως για να φτάσει ένα ομόλογο από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στο ΤΕΑΔΥ λόγου χάρη, θα πρέπει πρώτα να πάρει των ομματιών του, να ξενιτευτεί, να ταξιδέψει σε Λονδίνα, Γερμανίες και Κύπρο για να καταλήξει κατάκοπο, ώριμο και σιτεμένο στου ασφαλιστικού ταμείου την αγκαλιά. Και δεν φτάνει η διαδρομή η τόση κι η ταλαιπωρία, αρχίζει κι ο μαραθώνιος για την ανακάλυψη αυτών που έφαγαν κι η αναζήτηση του ποσού που αναλογεί στον καθένα.
Για σταθείτε, βρε παιδιά. Είσαστε καλά; Τόσες διαδρομές δηλαδή τσάμπα τις έκανε αυτό το ομόλογο, το ρημάδι; Να μην βγάλει το κατιτίς του κι ο διαμεσολαβητής; Τι θα γίνει δηλαδή αυτός; Κλέφτης; Ανάλογα με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζουμε ενεργεί κι αυτός. Μέχρι off shore εταιρείες αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει κι εξωτικά νησιά, κάτι για Καϊμάν άκουσα να λένε, για να καταφέρει το δίκιο του, το βιος του, αυτό που του αναλογεί τέλος πάντων, να φτάσει σίγουρα και με ασφάλεια σε Hitech ταμεία κι ασ’ τους άλλους να τρέχουν μετά σε βενζινάδικα κι όπου αλλού, για να τ’ ανακαλύψουν. Ν’ ανακαλύψουν τι στο τέλος τέλος; Αξία του πρόσθεσαν οι άνθρωποι, δεν έκαναν και κανένα έγκλημα. Δεν έχετε ακούσει για την προστιθέμενη αξία; Ε, αυτή είναι. Βάλε ο ένας, άρπαξε ο άλλος, ήρθε η αξία του κι αβγάτισε. Προστέθηκε, πώς το λένε; Μπέρδεψαν τις εκδοχές, μαλλιά κουβάρια έγιναν υπουργοί και παρατρεχάμενοι, πάλι καλά που βρήκαν κι αυτόν τον δόλιο τον Σημαιοφορίδη και του τα φόρτωσαν. Κι έχεις κι από πάνω την αντιπολίτευση να ωρύεται. «Ληστεύετε τα ταμεία, πίνετε τον ιδρώτα του υπαλλήλου και του εργάτη».
«Εμείς τα προστατεύουμε και βάζουμε κανόνες για το ποιος θα φάει και πόσο, ενώ εσείς ήσασταν χαμένοι στην αδιαφάνεια», αντιτείνει η κυβέρνηση.
«Άλλο τότε», συνεχίζει απτόητη η αντιπολίτευση, «κι ύστερα τι; Συμψηφισμούς θα κάνουμε;». Άδικο έχει; Άντε τώρα ν’ αρχίσουμε τους υπολογισμούς και τα μετρήματα. Τόσα φάγαν οι δικοί τους, τόσα οι άλλοι, βγάλε εσύ άκρη φτωχέ πλην τίμιε φορολογούμενε. Κι όχι τίποτ’ άλλο, αλλά να, θα πολυμπλέξει το πράγμα και θα χαλάσει το κλίμα στα παράθυρα τα τηλεοπτικά. Αυτά.
Κι ενώ στην πρωτεύουσα γίνεται «του ομόλογου του δομημένου», στον μικρόκοσμο του Ρεθύμνου έσκασε βόμβα μεγατόνων. Απρόσμενα κι απροειδοποίητα. Σε Κούγκι το μετατρέψαμε ανοιξιάτικα, σε μπαρουταποθήκη τ’ Αρκαδιού που πήρε φωτιά από την πιστόλα του πυρπολητή. Στον αέρα, λέει, και με δικαστική απόφαση μάλιστα, 39 οικισμοί του Νομού που ήρθαν να προστεθούν στους άλλους 13 που δεν είχε προλάβει να δημοσιευθεί στο ΦΕΚ η απόφαση του Νομάρχη. Δικαιωμένοι δηλώνουν κάποιοι και σηκώνουν τη μύτη ψηλά, χαμένα τα ’χουν οι πολλοί, προβληματίζονται οι λίγοι υποψιασμένοι. Τι άραγε συνέβη; Ποιος εγκλημάτησε πάλι εις βάρος του τόπου μας του χιλιοταλαιπωρημένου; Ποιος κορόιδεψε τον κόσμο; Ποιοι ολιγώρησαν και πρέπει τώρα αρχές κι εξουσίες να τρέχουν και να μην φτάνουν αναζητώντας λύσεις πολιτικές;
Δεν είμαι ούτε δικηγόρος ούτε μηχανικός για να μπορώ να εκφέρω γνώμη μετά λόγου γνώσεως. Να τα βάλω κάτω δηλαδή και να σας αραδιάσω νόμους και διατάγματα, αρτιότητες κατά παρέκκλιση και ζώνες των οχτακοσίων. Είμαι όμως υποψιασμένος μιας και ζω και κινούμαι στο Ρέθυμνο όπου οι πάντες, ευτυχώς ή δυστυχώς, γνωρίζουν τους πάντες. Και τους υπεύθυνους και τους ανεύθυνους. Και τους αρμόδιους για την έκδοση αδειών και τους έχοντας την ευθύνη για τη μεταγραφή των ακινήτων. Στις ίδιες θέσεις πεισματικά γαντζωμένοι, παραμένουν οι ίδιοι άνθρωποι χρόνια ατέλειωτα. Καθεστώς έχουν γίνει στην πόλη. Σαν αξιοθέατα θα τους παρουσιάζουμε σε λίγο. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε κι αυτοί οι ίδιοι μένουν. Καμία δύναμη δεν είναι ικανή να τους ταράξει. Είναι τυχαίο; Παρά τις ιδιορρυθμίες τους, τα πιστεύω τους τα παράξενα, τις σκοπιμότητες που υπηρετούν την κάθε φορά. Αυθεντίες που διεκδικούν για τον εαυτό τους του Πάπα το αλάθητο. Ελάχιστοι και μικρόνοες, κατά τη γνώμη τους, αυτοί που έχουν αντίθετη άποψη από τη δική τους. Οι ίδιοι είναι οι μόνοι που θεωρούν πως ξέρουν να διαβάζουν νομοθεσίες, οι μόνοι που δικαιούνται να ερμηνεύουν αυθεντικά και έγκυρα τους νόμους. Τα σιγοψιθυρίζουν όλα αυτά στους διαδρόμους σκεφτικοί οι δικηγόροι μεταξύ τους, τους τρέμουν οι μηχανικοί, βοούν τα συμβολαιογραφεία χρόνια και χρόνια, χωρίς τίποτα ν’ αλλάζει.
Όλοι ξέρουν τι συμβαίνει, τι γίνεται, τι ψήνεται αλλά κανείς δεν τολμά να μιλήσει. Ομερτά. Τέτοιο ένα πράγμα. Είναι κι εκδικητικοί, βλέπετε, και δεν ξεχνούν. Κι ο κάθε επαγγελματίας, «άστο να πάει στο διάολο», σκέφτεται, «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα;» και δεν το βγάζει κανένας τελικά. Και μεγάλωσε το φίδι και θράσεψε. Και ζέστανε τ’ αβγό και νάτο που έσκασε. Και θέλετε να πιστέψουμε τώρα πως όλοι αυτοί οι μεγαλόσχημοι, οι παντογνώστες, που δεν τους ξεφεύγει τίποτα, επί 20 και πλέον έτη ζούσαν μέσα στην άγνοια τη μεγάλη; Ελαφρά καρδία χορηγούσε άδειες η Πολεοδομία και θεωρούσε όρους δόμησης, ανεύθυνα μετέγραφε τους τίτλους το Υποθηκοφυλακείο; Παράνομα λειτουργούσαν όλα αυτά τα χρόνια ή πρέπει να δεχτούμε τα όσα ανερυθρίαστα ισχυρίζονται, ότι τάχαμου είχαν μαύρα μεσάνυχτα; Σοβαρά; Και θέλετε να τους πιστέψουμε; Είπαμε κράτος της πλάκας, αλλά όχι κι έτσι.
Ας αφήσουμε όμως τ’ αστεία. Το διάταγμα του 1987, προς λύπην μερικών, πέτυχε τον στόχο του. Έδωσε πνοή στους στάσιμους οικισμούς, ζωντάνεψε την ύπαιθρο, έφερε νέους κατοίκους, δουλειές μαζί και χρήματα. Οι περισσότεροι από τους οικισμούς αυτούς έχουν πάψει πλέον προ πολλού να είναι στάσιμοι. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι οικισμοί γεμάτοι ζωντάνια που αναπτύσσονται συνεχώς κι εξαπλώνονται. Αυτό ίσως ενοχλεί. Ίσως και να θίγει συμφέροντα. Όμως αυτός δεν είναι λόγος τέτοιος που να δικαιολογεί τα περίεργα κι επικίνδυνα παιχνίδια που παίζονται στην πλάτη του ρεθεμνιώτικου λαού.

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

Μύρισε άνοιξη

Μάρτης. Μύρισε άνοιξη. Μπορεί κάθε τρεις και λίγο να μας φοβίζουν επιστήμονες κι ειδικοί πως επίκειται το τέλος του πλανήτη και να μας μαυρίζουν την ψυχή με το φαινόμενο του θερμοκηπίου, όμως μύρισε άνοιξη. Κι η άνοιξη δεν είναι η οποιαδήποτε εποχή. Είναι η αναγέννηση της φύσης. Το φως που παίρνει κεφάλι και το σκοτάδι που νικιέται. Μεγαλώνει η μέρα, μαλακώνει η φύση κι ανθίζει. Χρώματα κι αρώματα παντού και λουλούδια. Πολλά λουλούδια. Στο άσπρο, το κίτρινο, το κόκκινο, το μωβ.
Βγήκα την Κυριακή το πρωί μια βόλτα κι αγαλλίασε το μάτι μου. Ξάφνου, μπροστά μου, ένα χωράφι με παπαρούνες γεμάτο. Μπουμπούκια αμέτρητα οι άσπρες και κόκκινες τουλίπες. Ζήλεψα κι είπα να μαζέψω μερικές. Ευκαιρία, σκέφτηκα, να φτιάξω ένα όμορφο μπουκέτο για τη γυναίκα μου. Δείλιασα στην πρώτη κι έμεινε το χέρι μου μετέωρο. Μια τέτοια ομορφιά, συμπλήρωσα τη σκέψη μου, είναι κρίμα να μαραθεί στο βάζο κι έμεινε η παπαρούνα απείραχτη να καμαρώνει αγέρωχη.
Μάρτης. Μύρισε άνοιξη. Η εποχή των πρώιμων ερώτων. Τα πουλιά αλλάζουν φορεσιά κι η λαλιά τους παύει να είναι μονότονη και φοβισμένη. Έχουν δουλειά μπροστά τους τώρα. Τα θηλυκά μ’ ένα κλαδάκι τοσοδά στο ράμφος, ετοιμάζουν τη φωλιά που μέσα της θ’ αποθέσουν τοσοδούλικα αυγά γεμάτα κουκίδες και τ’ αρσενικά με το κελάηδισμά τους τα καλούν σ’ ένα σμίξιμο ερωτικό που θα τους περάσει ζωή και θα γονιμοποιήσει τ’ αυγό που θα ζεστάνουν.
Μύρισε άνοιξη και στις εκκλησίες ψέλνουν τα τροπάρια του Ακάθιστου Ύμνου. Δοξολογίες στην Υπέρμαχο Στρατηγό που για άλλη μια φορά έσωσε «πάσης εχθρών αλώσεως» την Πόλη. «Χαίρε τον κρίνον η Βλαστήσασα…, χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε». Μεγάλη Σαρακοστή κι ο κάθε χριστιανός το ’χει συνήθειο να νηστέψει τουλάχιστο για μια εβδομάδα. Έτσι, για το καλό. Ακόμη κι αυτοί που δεν πολυπιστεύουν, μια ανάγκη τέτοια για λίγη νήστεια τους βγαίνει. Πάντα όμως υπήρχαν οι αποκλίσεις από τον κανόνα κι όλες οι εποχές είχαν τους Βαραβάδες τους, τους ληστές, κι η δική μας γιατί ν’ αποτελέσει εξαίρεση;
Επιδρομή στου κράτους τ’ αδύναμα ταμεία. Γιούργια στων ασφαλιστικών ταμείων τ’ αποθεματικά. Αυτών που έχουν πρόβλημα και κινδυνεύουν με κατάρρευση. Οι κρατήσεις των φτωχών υπαλλήλων, ομόλογα κρυφά και φανερά, αγορασμένα πανάκριβα μέσα από τριγωνικές συναλλαγές μέσω Γερμανίας και Κύπρου. Η καταλήστευση σ’ όλο της το μεγαλείο, κρυμμένη πίσω από ανευθυνοϋπεύθυνους υποστηρικτές της νομιμότητας. Κι η αντιπολίτευση να ωρύεται και να χύνει κροκοδείλια δάκρυα, παρά το γεγονός ότι έκανε παρόμοια κι αυτή όταν ήταν στα πράγματα με υποχρεωτικές άτοκες καταθέσεις των αποθεματικών στην Τράπεζα της Ελλάδος και αυστηρά κατευθυνόμενες επενδύσεις. Κι η κυβέρνηση από τη μεριά της, σε ρόλο Πόντιου Πιλάτου να ξεπλένει τα χέρια της και ν’ αναθεματίζει και να καταριέται τη μοίρα της την κακή που, ενώ είχε ριχτεί στη μάχη κατά της διαπλοκής, την αναγκάζει να εγκαταλείπει τον στόχο της και να δηλώνει εκ των υστέρων «μηδενική ανοχή» στα δικά της παιδιά, τα κακομαθημένα.
Μύρισε άνοιξη κι όλα τα μπουμπούκια ανθίζουν μαζεμένα και μέσα από το άνθος του κακού, ωμές με σαδιστική ειλικρίνεια, ξεχύθηκαν αντί για μύρα, οι δηλώσεις του κ. Αλογοσκούφη. Τίθεται «θέμα αναστολής της μείωσης των φορολογικών συντελεστών», είπε, «ή επιβολής τέλους ή φόρου για να πληρωθούν τα αναδρομικά των δικαστών που επιδικάζονται». Κι εδώ τίθενται κάποια ερωτηματικά. Απειλούν την οικονομική πορεία του τόπου οι δικαστές; Είναι οι δικαστές διατεθειμένοι ν’ αναλάβουν το κόστος της επιβολής «δικαστόσημου» και να παραδοθούν στο μένος και τη χλεύη ενός ολόκληρου λαού;
Πραγματικά δύσκολες ερωτήσεις που δεν απαντώνται ελαφρά τη καρδία. Από πρώτη ματιά ο υπουργός Οικονομίας φαίνεται να έχει δίκιο. Σίγουρα καμιά κοινωνική τάξη δεν δικαιούται να καθορίζει από μόνη της τις αποδοχές της, και μάλιστα αναδρομικά, ανατρέποντας προϋπολογισμούς κι οικονομικές πολιτικές. Είχα αναφερθεί και παλαιότερα στο θέμα όταν το Μισθοδικείο αποφάσιζε αυξήσεις μαμούθ για τους λειτουργούς της δικαιοσύνης. Αυξήσεις παράλογα υψηλές που προκαλούσαν το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Από την άλλη, στη χώρα του πάρτα όλα, με την παράταξη που υποσχόταν στους πάντες τα πάντα στην κυβέρνηση, η απόφαση αυτή ίσως και να είναι δικαιολογημένη.
Διαμαρτύρονται από τη μεριά τους οι δικαστές επικαλούμενοι τα συνταγματικά τους δικαιώματα και με δηλώσεις αυτού του τύπου θεωρούν πως θίγεται το κύρος τους. Κανένας όμως δεν είναι σε θέση να προστατέψει το κύρος του δικαστή περισσότερο από τον ίδιο κι αποφάσεις τέτοιου είδους σίγουρα δεν προασπίζουν το κύρος του. Ειλικρινά με προβληματίζει το πώς θα εφαρμοστούν τελικά αυτές οι αποφάσεις. Θα τολμήσει το κράτος να μην εφαρμόσει δικαστικές αποφάσεις; Κι αν το τολμήσει δεν θ’ αποδειχτεί αυταρχικό, αφερέγγυο κι επικίνδυνο; Από την άλλη θα διακινδυνεύσει ένα πισωγύρισμα της οικονομίας, αφού τα 2 δις ευρώ που διεκδικούν οι δικαστές αντιπροσωπεύει το 1% του ΑΕΠ κι εκτινάσσει αυτόματα το έλλειμμα στο 3,6% που σημαίνει επιτήρηση και πάλι;
Μύρισε άνοιξη κι η φύση οργιάζει. Μεθυστικά αρώματα απλώνονται παντού. Κι αν δεν είν’ αυτά η αιτία του μεθυσιού που έχει καταλάβει τους ιθύνοντες, τότε ίσως το νέφος είναι που τους πείραξε.

Τετάρτη, Μαρτίου 14, 2007

Κάποιος γιορτάζει

Πριν από λίγες μέρες η κυβέρνηση γιόρτασε την τρίτη επέτειο από τη νίκη της στις εκλογές και την αναρρίχησή της στην εξουσία. Εκτός από τους πανηγυρισμούς και τα παχιά λόγια ήταν ευκαιρία νομίζω για ενδοσκόπηση κι απολογισμό. Μια δημοκρατικά και νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση θα έπρεπε να αισθανθεί πως έχει τη στοιχειώδη υποχρέωση ν’ απευθυνθεί στον λαό που την εξέλεξε και να του πει ξεκάθαρα και σταράτα : τρία χρόνια πέρασαν από την ημέρα που μου έδωσες την εντολή να κυβερνήσω αυτό τον τόπο. Με το ζόρι απομένει ένας χρόνος ακόμη μέχρι τις εκλογές και την ώρα του τελικού απολογισμού. Μέχρι τότε όμως καλό είναι να ξέρεις ποιους από τους στόχους που είχα βάλει πέτυχα, ποιοι βρίσκονται σ’ εξέλιξη και τι σκοπεύω να κάνω στο διάστημα που απομένει.
Δυστυχώς όμως δεν ακούσαμε τίποτα απ’ αυτά. Αντίθετα είδαμε κομπασμούς κι ακούσαμε μεγαλοστομίες γενικόλογες για τις επιτυχίες της κυβέρνησης στον θολό κόσμο των μεταρρυθμίσεων που έχει χαθεί. Ούτε ένα έργο συγκεκριμένο, ουδείς προγραμματισμός, ούτε μια εξαγγελία για το τι έχουμε να περιμένουμε. Κι από την άλλη λόγια, αγριάδες, παλλικαρισμοί. Με προβλημάτισε το γεγονός κι είπα να το ψάξω λίγο. Μήπως είμαι άδικος, σκέφτηκα, μήπως με τυφλώνει ο φανατισμός και δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι θετικό; Εγώ όμως θέλω να τα λέω όλα. Και τα καλά και τα κακά. Ανέτρεξα λοιπόν στις σημειώσεις μου, ξεφύλλισα παλιές εφημερίδες κι ιδού το αποτέλεσμα:
8 Μαρτίου 2004. Γίνονται οι εκλογές που τις κερδίζει η Νέα Δημοκρατία. Ενθουσιασμός σ’ ένα μεγάλο κομμάτι του λαού, σκεπτικισμός κι αναμονή σ’ ένα άλλο. Ακόμη κι οι λιγότερο φανατικοί Πασοκτζήδες είχαν μια κρυφή, ανομολόγητη ελπίδα πως ίσως κάτι συμβεί, ίσως κάτι ν’ αλλάξει.
Ιούνιος 2004. Ο κόσμος αιφνιδιάζεται δυσάρεστα από το σκάνδαλο διαφθοράς που ξεσπά στο γραφείο του υφυπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης με τον διευθυντή του γραφείου του υφυπουργού άμεσα εμπλεκόμενο.
Σεπτέμβριος 2004. Πιο πλούσιος σε ειδησεογραφία αυτός ο μήνας. Το σκάνδαλο για τις παράνομες μεταγραφές φοιτητών που αναδεικνύει η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Συλβάνα Ράπτη οδηγεί σε παραίτηση τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Σάββα Τσιτουρίδη.
Σε θρίλερ μετατρέπεται η υπόθεση της πτώσης του Σινούκ που οδηγεί στον θάνατο τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Πέτρο και τη συνοδεία του. Αποδεικνύεται πως σύσσωμη η κυβέρνηση που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη λόγω της έκθεσης, επί τρίωρο θεωρούσε πως το ελικόπτερο είχε προσγειωθεί ασφαλώς στο Άγιο Όρος. Τον ίδιο μήνα ο πρωθυπουργός από του Μπαϊραχτάρη κήρυξε τον πόλεμο στους «νταβατζήδες».
Οκτώβριος 2004. Η ώρα της λυπητερής. Μετά τη γιγαντιαία επιχείρηση της απογραφής, η ελληνική οικονομία τίθεται υπό επιτήρηση και η χώρα καθίσταται αναξιόπιστη.
Ιούνιος 2005. Ο θείος Αχιλλέας Καραμανλής επανέρχεται στη Βουλή ύστερα από μια πρωτοφανή και σκανδαλώδη απόφαση του εκλογοδικείου, σύμφωνα με την οποία για πρώτη φορά προσμετρώνται τα λευκά. Πέντε συνολικά βουλευτές βλέπουν την έδρα τους να χάνεται μέσα στο αλλαλούμ της αυθαιρεσίας που επικρατεί. Τελικά ο θείος αναγκάζεται να παραιτηθεί κι η χώρα γίνεται πάλι ρεζίλι διεθνώς.
Σεπτέμβριος 2005. Ο γαλάζιος αγροτοσυνδικαλιστής Κοκκινούλης βγαίνει στο κλαρί. Ξεφωνίζει τη διαφθορά κυβερνητικών στελεχών και διαγράφεται ο δύστυχος κ. Πολύζος, βουλευτής της ΝΔ, επειδή είχε την αφέλεια να παραδεχτεί πως και στο κόμμα του υπάρχουν διεφθαρμένοι.
Νοέμβριος 2005. Ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Αδάμ Ρεγκούζας βλέπει την έξοδο μετά το σκάνδαλο των τελωνείων και την αποκάλυψη των σχέσεων του με υπόδικο ροζ καναλάρχη.
Δεκέμβριος 2005. Ο διοικητής της ΔΕΗ και ιστορικό στέλεχος της ΝΔ κ. Ιωάννης Παλαιοκρασάς παραιτείται μέσα σ’ ένα όργιο καταγγελιών. Είναι το τραγικό θύμα αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων.
Ιανουάριος 2006. Η υπόθεση των υποκλοπών συγκλονίζει τη χώρα. Τον ίδιο μήνα αποπέμπεται ο υφυπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Χρήστος Μαρκογιαννάκης επειδή αποκαλεί δημόσια ανόητο κι αγράμματο τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Μάιος 2006. Η Cosmote εξαγοράζει την εταιρεία Γερμανός με τίμημα 1,3 δις ευρώ (50 φορές δηλαδή τα κέρδη της ή 3 φορές τις πωλήσεις της).
Ιούλιος 2006. Το κύμα σκανδαλωδών εξαγορών συνεχίζεται. Η Εθνική αγοράζει την Π.& Κ.Χρηματιστηριακή με υπερδιπλάσιο τίμημα. Τον ίδιο μήνα ο υπουργός Ναυτιλίας κάνει το μεγαλύτερο δώρο στους εφοπλιστές απελευθερώνοντας τα όρια ηλικίας των πλοίων. Τα σαπιοκάραβα τώρα πια είναι ελεύθερα να αλωνίζουν τις θάλασσες.
Σεπτέμβριος 2006. Η χώρα συγκλονίζεται από την υπόθεση των κουμπάρων που έναντι μίζας 2,4 εκατ. ευρώ θα καθάριζαν εμπλεκόμενη εταιρεία από τη συμμετοχή της στο καρτέλ γάλακτος.
Οκτώβριος 2006. Ο μαέστρος της οικονομίας κ. Αλογοσκούφης μας πληροφορεί πως ξαφνικά γίναμε πιο πλούσιοι κατά 25%. Σάλος στις Βρυξέλλες. Με το τρυκ αυτό η ελληνική οικονομία ίσως τα καταφέρει να βγει από την επιτήρηση, το τίμημα όμως θα είναι ακριβό. Πάνω από 4 δις ευρώ θα κληθεί να πληρώσει ο Έλληνας φορολογούμενος.
Δεκέμβριος 2006. Ο φρουρός του βουλευτή της ΝΔ κ. Καλιώρα κατηγορείται σαν ο εγκέφαλος της ληστείας εις βάρος του καζίνο της Πάρνηθας.
Ιανουάριος 2007. Ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας κ. Μιχαλολιάκος αποδεικνύεται πως χρησιμοποίησε ψευδομάρτυρα στο δικαστήριο για υπόθεση τροχαίου. Παρόλ’ αυτά παραμένει στη θέση του.
Φεβρουάριος 2007. Σε αρένα μετατρέπεται η αίθουσα της Βουλής όπου συνεδριάζει η επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Διαπρέπει ο γραμματέας της ΚΟ της ΝΔ κ. Σταύρου. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκει την ευκαιρία που εναγώνια ζητούσε και αποχωρεί από τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.
Μάρτιος 2007. Ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας Ακρόπολις ύστερα από την αποκάλυψη του σκανδάλου με τη διαχείριση των αποθεματικών του Επικουρικού Ταμείου Δημοσίων Υπαλλήλων.
Αυτά είναι μέρος μόνο των πεπραγμένων της Νέας Δημοκρατίας. Δεν ανέφερα καν τον βασικό μέτοχο, τη στρατιά δημοσίων λειτουργών που αναγκάστηκαν να παραιτηθούν, τα πρωτοσέλιδα του ξένου τύπου, τις εκπομπές του CNN. «Κάποιος γιορτάζει, τι με νοιάζει, σίγουρα δεν είμαι εγώ», για να παραφράσω το γνωστό λαϊκό άσμα.

Πέμπτη, Μαρτίου 08, 2007

Μετανάστης φτωχός και μόνος

Πολλές εκδηλώσεις γίνονται τώρα τελευταία για τους μετανάστες κι αυτό με βάζει σε υποψία. Ξαφνικά αποκτήσαμε ευαισθησίες, σκέφτομαι, κι αισθανθήκαμε την ανάγκη ν’ ασχοληθούμε μ’ αυτούς τους ταλαίπωρους συνανθρώπους μας ή κάτι άλλο συμβαίνει; Μήπως, λέω, μήπως πλησιάζουν εκλογές κι επειδή κάποιοι απ’ αυτούς θ’ αποκτήσουν ψήφο πολύτιμη πρέπει να τρέξουμε να προλάβουμε να την υφαρπάσουμε; Κι εδώ αξίζει νομίζω τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά στο τι πραγματικά συμβαίνει. Να εξετάσουμε δηλαδή τη σχέση πολιτείας-μετανάστη κι αυτή κοινωνίας-μετανάστη. Όσον αφορά την πρώτη τίθεται ένα κεφαλαιώδες ερώτημα. Είμαστε κράτος ξενοφοβικό, ρατσιστικό κι αφιλόξενο; Έχουμε υψώσει τείχη απροσπέλαστα κι έχουμε κλειστεί μέσα για ν’ αποφύγουμε την επιδρομή των αλλοφύλων; Εδώ η απάντηση που προκύπτει αβίαστα είναι ένα όχι κεφαλαίο.
Κράτος αλαλούμ είμαστε που ενεργούμε την τελευταία στιγμή και κατά περίπτωση. Υπερβολικοί στις αντιδράσεις μας, από τη μια προσπαθούμε να ξεπεράσουμε ο ένας τον άλλο σε βαρύγδουπες δηλώσεις κι από την άλλη βάζουμε στρατούς, αστυνομίες, λιμενικά κι ειδικούς φρουρούς να μας προστατέψουν από τον λαθρομετανάστη, τον δύστυχο. Από τη μια εξαγγέλουμε μέτρα νομιμοποίησης των μεταναστών κι από την άλλη οργανώνουμε επιχειρήσεις απομάκρυνσής τους. Ποιος στ’ αλήθεια δεν θυμάται τις απείρου κάλλους σκηνές στην Αθήνα όπου η αστυνομία τσουβάλιαζε αδιάκριτα τους Αλβανούς σε αντίποινα για την πολιτική της χώρας τους.
Κράτος ανοργάνωτο είμαστε χωρίς πολιτική, χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό. Την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι, τους ανεχθήκαμε και τους ανεχόμαστε. Κλείσαμε τα μάτια κι αρνηθήκαμε ν’ αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Τους αφήσαμε να ζουν στοιβαγμένοι δέκα και δεκαπέντε σε υγρά υπόγεια, χωρίς χαρτιά, χωρίς ασφάλιση, χωρίς φροντίδα ιατρική. Παρίες της κοινωνίας μας της ελιτίστικης. Κι όταν το πράγμα έφτασε στο μη περαιτέρω, ψηφίσαμε νόμους και τους νομιμοποιήσαμε δήθεν. Και με την ευκαιρία σκεφτήκαμε πως δεν είναι κακό να βγάλουμε και κανένα φράγκο. Και στήσαμε τους ανθρώπους στη σειρά και τους βασανίσαμε. Πάκο τα χαρτιά που έπρεπε να προσκομίσουν. Χαμένα μεροκάματα στις ουρές, λεφτά πεταμένα σε μεταφράσεις κι αιτήσεις περιττές, μπλέξιμο στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, παράβολα του αίσχους, γρηγορόσημα. Όλα για την απόκτηση μιας πράσινης κάρτας προσωρινής. Γιατί βέβαια είχαμε την πονηριά να τους κρατήσουμε ομήρους. Δεν δώσαμε, ας πούμε, αόριστη διάρκεια στην κάρτα αλλά βάλαμε όρια δύο και τριών ετών. Για να τους ξαναστήσουμε στις ουρές. Να τους ταλαιπωρήσουμε ξανά, να εισπράξουμε ξανά τον φόρο της υποτέλειάς τους μεταφρασμένο σε παράβολα.
Τους εντάξαμε στο εργατικό δυναμικό με την κρυφή ελπίδα πως θ’ ανακουφίσουν του ασφαλιστικού συστήματός μας τα ελλείμματα. Και πάλι όμως με δεύτερες σκέψεις στο μυαλό και της κουτοπονηριάς του έλληνα εφευρήματα. Για να ανανεωθεί η κάρτα εκτός από τις άλλες προϋποθέσεις και τα ένσημα που έχουν συγκεντρώσει, απαιτήσαμε και σύμβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών για να τους αποκλείσουμε από τα ταμεία ανεργίας. Εμείς να τους τα πάρουμε θέλαμε, σιγά μη τους βοηθήσουμε κιόλας. Εργάτες τους τάξαμε κι εκεί τους θέλουμε. Η κάρτα γράφει ευκρινώς πως δικαιούνται να παρέχουν μισθωτές υπηρεσίες. Κι αν κάποιος θέλει να ξεφύγει από τη μιζέρια; Αν θέλει ν’ ανοίξει ένα μαγαζί ή να κάνει κάποιο επάγγελμα; Όχι, φίλε μου, του λέμε. Θα περιμένεις να λήξει η κάρτα σου πρώτα, να μας πεις τι ακριβώς θέλεις να κάνεις, να προσκομίσεις δηλώσεις κι οικονομοτεχνικές μελέτες κι εμείς θ’ αποφασίσουμε αν είσαι άνθρωπος κι αν έχεις το αυτονόητο δικαίωμα να εργαστείς για να ζήσεις.
Εκδηλώσεις οργανώνονται για τους μετανάστες από κόμματα και φορείς. Για να ευαισθητοποιήσουν τάχα μου την κοινωνία. Κι ήταν το Πανεπιστήμιο Κρήτης που οργάνωσε μια τέτοια σε συνεργασία με τη Σχολή της Αστυνομίας στην πόλη μας. Και κάθισε ο υποστράτηγος Πολύδωρας (διευθυντής των αστυνομικών σχολών κι εξάδελφος του υπουργού) στην πρώτη σειρά και βαριόταν απελπιστικά και τους ομιλητές και τις ομιλίες. Να προβληθεί ήθελε ο άνθρωπος, όχι να τους ακούσει. Κι εκεί που τα προσωπεία έπεσαν εντελώς ήταν όταν ανέβηκε στο βήμα ο κ. Αλί Χαγκ που έλκει την καταγωγή από το Σουδάν. Τι κι αν είναι λαμπρός επιστήμονας ο άνθρωπος (καρδιολόγος στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου), τι κι αν έχει κατακτήσει υψηλότατη αποδοχή στην κοινωνία με την όλη παρουσία του, τι κι αν στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ είχε αναδειχθεί πρώτος σε ψήφους σύνεδρος, δεν παύει όμως να είναι μετανάστης. Δίκαια λοιπόν εισέπραξε την ιερή αγανάκτηση του υποστράτηγου που σκαιότατα του αφαίρεσε τον λόγο. Πάλι καλά δηλαδή που δεν διέταξε να τον συλλάβουν και να τον μαστιγώσουν.
Της κοινωνίας μας, της υποκριτικής, εικόνα είσαι, στρατηγέ μου, απαράλλαχτη. Ίδια με τη νοοτροπία του χωριανού μου του Ηρακλή που απασχολεί αλλοδαπούς στη δουλειά του, τους συμπεριφέρεται απαράδεκτα κι αν τον παρατηρήσεις γι’ αυτό, «εγώ είμαι ρατσιστής;» απαντά με ιερή αγανάκτηση, «αυτός είναι Αλβανός». Και βέβαια αν έχει την ατυχία κάποιο Αλβανάκι να πεθάνει στ’ ασθενοφόρο, άταφο θα μείνει αφού δυο νοσοκομεία θα ερίζουν και θ’ αρνούνται να εκδώσουν πιστοποιητικό ταφής.

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2007

Είμαι ένας άνθρωπος ευτυχής

Είμαι ένας άνθρωπος ευτυχής. Πολλά συνηγορούν σ’ αυτό και πρώτο και κύριο γιατί γεννήθηκα στο Παγκαλοχώρι και κατοικώ στο Σφακάκι. Ξέρετε τι πάει να πει αυτό; Σίγουρα δεν το ξέρετε. Η φύση δεν λυπήθηκε να τα προικίσει μ’ ομορφιές, παχιά και εύφορα χώματα, άγριο πέλαγος και παραμυθένιες ακρογιαλιές. Άφησε που έχει και αρχαιότητες. Στην ίδια περιφέρεια ανήκει και το μοναστήρι τ’ Αρσανιού, επίκεντρο ενός συμπλέγματος οικισμών τα γνωστά Αρσανοπαγκαλοχαμαλευράστερα. Κι όλ’ αυτά ανήκουν στον Δήμο Αρκαδίου, έναν από τους πιο δυναμικούς και πιο πλούσιους του νομού.
Είμαι ένας άνθρωπος ευτυχής γιατί ζω και κινούμαι σ’ αυτή την περιοχή την πλούσια, την όμορφη, τη ζωντανή. Και είμαι περισσότερο ευτυχής γιατί εμείς στην περιοχή είμαστε ανοιχτόμυαλοι. Δεν είμαστε σαν κάτι άλλους που δεν ξέρουν πού πάνε τα τέσσερα. Αφήσαμε, ας πούμε, τα χωριά μας να ρημάξουν και τα σπίτια ή τα εγκαταλείψαμε στην τύχη τους ή τα μοσχοπουλήσαμε σε κάτι κουτόφραγκους που ήρθαν κι έμειναν άφωνοι μπροστά σε τόσην ομορφιά. Πιάσαμε τους κάμπους εμείς και τους λόφους. Ξεπατώσαμε τις ελιές, ξεριζώσαμε τα παλιάμπελα και πουλήσαμε τα χωράφια-οικόπεδα σε κάθε λογής αγοραστές που τους πιάσαμε κορόιδα. Είμαστε της ανάπτυξης εμείς γι’ αυτό και σε λίγα χρόνια φτιάξαμε καινούριους, πολυάνθρωπους οικισμούς με όλα τα κομφόρ. Με δρόμους φαρδείς και πλατείες. Με πεζοδρόμια και πράσινο παντού. Με σύγχρονες υποδομές. Εμείς την περιοχή μας την προσέχουμε και τον τουρισμό που αφήνει χρήμα κι ανοίγει δουλειές.
Είμαι ένας άνθρωπος ευτυχής γιατί στην περιοχή μας έχουμε αναπτύξει μια σπάνια οικολογική συνείδηση. Δεν απλώνουμε, ας πούμε, λάστιχα για ν’ αδειάζουμε τους βόθρους μας στη θάλασσα, στα ποτάμια ή ακόμη ακόμη και σε χωράφια, όπως κάνουν σε άλλες περιοχές. Δεν γεμίζουμε φορτηγά με λύματα και λάσπη από τα χοιροστάσια και δεν τ’ αποθέτουμε στο δάσος με τις κουκουναριές 300 μέτρα από τ’ Αρκάδι, ούτε στα λιόφυτα δίπλα στα ποτάμια και τις δεξαμενές που πίνουμε νερό. Δεν φτιάχνουμε ολόκληρα τεχνικά έργα για να φτάσουν απρόσκοπτα τα απόβλητα στη θάλασσα μακριά από τ’ αδιάκριτα βλέμματα. Φέτο ειδικά που έχουμε πρόωρη άνοιξη κι η φύση άνθισε νωρίς είναι χαρά Θεού. Γεμάτος ο τόπος λουλούδια και τ’ αρώματα που αναδύονται είναι μεθυστικά. Μην πάει ο νους σας στο πονηρό. Από τις βιόλες είναι και τα κρίνα, από τις παπαρούνες και τις μαχαιρίδες κι όχι από το ξεχείλισμα των βόθρων κι από τη λυματολάσπη, κι η θάλασσα κάτω στον κάμπο διάφανη κι ολοκάθαρη να την πιεις στο ποτήρι. Κι οι τεράστιες φυσαλίδες που θα δεις, φίλε μου, να επιπλέουν, προς Θεού, ανεξήγητο φυσικό φαινόμενο είναι.
Είμαι ένας άνθρωπος ευτυχής γιατί εργάζομαι στην πόλη και τη διαδρομή Σφακάκι-Ρέθυμνο κι αντίστροφα την κάνω τέσσερις φορές την ημέρα. Κι είμαι ευτυχής γιατί επιστρέφοντας μετά από τη δουλειά στο σπίτι, έχω να επιλέξω ανάμεσα σε δυο τρεις κόμβους που με οδηγούν στους παράπλευρους δρόμους της εθνικής οδού. Φρόντισε η ΔΕΚΕ γι’ αυτό κι έτσι δεν είμαι υποχρεωμένος για να μπω στο σπίτι μου να φτάσω μέχρι του Σταυρωμένου και να στρίψω δεξιά για να βρεθώ στο ρεύμα της παλιάς εθνικής οδού Ρεθύμνου-Ηρακλείου και να κινδυνεύω κάθε στιγμή να σκοτωθώ. Έχουν φροντίσει για την ασφάλειά μου οι υπηρεσίες κι η ΔΕΚΕ που σαδιστικά κλείνει με μπάρες σε καθημερινή βάση όποια διάβαση ανοίγει ο δήμος κι οι απελπισμένοι κάτοικοι απειλώντας τους με παραπομπή στον Εισαγγελέα. Τους αξίζουν θερμά συγχαρητήρια για την τόση σπουδή τους και δεν μπορώ να τους τα στερήσω.
Είμαι ένας άνθρωπος ευτυχής γιατί ζω σε μια πολιτεία που με φροντίζει και νοιάζεται για μένα και θέλω να ελπίζω πως το ίδιο αισθάνεστε κι εσείς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007

Του μαύρου πλαισίου, το πλαίσιο

Πως έχει πρόβλημα η παιδεία, όλοι μας το γνωρίζουμε. Δεν έχει απλά και μόνο προβλήματα, τα χάλια της έχει. Το θέμα δεν είναι η διαπίστωση, τα βλέπουμε και τα ζούμε άλλωστε κάθε μέρα, αλλά το πώς φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο και τι γίνεται από δω και πέρα. Τα πανεπιστήμια εξακολουθούν να παραμένουν κλειστά για υπερβολικά μεγάλο, αδικαιολόγητα μεγάλο, χρονικό διάστημα. Οι φοιτητές στους δρόμους σε τακτικά, ανά εβδομάδα, «πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια». Παιδιά με πρόσωπα κουρασμένα βλέπουμε να σέρνουν βαριά τα βήματα στους δρόμους της Αθήνας, φορτωμένα με πλακάτ, συνθήματα κενά και κόκκινες σημαίες. Χωρίς ενθουσιασμό, χωρίς πάθος και παλμό, χωρίς καν την ιερή αγανάκτηση που πιθανόν θα περιμέναμε. Κι αν έλειπαν οι κουκουλοφόροι με τις πέτρες και τις μολότοφ, ούτε που θα τους δίναμε την παραμικρή σημασία.
Καμιά βιτρίνα σπασμένη, κανένας κάδος απορριμμάτων παραδομένος στη φωτιά, άντε και κανένα αυτοκίνητο καμένο, έτσι για χάπενιγκ. Αραιά και πού κλεφτοπόλεμος με τους «πραίτωρες», κάποιος ξυλοδαρμός φοιτητή που ξεχάστηκε, έμεινε πίσω κι έπεσε στα χέρια τους, κάποια πλευρά σπασμένα σε σύγκρουση με κάποια απρόσεκτη ζαρντινιέρα.
Κοινωνία βιαστική κι αδιάφορη που τρέχει να προλάβει, γονείς σε απόγνωση να λένε «κάτι πρέπει να γίνει, βρε παιδιά», πανεπιστημιακή κοινότητα μοιρασμένη στα δυο κι η κυβέρνηση μακάρια κι ατάραχη να σφυρίζει αδιάφορα και να επιμένει «στις μεταρρυθμίσεις» της. Η υπουργός παιδείας με ύφος χιλίων καρδιναλίων να δηλώνει πεισματικά πως «δεν κωλώνει» και να επιπλήττει τον φοιτητή πως δεν έχει ολοκληρωμένες κι επαρκώς τεκμηριωμένες προτάσεις. Κατηγορεί τον νεαρό των 19 και 20 χρόνων για έλλειψη λογικής στον κόσμο του παράδοξου και του παράλογου που ζούμε. Λες κι είν’ αυτός το πρόβλημα και πρέπει να τιμωρηθεί γιατί δεν έχει προτάσεις. Λες και δεν είν’ αυτός το θύμα όλων των καταστάσεων που του δημιουργήσαμε.
Μια ματιά αρκεί να ρίξουμε γύρω μας για να καταλάβουμε τι συνέβη. Πού είναι τα ξέγνοιαστα παιδιά; Πού πήγαν; Τι τα κάναμε; Πού χάθηκε το κυνηγητό στους δρόμους κι οι χαρούμενες φωνούλες και το τόπι στις αλάνες; Από την πιο τρυφερή ηλικία, από τα πέντε τους, τα φορτώνουμε με σάκες ασήκωτες μ’ ακαταλαβίστικα βιβλία μέσα. Καθημερινά τα βομβαρδίζουμε μ’ ανούσιες θεωρίες, γνώσεις άχρηστες και τα ρίχνουμε, ανήμπορα να κάνουν αλλιώς, στην αδιέξοδη μάχη των βαθμών και των μορίων. Να φτάσουν στα 18 κουρασμένα κι απελπισμένα ν’ αναζητούν διέξοδο στο μοντέλο του κινητού και στο μισοσκόταδο των internet-καφέ.
Κι αν κάποιο απ’ αυτά είναι τυχερό να περάσει σε κάποια από τις απίθανες σχολές της Δημόσιας Παιδείας μας, το πιθανότερο είναι ν’ αποκτήσει ένα πτυχίο που θα του είναι άχρηστο στην παραπέρα ζωή του. Τα καταλαβαίνει αυτά κι οργίζεται. Πιθανόν να ’θελε να τα γκρεμίσει όλα. Να μην αφήσει τίποτα στο διάβα του. «Στάχτη και μπούλμπερη» ν’ απομείνει, αλλά βαριέται, γιατί την ορμή του την κόψαμε κι αυτή με τον κακώς νοούμενο προστατευτισμό που το περιβάλαμε.
Εσύ φταις, φίλε μου, εγώ, ο δίπλα κι ο παραδίπλα. Όλοι εμείς που υπομείναμε χούντες, που παλέψαμε για «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» κι ύστερα πέσαμε σε λήθαργο βαθύ κι αφήσαμε να μας παρασύρει το άγχος της καθημερινότητας. Αποκτήσαμε δεύτερο αυτοκίνητο, επίπεδη τηλεόραση, DVD, ικανοποιήσαμε τη ματαιοδοξία μας και μπήκαμε στο μάτι του γείτονα. Αφήσαμε όμως τα παιδιά μας απροστάτευτα στους πειραματισμούς του κάθε επίδοξου μεταρρυθμιστή.
Σχολικά βιβλία δυσνόητα με περιεχόμενο υποταγμένο σε σκοπιμότητες κι ισορροπίες. Μοναδικά συγγράμματα και καθηγητές με απώτερο σκοπό τον εύκολο πλουτισμό από τα ερευνητικά προγράμματα. Έρευνα για την έρευνα με στόχο την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων και μόνο. Έρημα τα αμφιθέατρα χωρίς παλμό κι επιστημονικό λόγο εκτός, δυστυχώς, ελαχίστων εξαιρέσεων. Κτίρια ρημαγμένα κι εγκαταλειμμένα από την έλλειψη πόρων αφού η κυβέρνησή μας δηλώνει πως δεν είναι διατεθειμένη να χρηματοδοτεί «τρύπες».
Αντιδρούν οι καθηγητές στον νόμο-πλαίσιο γιατί θεωρούν πως θα χάσουν προνόμια, αντιδρούν τα κόμματα της αριστεράς με μια στείρα κι επίμονη άρνηση που εντυπωσιάζει, αντιδρά και το ΠΑΣΟΚ, αυτό δεν ξέρει γιατί. Τόλμησε ο αρχηγός του, ο κ. Παπανδρέου, ν’ αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες κι έπεσαν πάνω του οι καθηγητάδες κι οι εκπρόσωποι οργανωμένων συμφερόντων να τον φάνε. Παλινωδίες, πολιτικάντικες πρακτικές άλλων εποχών, αποφάσεις υποταγμένες στον φόβο του πολιτικού κόστους. Κι η κατάσταση να χειροτερεύει. Κι η παιδεία να πνέει τα λοίσθια και ν’ ανοίγει την όρεξη ορισμένων να την χρησιμοποιήσουν σαν πρόσχημα για πρόωρες εκλογές. Κι ύστερα τι; Θα επιβληθούν λύσεις; Σε μια δημοκρατία λύσεις δεν επιβάλλονται και νόμοι αυταρχικοί παραμένουν γράμμα κενόν, όπως πολύ φοβάμαι πως θα συμβεί και με του μαύρου πλαίσιου, το πλαίσιο. Οι δημοκρατίες θέλουν διάλογο, καλή θέληση, πειθώ κι όχι βίαιη κατάργηση του ασύλου και ΜΑΤ στα προαύλια των σχολών .

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

ΠΕΡΙ ΗΘΙΚΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Δεν μου αρέσει να παίζω με την ηθική και φοβάμαι τους ηθικολογούντες γιατί αυτοί συνήθως είναι οι πιο επικίνδυνοι. Όσο πιο συχνά δηλαδή αναφέρεται σ’ αυτήν κάποιος, τόσο πιο πιθανό είναι αυτός ο κάποιος να μην είναι φανατικός οπαδός της. Και ποιος στ’ αλήθεια θα μπορούσε να ισχυριστεί πως δρα και λειτουργεί πάντοτε με γνώμονα τους τύπους και τους κανόνες της ηθικής;
Πάντα έτσι ήταν κι οι άνθρωποι κι οι κοινωνίες. Έφτιαχναν νόμους κι έταζαν κανόνες για να ’χουν τη δυνατότητα στη συνέχεια να τους παραβιάζουν. Το καταλαβαίνω αυτό. Ανθρώπινες είναι οι αδυναμίες κι οι σκέψεις οι πονηρές και τα παραστρατήματα. Άλλωστε δυο χιλιάδες χρόνια πριν, ο Χριστός ήταν Εκείνος που έκανε τους φοβερούς διώκτες της παραστρατημένης γυναίκας ν’ αποχωρίσουν με κατεβασμένο κεφάλι λέγοντάς τους «ο αναμάρτητος ας είναι αυτός που θα ρίξει πρώτος τον λίθο», ή κάτι τέτοιο.
Τους ηθικολόγους φοβάμαι. Αυτούς που κάνουν σημαία τους την ηθική και ζητούν να καούν στην πυρά όσοι κατά τη γνώμη τους παραστράτησαν. «Στο πυρ το εξώτερον», «εις την γέεναν του πυρός». Κι αν κάνει τον ηθικολόγο ένας αγράμματος ή κάποιος με μειωμένη αντίληψη, τότε πολύ εύκολα μπορούμε να πούμε, «πάει στα κομμάτια, τόσα ξέρει, τόσα λέει». Κι αν επιμένει περισσότερο, το πολύ πολύ να τον κατατάξουμε στους γραφικούς και πάει ξεμπερδέψαμε. Το πράγμα σοβαρεύει όμως αν κάνει σημαία την ηθική κάποιος οφθαλμοφανέστατα υποκριτής. Εκεί που τα πάντα αλλάζουν και μπορεί να γίνουν τραγικά είναι αν, λόγου χάρη, την τακτική ακολουθήσει μια ολόκληρη παράταξη. Κι εδώ κοιτάξτε τι συνέβη.
Δυο φορές όλες κι όλες κέρδισε τις εκλογές το κόμμα της Δεξιάς από το 1981 μέχρι σήμερα. Μέσα σε 26 χρόνια δυο φορές σχημάτισε κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία. Πώς; Με ποια συνταγή; Ακούστε την. Δεν είχε πρόγραμμα τέτοιο που θα ήταν ικανό να πείσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού να την εμπιστευτεί. Δεν είχε λύσεις να προτείνει στα χρόνια προβλήματα της χώρας κι ούτε στελέχη πιο ικανά. Διέθετε όμως θράσος κι υποκρισία. Ίδια η συνταγή και τις δυο φορές. Υποκρισία και παραπλάνηση. Εκμεταλλευόμενοι τη φυσική αδυναμία, λόγω ασθενείας, του ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης Ανδρέα Παπανδρέου, σήκωσαν τα λάβαρα της ηθικής και βγήκαν στα κεραμίδια. Ακόμη φτάνουν στ’ αυτιά μου οι κραυγές τους. «Ψεύτες, κλέφτες, ανήθικοι πασόκοι». Κι από κοντά τα ΜΜΕ. «Ο απατεώνας και το τσόκαρο» σε πηχυαίους τίτλους κι οχτάστηλα.
«Αρχάγγελος της κάθαρσης» αυτοαναγορεύτηκε ο κ. Μητσοτάκης και δήλωνε πανέτοιμος να καθαρίσει την κόπρο του Αυγείου, να κλείσει τους ανέντιμους στη φυλακή και να επαναφέρει τη χώρα στον κόσμο της τάξης και της ηθικής. Κι έγιναν οι εκλογές και κέρδισε με ποσοστό μεγάλο. Είχε συντρέξει βέβαια κι η Αριστερά, η προοδευτική, σ’ αυτό. Κι έγινε η Νέα Δημοκρατία κυβέρνηση κι ο κ. Μητσοτάκης πρωθυπουργός. Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και βούλιαξε «η κυβέρνηση της κάθαρσης» στον βόρβορο των σκανδάλων και των ανομημάτων της. Μόνη οδηγήθηκε σε παραίτηση αφού οι ίδιοι οι βουλευτές της τρόμαξαν και την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια.
Αυτά την πρώτη φορά γιατί υπήρξε και δεύτερη. Βέβαια είναι γνωστό τοις πάσι πως η ιστορία όταν επαναλαμβάνεται μόνο σαν φάρσα μπορεί να επαναληφθεί. Κι εδώ επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά. Το γεγονός πως ακόμη και το στημένο Ειδικό Δικαστήριο του κ. Κόκκινου δεν τόλμησε να καταδικάσει τον Ανδρέα, τίποτα δεν τους δίδαξε και συνέχισαν την ίδια τακτική. Εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του κ. Σημίτη να διαχειριστεί την εντολή του λαού κι αντί να δώσει την απαραίτητη ώθηση στη χώρα έστρεψε άκομψα κι άγαρμπα το πάλαι ποτέ κίνημα όσο μπορούσε πιο δεξιά. Τη στάση αυτή ερμήνευσαν (;) κατά το δοκούν οι υπουργοί του κι έδωσαν όπλα στη νεοδεξιά να πιάσει τις κατσαρόλες και να βγει στους δρόμους ξανά. Τι για σκάνδαλα, τεκμηριωμένα τάχα μου, ακούσαμε, τι για διαπλοκή, τι για ανηθικότητα. Κι απ’ όλα αυτά τα δεινά θα μας γλίτωνε «σεμνά και ταπεινά» ο κ. Καραμανλής, ο νεότερος. Κι ο ελληνικός λαός, ευκολόπιστος όπως πάντα, τους πίστεψε. Κι έγινε κυβέρνηση το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας κι ο κ. Καραμανλής πρωθυπουργός. Αυτός που θα ’φερνε τη μεταρρύθμιση παντού και που δήλωνε πως δεν είναι δυνατόν ν’ ανεχθεί «πεντέξι νταβατζήδες να κάνουν κουμάντο τη χώρα». Μόνο που πολύ σύντομα αναγκάστηκε ο καινούριος «αρχάγγελος της κάθαρσης» να μείνει κλεισμένος στο Μαξίμου ή απομονωμένος στη Ραφήνα για ν’ αποφύγει, κατά το δυνατόν, το κόστος των ενεργειών των στελεχών της σεμνής και ταπεινής κυβέρνησής του. Και τι δεν ζήσαμε αυτά τα τρία χρόνια. Και τι δεν είδαν τα μάτια μας και τι δεν άκουσαν τ’ αυτιά μας! Αποδείχτηκε περίτρανα πως οι ηθικολόγοι δεν ήταν και τόσο ηθικοί κι η σεμνότητα κι η ταπεινότητα, προπέτασμα καπνού που έκρυβε προθέσεις κακές και συμπεριφορές άθλιες.
Είδαμε 45, 55, 65 υψηλόβαθμους (συγχωρήστε με γιατί έχασα τον λογαριασμό), να παραιτούνται πανικόβλητοι και ν’ αναγκάζονται, υπό το βάρος των αποκαλύψεων, να εγκαταλείπουν άδοξα θέσεις και θώκους προεδρικούς. Είδαμε «κουμπάρους» να περιφέρονται σιδηροδέσμιοι και να διαπομπεύονται για παραδειγματισμό, είδαμε τον γηραιό διοικητή του ΙΚΑ να πεθαίνει στα σκαλοπάτια της ερωμένης-συνεργάτιδάς του, χτυπημένος από του αγανακτισμένου (;) αντίζηλου το χέρι, μέσα σ’ ένα όργιο φημολογίας για πιθανολογούμενους στημένους διαγωνισμούς, αδιαφάνειες, χρηματισμούς και χαμένους υπηρεσιακούς φακέλους σ’ ερωτικά κρησφύγετα. Είδαμε, είδαμε, είδαμε κατά το «φάγανε, φάγανε, φάγανε», του ηρωικού Μαυρογιαλούρου.
Σεμνές και ταπεινές ηθικές, σεμνά και ταπεινά σκάνδαλα. Και το θύμα όλων αυτών των καταστάσεων, το κατασυκοφαντημένο ΠΑΣΟΚ, τι κάνει; Βγήκε να φωνάξει, να καταγγείλει, να καταδικάσει; Πήρε τους δρόμους διαφωτίζοντας και ξεσηκώνοντας τον κόσμο;
Τίποτα δεν λειτουργεί κι η χώρα κυβερνάται από τον αυτόματο πιλότο. Η οικονομία υπό επιτήρηση, τα εθνικά θέματα παραδομένα στη μεγαλοψυχία των Αμερικανών, η Εκκλησία υποταγμένη στον Χριστόδουλο της Δεξιάς Του Κυρίου, τα Πανεπιστήμια κλειστά, τριακόσιοι-τετρακόσιοι κουκουλοφόροι καταλύουν το κράτος κι εξευτελίζουν αστυνομίες και πραίτωρες. Κι εσείς «συντρόφια» τι περιμένετε; Να διαλυθεί το σύμπαν; Έτσι κι αλλιώς τα χείλη του ΚΚΕ άλαλα είναι, το σύνδρομο του ’89 θα τους ταλανίζει για πολύ ακόμη, στον Συνασπισμό μοιράζουν και ξαναμοιράζουν τις έδρες που πιθανόν θα πάρουν κι εσείς αντί να βγείτε στους δρόμους κάθεστε και μαλώνετε για το εάν θα έπρεπε να διαγραφεί ο Πάγκαλος ή ο Κουλούρης ή κι οι δυο.
Κανείς δεν επιχαίρει για το κατάντημα και την παταγώδη αποτυχία της κυβέρνησης. Έτσι κι αλλιώς οι Απόκριες πέρασαν, οι μάσκες έπεσαν κι οι μασκαράδες αποκάλυψαν την τραγική φιγούρα τους. Μήπως, λέω μήπως, είναι ώρα για νέες ελπίδες και γι’ αγώνες καινούριους χωρίς ωραιοποιήσεις και δογματισμούς; Με λόγια απλά και κατανοητά, μπας και την ύστατη ώρα περισωθεί κάτι.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007

Ας κρατήσουν οι χοροί

«Μέχρι πρωίας γλέντησαν οι Ρεθυμνιώτες την Τσικνοπέμπτη», γράφουν οι εφημερίδες. Μιας και δεν τους έχει μείνει τίποτ’ άλλο, καλά κάνουν. «Ας κρατήσουν οι χοροί», που λέει κι ο γνωστός τραγουδοποιός, γιατί τι άλλο απόμεινε αλήθεια στην πάλαι ποτέ πόλη των γραμμάτων; Γράμματα με την έννοια του παραπάνω όρου, αν δεν κάνω λάθος, σημαίνει πολιτισμός. Σημαίνει ανθρωπιά κι ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει γύρω μας, δίπλα μας. Τα πάντα λειτουργούν στην εντέλεια, όπως ας πούμε στην Πανεπιστημιούπολη, όπου η κατάληψη συνεχίζεται. Και θρηνώ κι εγώ μαζί με άλλους για την Παιδεία την ημιθανή, αυτήν που από καιρό έχει πέσει σε κώμα, και γύρω της στήνονται σε χορό οι μοιρολογίστρες. Όλοι συμφωνούν πως είναι άρρωστη βαριά, αλλά διαφωνούν ριζικά στη θεραπεία. Τέτοια που είναι ας τη δώσουμε στους ιδιώτες λένε οι μισοί, μην την ενοχλείτε ωρύονται οι άλλοι. Αφήστε την ήσυχη να βρει τον δρόμο της μόνη της και μέχρι τότε ας κάνουν κατάληψη κι ας χορεύουν πάνω στο νεκροκρέβατό της προασπιζόμενοι τα συμφέροντα κάποιων καθηγητάδων και την αρρωστημένη μανία κάποιων αντιδραστικών. Κι η κυβέρνησή μας, η μεταρρυθμιστική, κινείται στους γνωστούς ράθυμους ρυθμούς και στην αντιπολίτευση γίνεται «της δυσπιστίας».
Ας κρατήσουν οι χοροί στην πόλη που ενώ είναι συγκοινωνιακά αποκλεισμένη, που έκανε πάρκινγκ την άμμο, που κοιτάζει μ’ αδιαφορία το τσιμεντένιο κουφάρι του νοσοκομείου, το χάλι του μεγάρου (;) της αστυνομίας και μύρια όσα, άρχισε ο διάλογος κι οι προβληματισμοί για το αν χρειάζεται να γίνει καζίνο, λες κι αυτό είναι όλο μας το πρόβλημα. Λες και μια πόλη που θέλει να προβάλλεται σαν τουριστική θα χάσει από την υποτιθέμενη λειτουργία ενός καζίνο. Κι οι κοινωνικές επιπτώσεις; θα με ρωτήσετε. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία αυτά είναι αστεία πράγματα, θα σας απαντήσω, γιατί η πολιτεία είναι εκείνη που μπορεί να θέσει τους κανόνες λειτουργίας και τους όποιους περιορισμούς. Και τα γράμματα; Κι ο πολιτισμός; Ταιριάζει ένα καζίνο στην πόλη των γραμμάτων ή προάγει τον πολιτισμό η λειτουργία καζίνο; Και βέβαια όχι. Θα προσελκύσει όμως τουρισμό. Θα καταστήσει την πόλη κέντρο πραγματικό ολόκληρης της Κρήτης και θα βοηθήσει στην προβολή της. Άφησε που μ’ αυτήν την αφορμή μπορεί κάποιος να νοιαστεί πραγματικά για το λιμάνι και την κατ’ ευφημισμόν μαρίνα. Αλλά τι λέω τώρα! Εμείς και στην ιδέα μόνο ανατριχιάζουμε.
Τα ήθη μας δεν τα επιτρέπουν αυτά. Ο τόπος που γέννησε Γιαμπουδάκηδες κι ανάδειξε Αρκάδια δεν τα σηκώνει αυτά. Είμαστε περήφανος λαός εμείς και την ιστορία και τους ήρωές μας τους τιμούμε. Πού ακούστηκε καζίνο στην πόλη τ’ Αρκαδιού! Από την άλλη πάλι, «χωματερή στ’ Αρκάδι» έγραψα σε προηγούμενο σημείωμά μου και συγχωρήστε με που επανέρχομαι. Τα ’χει αυτά ο πολιτισμός κι η καλύτερη ποιότητα ζωής. Όσο ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο ενός λαού τόσο, αναγκαστικά, αυξάνονται κι οι όγκοι των σκουπιδιών που κάπου πρέπει να πάνε. Όλοι συμφωνούμε σ’ αυτό αλλά διαφωνούμε στο που. Ή μάλλον όλοι συμφωνούμε πως πρέπει να πάνε αλλού. Πού; Μα στου γείτονα. Κι ο γείτονας λέει παραδίπλα, κι ο παραδίπλα πιο μακριά, και το παιχνίδι της κολοκυθιάς συνεχίζεται.
Έπρεπε, λέει, να ’χε κλείσει από καιρό ο ΧΥΤΑ στον Μαρουλά και τώρα κινδυνεύουμε από πρόστιμα τσουχτερά. Τη δόξα του Κουρουπητού ζηλέψαμε; Όχι βέβαια. Και τώρα τι κάνουμε; Στο και πέντε, τι μπορούμε να κάνουμε; Θ’ ακολουθήσουμε την εύκολη λύση κι ας είναι η πιο παράλογη. Θα επεκτείνουμε τη χωματερή στ’ Αρκάδι που και μόνο η ύπαρξή της θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να μας κάνει ν’ ανατριχιάζουμε. Κι ύστερα καθόμαστε και θρηνολογούμε επειδή κάποιοι επιτήδειοι απέθεσαν λυματολάσπη, τ’ απόβλητα των χοιροτροφείων τους, στο δάσος τ’ Αρκαδιού, στις ιστορικές Κουκουναριές, μια ανάσα από τον περίβολο του Μοναστηριού. Καλά έκαναν οι άνθρωποι. Στο κράτος της πλάκας που ζούμε, σκέφτηκαν, ποιος θα μας δει ή ποιος θα μας ενοχλήσει; Κι όταν βρέθηκε ο Περιβαλλοντικός Σύλλογος να το καταγγείλει, πάλι η λύση ήταν εύκολη. Ένας φορτωτής σήκωσε τη λάσπη και τη διασκόρπισε στους γύρω ελαιώνες και την ευρύτερη περιοχή, διασκορπίζοντας παράλληλα τη ρύπανση παντού. Κακώς, σκέφτομαι, πολύ κακώς. Τι στο καλό φοβήθηκαν, την απόσταση; Ούτε πεντακόσια μέτρα δεν είναι η αυλή του Μοναστηριού. Εκεί έπρεπε να την αποθέσουν, φόρο τιμής στον πολιτισμό μας. Ας κρατήσουν οι χοροί.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Όταν εσύ κοιμόσουν

Όταν εσύ κοιμόσουν, οι βρικόλακες ήταν ξύπνιοι και φρόντισαν να τρομάξουν το ξύπνημά σου μ’ αγχόνες και θηλιές. Γιατί αυτό ήθελαν να σου μεταδώσουν της γης οι ισχυροί. Τον τρόμο. Άντε, γιατί πολύ ξεθάρρεψες κι άρχισες να σηκώνεις κεφάλι.
Η εικόνα του πρώην Ιρακινού δικτάτορα, του Σαντάμ Χουσεΐν, με το σχοινί το λαιμό να κάνει το γύρο του κόσμου ξανά και ξανά και ξανά σε τι άλλο αποσκοπούσε; «Εγώ είμαι εδώ, ο δυνατός» ήθελε να βροντοφωνάξει. «Ο άγρυπνος φρουρός της τάξης και της απανταχού δικαιοσύνης».
Ελευθερωτές, τάχα μου, μπήκαν στο Ιράκ πριν χρόνια οι Αμερικανοί. Όπως παλιότερα στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν κι αλλού κι αλλού. Για να ρίξουν δήθεν τους δικτάτορες και τους εκμεταλλευτές, τους διεφθαρμένους προστάτες της διεθνούς τρομοκρατίας. Και διέλυσαν τα κράτη και σκότωσαν τους λαούς. Κι έστησαν χορούς πάνω στους τάφους κι ασχημόνησαν. Κι έσπειραν τα ζιζάνια της διχόνοιας. Τον όλεθρο του αλληλοσπαραγμού. Κι ανέδειξαν τους μισητούς δικτάτορες σε σύμβολα αντίστασης και πατριωτισμού. Γιατί από τον ξενόφερτο εισβολέα και κατακτητή προτιμούν τον ντόπιο δικτάτορα. Δική τους υπόθεση τον θεωρούν. Την πατρίδα τους όμως τη θέλουν λεύτερη και πολεμούν γι’ αυτήν κι αγωνίζονται και πεθαίνουν. Κι οι άλλοι τι έκαναν; Κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια; Όχι.
Έφεραν τη δικαιοσύνη του τρόμου. Τη μονομερή και την άδικη. Με τα ντόπια τσιράκια που τους προσκύνησαν. Με τη «σκύλα» την Κάρλα Ντε Πόντε να κυνηγά σαν θηράματα τους Σέρβους ηγέτες και ν’ αφήνει ανενόχλητους τους εγκληματίες μουσουλμάνους και τους λύκους του Ουτσεκά.
Αντιστέκονται οι λαοί κι οι μαχητές της ελευθερίας δεν διστάζουν να ζωστούν εκρηκτικά και να φωτίσουν με τα κορμιά τους σαν πυροτεχνήματα τα σκοτάδια της μισθοφορικής αλαζονείας, αυτής που υποτίθεται πως αποκαθιστά δημοκρατίες με στημένα δικαστήρια και κρεμάλες.

Ελλάς το μεγαλείο σου!

Αυθαίρετα στη Μακρόνησο, ναρκοπέδιο η Γυάρος, κλειστά τα Πανεπιστήμια, χωματερή στ’ Αρκάδι. Σας εκπλήσσουν όλα αυτά; Κακώς. «Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε», όπως λέει κι ο ποιητής.
Το ένα πίσω από το άλλο φυτρώνουν τ’ αυθαίρετα στη Μακρόνησο. Οι βοσκοί κυρίως, σύμφωνα με τις πληροφορίες, φροντίζουν για την καταπάτηση και χτίζουν με την ευκαιρία και κανένα σπιτάκι. Μέσα στα ιστορικά, μαρτυρικά κτίρια, τα πρόβατα και τα γίδια. Κι από κοντά κι οι κυνηγοί που οριοθετούν τον χώρο τους μεταφέροντας κι εγκαταλείποντας εκεί παλιά αυτοκίνητα χωρίς πινακίδες. Η Γυάρος πάλι έχει μετατραπεί σ’ επικίνδυνο ναρκοπέδιο από τις διάσπαρτες βόμβες, θανατηφόρα κατάλοιπα της αεροπορίας, από την εποχή που το νησί χρησίμευε σαν πεδίο βολής. Κι όσο για τ’ Αρκάδι, το διεθνές σύμβολο εθελοθυσίας, φαντάζει σήμερα σαν η μοναδική λύση ανάγκης όχι απλά για τη λειτουργία, αλλά για τη γιγάντια επέκταση της χωματερής. Κάποιες χλιαρές διαμαρτυρίες του δημάρχου Αρκαδίου έπεσαν και πέφτουν στο κενό, γιατί ’ναι «μικρός το δέμας» κι η φωνή του αδύναμη μπροστά στα τεράστια συμφέροντα που κρύβονται από πίσω. Κράτος της πλάκας; Πολύ επιεικής ακούγεται σήμερα ο χαρακτηρισμός αυτός.
Τα Πανεπιστήμια κλειστά ολόκληρη τη χρονιά. Οι έμποροι της γνώσης, αυτοί που κατέχουν το μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης και διαχειρίζονται τα παχυλά ευρωπαϊκά κονδύλια, είναι κάθετα αντίθετοι στην τροποποίηση του άρθρου 16 γιατί τα συμφέροντα τους θα θιγούν. Κι είναι έωλα τα επιχειρήματα τους κι ιδιοτελή, και τα δάκρυα τους κροκοδείλια πως, τάχα μου, θα χαθεί ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης και θα παραδοθούν τα Πανεπιστήμια στου κάθε ιδιώτη τη διάθεση, λες και δεν είναι το κράτος αυτό που θα θέσει τους όποιους κανόνες λειτουργίας. «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί». Την ίδια ώρα η κυβέρνησή μας σεμνά και ταπεινά, ξεκοκαλίζει του Μπαϊραχτάρη τα ψητά και διασκεδάζει στα in στέκια του Κολωνακίου κι οι καθηγητάδες του ΠΑΣΟΚ αντιστέκονται κι αυτοί σθεναρά και φτιάχνουν Π16 πρωτοβουλίες.
Διαβάζω αυτές τις μέρες από την Ιστορική Βιβλιοθήκη των Νέων τον βίο και την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου. Ως γνωστόν ο Ανδρέας εκλήθη το 1961 να οργανώσει το ανεξάρτητο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών και να συμβάλλει με τις γνώσεις του στον σχεδιασμό για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Αντιγράφω λοιπόν, «ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής ήρθε σε επαφή μαζί του, έχοντας ένα αίτημα. Παρακινούμενος από το ενδιαφέρον του Ζολώτα να εκσυγχρονίσει τις οικονομικές σπουδές στην ανώτατη εκπαίδευση, ζήτησε από τον Παπανδρέου να συντάξει ένα σχέδιο εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης για τον τομέα των Οικονομικών, της Επιχειρηματικής Διαχείρισης και της Δημόσιας Διοίκησης. Ο Παπανδρέου ετοίμασε τις προτάσεις του… Ένα μήνα αργότερα, η εμπιστευτική έκθεσή τους παρουσιάστηκε στην κυβέρνηση Καραμανλή. Ανάμεσα στ’ άλλα εισηγείτο και μια Ανεξάρτητη Οικονομική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξοργισμένοι καθηγητές της Α.Σ.Ο.Ε, αισθανόμενοι πως τα συμφέροντα τους απειλούνται, διέρρευσαν το περιεχόμενο της έκθεσης στον Τύπο. Ο Παπανδρέου στιγματίστηκε τότε ως ο Αμερικανός που έφθασε στην Ελλάδα για να την διορθώσει». Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Με διαφορά 45 και βάλε ετών, βλέπουμε το ίδιο έργο ανεβασμένο με την ίδια κακή σκηνοθεσία. Κι εμείς, ο απλός λαός, τι κάνουμε;
Εμείς πίνουμε «φραπελιά». Αποψιλώνονται, λέει, τα λιόδεντρα του Λεκανοπεδίου από τους επιτήδειους εμπόρους των ελπίδων μιας κοινωνίας σε παρακμή. Έτσι είναι αυτά. Μια φήμη είναι αρκετή για να μας κάνει να τρέχουμε και να γινόμαστε τα εύκολα θύματα των κάθε λογής επιτηδείων. Από τις ατέλειωτες ουρές μπροστά στην όποια «θαυματουργή εικόνα» μέχρι το νερό του Καματερού. Τώρα ανακαλύφθηκαν ξαφνικά οι ιαματικές ιδιότητες των φύλλων της ελιάς. Αυτά που οι αφελείς πρόγονοί μας τα χρησιμοποιούσαν για να στεφανώσουν τους ολυμπιονίκες, εμείς οι έξυπνοι σύγχρονοι Έλληνες, τα χτυπούμε στο μίξερ και τα πίνουμε. Χωρίς τεκμηρίωση καμιά, χωρίς υπεύθυνη ενημέρωση, πού να βρεθεί άλλωστε, κόσμος και ντουνιάς ξεχύθηκε στα λιόφυτα. Το «έλα και να δεις» γίνεται για το ποιος θα πρωτοπρολάβει. Αδελφός σκοτώνει αδελφό για το αν πρέπει να δοθεί το αμφίβολης αποτελεσματικότητας ζουμί στον καρκινοπαθή αδελφό κι οι ξύπνιοι τα πουλούν ήδη από 12 μέχρι 40 ευρώ το κιλό, την ώρα που το πολύτιμο, αγνό λάδι, πιάνει μετά βίας τα 2,5 ευρώ το κιλό. Ελλάς το μεγαλείο σου!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

Το μεγάλο παζάρι

«Όταν θα πάω, κυρά μου, στο παζάρι…» θα σου πάρω ένα κυπελάκι. Και μαχαιροπήρουνα και βάζα. Της οικοσκευής το κάγκελο δηλαδή. «Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη…», ο δρόμος να παρακαλάς στους Christie’s να σε βγάλει. Εκεί που πουλιέται πάλι η Ελλαδίτσα κομμάτι κομμάτι. Να ενισχύσεις με τον οβολό σου τον φτωχό βασιλιά που του πήραν οι κακοί μαζί με θρόνους και κορώνες, κτήματα και παλάτια και τον άφησαν απροστάτευτο κι ανήμπορο στη σκληρή βιοπάλη. Μπορείς να φανταστείς τη θέση του; Ν’ ανοίγει μπαούλα και να ψάχνει στα συρτάρια για να ξετρυπώσει ένα ζευγάρι μαχαιροπήρουνα να τα πουλήσει, για να μπορέσει ν’ αγοράσει ένα κιλό φακές και λίγα μακαρόνια για τη φαμίλια του τη φτωχή!
Τα καταφέραμε πάλι και γελοιοποιηθήκαμε σαν έθνος. Ρεζίλι των σκυλιών γίναμε. Έτσι είμαστε εμείς. Λαός γαλαντόμος και πονόψυχος. Τον καταλάβαμε τον πόνο σου, άρχοντα. Νύχτα έφυγες είπαμε, με τα ρούχα που φορούσες μόνο. Με μια γριά μάνα και δυο μωρά στην αγκαλιά. Και πέσαν όρνια αρπαχτικά στο βιος σου και το διαγούμισαν. Κι έμειναν κάτι λίγα, σκόρπια εδώ κι εκεί, από την κληρονομιά των προγόνων σου. Κι εμείς πάλι έτσι θα σ’ αφήναμε; Με την πίκρα και τον πόνο; Να ζεις με το μαράζι στη μαύρη ξενιτιά; Όχι.
Είμαστε κράτος φιλότιμο εμείς. Τα ρουχαλάκια και τα παιχνίδια των παιδιών θα σου στερούσαμε; Επιτροπές φτιάξαμε. Καλαμαράδες με μυωπικά γυαλιά και μακριά μαύρα μανίκια δούλεψαν μέρες και νύχτες ατέλειωτες. Κι άρχισε η διαλογή κι ο διαμερισμός στα ιμάτιά σου. Αυτό δεν κάνει, εκείνο δεν πρέπει. Τούτο; Μμμ…, αυτό κάτι λέει. Με κόπο πολύ και σκληρή δουλειά ξεδιάλεξαν αυτά τα λίγα. Και γέμισαν είκοσι ένα (21) -ναι, καλά ακούσατε- 21 κοντέινερ με είδη πρώτης ανάγκης και σου τα στείλαμε. Νύχτα βέβαια για να μην έχει και κίνηση στους δρόμους, αλλά όμως σου τα στείλαμε. Με βούλες κι υπογραφές κι «ετέθη η Μεγάλη του Κράτους Σφραγίς» στις λίστες.
Συγκινημένος δήλωνε ο κ.Μητσοτάκης, πρωθυπουργός της εποχής, κι ο κ.Παλαιοκρασσάς γι’ αυτή τους τη μεγαλοψυχία. Κι ο άρχοντας ο ξεπεσμένος, σίγουρα θα συγκινήθηκε και μια χαρά θα ένιωσε επιτέλους, στην πονεμένη, ξενική καρδούλα του. Κάπου θα ’χε ν’ ακουμπήσει τώρα τα κρύα χειμωνιάτικα βράδια και τα παραμύθια στ’ αρχοντόπουλά του για πρίγκιπες και βασιλιάδες θα ήταν πιο παραστατικά.
Μα ’ρθαν χρόνοι δίσεκτοι και καιροί ανάποδοι και πονεμένοι. Ακρίβυνε η ζωή, μεγάλωσαν και τα παιδιά κι έχουν κι αυτά ανάγκες. Κι ο άρχοντας του παραμυθιού με πρησμένα από το κλάμα μάτια και τρεμάμενα χέρια άνοιξε τα σεντούκια του κι άρχισε το ξεδιάλεγμα. Κάτι να βρει που ν’ αξίζει. Να το πουλήσει για ένα κομμάτι ψωμί, μια χούφτα ελιές και με τίμημα ένα δάκρυ που θα κυλήσει στα ζαρωμένα του μάγουλα. Δεν βρήκε πολλά. 882 κομμάτια όλα κι όλα της συλλογής ενός προπάππου του βασιλιά, του Γεωργίου του Α΄ . Και πέσαν πάνω του να τον φάνε. Να τον κατηγορήσουν πως ξεπουλά κειμήλια εθνικά. Να φορτώσουν κι άλλον πόνο στην ψυχή του την πικραμένη.
Ο κ.Βουλγαράκης! που ήρθε όψιμος υποστηρικτής της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, λες και δεν ήταν μέλος της κυβέρνησης που του τα ’δωσε. Και μπήκε στη μάχη με όπλα ψεύτικα κι άσφαιρα πυρά. Εξώδικα στους Christie’s έστειλε με λόγια μανιστικά κι απειλητικά μέσα. Μην περάσουν τα μαχαιροπήρουνα σε χέρια ξένα, βαρβαρικά, φοβήθηκε. Αυτά μας πόνεσαν; Γι’ αυτά νοιαστήκαμε την ώρα που ένα τεράστιο «πωλείται» έχει αναρτηθεί απ’ άκρου εις άκρον της χώρας; Δεν διαφέρετε σε τίποτα, κύριοι. Ο Γλύξμπουργκ τουλάχιστον πουλά τ’ ασημικά που του δώσατε εσείς, η κυβέρνησή σας, ενώ ο κ.Αλογοσκούφης συμπεριφέρεται σαν τον κακό κληρονόμο που ξεπουλά τα πάντα. Νομίζω; Ή μήπως έτσι είναι πραγματικά;

Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2007

ΜΗ ΜΙΛΑΣ, ΜΗ ΓΕΛΑΣ

Μη μιλάς, μη γελάς, ή μάλλον γέλα με την κατάντια μας. Τριάντα μέχρι πενήντα κουκουλοφόροι καταλύουν κάθε τρεις και λίγο το κράτος, ποδοπατούν κάθε έννοια νόμου και τάξης, εξευτελίζουν την αστυνομία. Οι τριάντα μέχρι πενήντα αντιεξουσιαστές που άνοιξαν, λέει, βεντέτα με την αστυνομία επειδή ο κ. Πολύδωρας τόλμησε κι είπε πέντε κουβέντες παραπάνω. Γιατί είπε το αυτονόητο. Πως κι ο αστυνομικός, άνθρωπος είναι κι όταν δέχεται επίθεση μπορεί να χάσει την ψυχραιμία του και να χρησιμοποιήσει όπλο. Κι ύστερα θα τον πουν φονιά. Και θα φωνάζουν για μέρες τα κανάλια και θα ξεχειλίζει από αγανάκτηση ο λόγος των υπερασπιστών των δικαιωμάτων του πολίτη. Κι εγώ τον κ. Πολύδωρα ρωτώ. Γιατί δεν τους πιάνετε; Δεν θέλετε; Πείτε το. Δεν μπορείτε; Παραδεχτείτε το και ζητήστε βοήθεια δεν ξέρω κι εγώ από πού. Παραδεχτείτε πως τριάντα μέχρι πενήντα οργισμένοι νεαροί είναι πιο ισχυροί από το κράτος σας, από τους χιλιάδες αστυνομικούς σας, από τη «θωρακισμένη» κοινωνία σας. Οι τριάντα μέχρι πενήντα αναρχικοί!
Εντάξει, σας αιφνιδίασαν μια φορά, δύο, πέντε. Κι εσείς δεν είστε ικανοί να φτιάξετε ένα σχέδιο της προκοπής; Την ώρα των επεισοδίων, ας πούμε, να κλείσετε δυο τρεις δρόμους, να κλείσετε τις οδούς διαφυγής και να τους πιάσετε σαν τα ποντίκια στη φάκα; Τι περιμένετε; Χθες είδαμε αστυνομικούς ζωσμένους στη φωτιά, καμένα αυτοκίνητα, καταστροφές. Αύριο τι;
Μπάστε σκύλοι… Ο κακός χαμός γίνεται για το άρθρο 16 και το άσυλο των πανεπιστημίων. Με τους «προοδευτικούς» να τα υπερασπίζονται με μανία και τα δύο. Να μείνουν τα πανεπιστήμια στο ίδιο χάλι γιατί φοβούνται (;) τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών. Γιατί θα χάσουν οι πανεπιστημιακοί το μονοπώλιο των κοινοτικών προγραμμάτων. Τον πακτωλό των χρημάτων που διαχειρίζονται κατά το δοκούν. «Μην θίγετε τα κακώς κείμενα». Κι ας αναγκάζεται ο κάθε κακομοίρης να στέλνει το παιδί του για σπουδές στην Ιρλανδία, στη Σκωτία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία κι όπου αλλού, αφού οι «κουτόφραγκοι» κι οι άλλοι έχουν πανεπιστήμια που μαθαίνουν γράμματα τα παιδιά και δεν εκπαιδεύονται στις καταλήψεις και τη λούφα.
Υπάρχουν, λέει, άκουσον – άκουσον χώροι του Πολυτεχνείου της Αθήνας κι αυτού της Κρήτης που τελούν υπό κατάληψη εδώ και δεκαπέντε χρόνια από περιθωριακά στοιχεία και αναρχικούς. Που κλέβουν, καταστρέφουν, βιάζουν, κάνουν χρήση ναρκωτικών ανενόχλητοι. Το άσυλο γαρ. Ο πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης βγήκε και το κατάγγειλε με κάθε επισημότητα. Οι καταληψίες, λέει, του διεμήνυσαν «μη μιλάς γιατί θα σου κάψουμε την Πρυτανεία», ο αστυνομικός επιθεωρητής «ωχ, αδερφέ, εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα;» κι ένας καθηγητής, κάποιος Πρωτονετάριος, διερρήγνυε τα ιμάτια του. «Αυτό είναι το πρόβλημα;» αναρωτιόταν σοβαρά. Δεν είναι πρόβλημα, κ. καθηγητά; Αυτή είναι η έννοια του ασύλου; Η ασυδοσία; Στα πανεπιστήμια πρέπει να γίνεται ελεύθερη διακίνηση ιδεών κι όχι ναρκωτικών. Χώροι ιεροί, που πρέπει να παραμείνουν ανενόχλητοι κι απερίσπαστοι να επιδίδονται στην ανάπτυξη των επιστημών και να διασφαλίζουν το δικαίωμα στην μάθηση. Τώρα αν εσείς θέλετε να τα μετατρέψετε σε εργαστήρια κατασκευής μολότοφ κι ορμητήρια αναρχικών, αυτό είναι άλλο θέμα. Είναι ντροπή για τον πολιτισμό και τη δημοκρατία μας αυτές οι εικόνες, κ. καθηγητά, νομίζω.
Μη μιλάς, καλύτερα να σιωπάς στη χώρα της υπερβολής και του ακατανόητου. Δεν μπορεί, λέει, ο υπουργός άμυνας να δώσει τα ονόματα των φυγόστρατων γιατί δεν του το επιτρέπει η αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων. Και δεν είναι μόνο αυτό. Την ανωνυμία προστατεύει του κάθε λογής παράνομου. Του παιδεραστή, του βιαστή, του εμπόρου ναρκωτικών. Μη μιλάς…
Μη μιλάς, γέλα. Τα κόμματα εξουσίας κατηγόρησε ο πρώην πρωθυπουργός, ο κ. Σημίτης. Για σύγκλιση απόψεων μίλησε. «Δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ» είπε. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει μαζί του; Κανείς νομίζω ή έστω ελάχιστοι. Μόνο που δεν μας είπε το όνομα εκείνου που μόλις ανέβαλε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ έδωσε το παράγγελμα «κλείνατ’ επί ΔΕΞΙΑ». Έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.

Τρίτη, Ιανουαρίου 09, 2007

ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ

Ξέσκολα κι είν’ ώρα να γυρίσει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Ό,τι φάγαμε, φάγαμε κι ό,τι ήπιαμε, ήπιαμε. Όσοι μπόρεσαν δηλαδή και δεν τους έπνιξε η αναγούλα από τα όσα είδαμε κι ακούσαμε τις άγιες μέρες που πέρασαν.
Ήταν ή μου φάνηκαν εμένα οι πιο νερόβραστες σκόλες; Κατ’ αρχήν μέσα στην καλοκαιρία τόσο που περισσότερο σαν όψιμο Πάσχα μου έφερνε παρά σαν Χριστούγεννα. Κι ότι που πήγαινα να ξεχαστώ με τις χαρούμενες φωνούλες, ακόμη και τις παράφωνες, που έψελναν τα κάλαντα στους δρόμους, φλαααπ η κατραπακιά η ξανάστροφη από τα δελτία ειδήσεων να με επαναφέρει βίαια στην πραγματικότητα. Και τι δεν έγινε αυτές τις μέρες! Κλοπές, ληστείες, επιθέσεις γκαγκστερικές. Θέλω ο χριστιανός να παρακολουθήσω ειδήσεις και μου δένονται τ’ άντερα κόμπος. Να μου κόβονται τα ήπατα από τον φόβο και τις νύχτες με τον παραμικρό θόρυβο να πετάγομαι πάνω τρελαμένος για να ελέγξω αν είναι καλά σφαλισμένα κι αμπαρωμένα τα πορτοπαράθυρα, αν κοιμούνται τα κοπέλια στα κρεβάτια τους κι αν είναι γεμάτη η καραμπίνα «διά παν ενδεχόμενο».
«Χαίρε η κτίσις όλη» προσπαθούσε να με πείσει τ’ αλβανάκι με το τρίγωνο μιας και τα δικά μας μεγαλοπιάνονται και δεν καταδέχονται να πιάσουν τα σπίτια και τις γειτονιές. Θαμπά τα φώτα στους δρόμους, φτωχά τα στολίδια στην πόλη, άδεια τα μαγαζιά κι η αγορά «κάτω του μετρίου». Μόνη ανεβασμένη η ένταση της φωνής του εκφωνητή. «Επιχειρηματίας ασελγούσε επί σειρά ετών εις βάρος ανηλίκων. Συνένοχος κι ο πατέρας που εισέπραττε αντίτιμο για τις ασελγείς πράξεις». Το άλλο κανάλι ληστείες. Τ’ άλλο βιασμούς, το παράλλο νοθείες. Η σειρά μόνο διαφέρει. Ένας, ένας, βρε παιδιά. Απ’ όλα έχει ο μπαχτσές, όλοι θα πάρετε. Να χορτάσει το μάτι, να ’ρθει να γουρλώσει, να κοντεύει να βγει έξω από τον τρόμο.
Εντάξει. Με τον Σαντάμ ξεμπέρδεψαν της γης οι ισχυροί. Τέτοιος που ήταν και λίγα του κάνανε. Ας έσκυβε κι αυτός λίγο το κεφάλι για να μην είναι υποχρεωμένοι μετά να του το σηκώνουν ψηλά για να του περάσουν τη θηλειά. Της γης οι ισχυροί! Που διαμερίζονται τα ιμάτια των λαών και οικειοποιούνται τις τύχες των αδυνάτων με σημαδεμένα χαρτιά, χωρίς να έχουν την ανάγκη να τραβήξουν ούτε κλήρο. Αμερικάνοι κι Εγγλέζοι κι ο νέος γραμματέας του ΟΗΕ από κοντά που βγήκε πρωτοχρονιάτικα να πει πως έχουν κάθε δικαίωμα οι κατοχικοί ηγέτες να κρεμούν όσους δεν γλύφουν τις μπότες τους τις κατουρημένες. PAX AMERICANA όπως «επί γης ειρήνη».
Με πήρε πολύ κάτω και σκέφτομαι σοβαρά να το ελαφρύνω. Καθόλου δύσκολο. Απλά αλλάζω κανάλι. Εδώ το πράγμα είναι πιο λάιτ. Το πρόγραμμα έχει νοθείες παντού. Από καύσιμα και τρόφιμα μέχρι στρατολογικά έγγραφα. Θα βάλω βενζίνη; Αν δεν με κλέψουν στην τιμή θα μου τη φέρουν στην ποιότητα. Θ’ αγοράσω τυριά κι αλλαντικά τίγκα στη διοξίνη; Μελομακάρονα και κουραμπιέδες; Άσ’ το καλύτερα. Πήγα στον στρατό κι υπηρέτησα είκοσι οκτώ μήνες παραμεθόριο; Κοροΐδο είμαι. Έτσι φλαπ, κατάμουτρα. Να ξυπνήσω πρέπει. Να πονηρέψω, να παίξει το μάτι μου αν θέλω να επιβιώσω. Έ, όχι βρε. Δεν θα σας κάνω το χατίρι.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ

Γκρινιάζω συνήθως τώρα τελευταία. Σαν γέρο γκρινιάρης κάνω που όλα του φταίνε κι όλα τον πειράζουν. Και δεν είμαι σίγουρος αν αυτή η γκρίνια μου οφείλεται σε μένα, στον χαρακτήρα μου, την ψυχολογία μου ή αν τα πράγματα είναι τόσο στραβά όσο τα βλέπω εγώ. Αισιοδοξία, είπα μέσα μου, και γέλιο και καλή καρδιά. Μέρες που ’ναι ν’ αφήσουμε ένα χαμόγελο ν’ ανθίσει κι οι καρδιές να πλημμυρίσουν από αγάπη και καλοσύνη. Να δώσουμε και να πάρουμε ευχές, ν’ αφήσουμε με την ησυχία του τον μικρό Χριστό να γεννηθεί και να κάνουμε τις καρδιές μας φάτνη φιλόξενη να τον ζεστάνει και να τον αγκαλιάσει.
Αισιοδοξία είπα, κι αγάπη και χαρά. Μα ’ναι τα μάτια μου, δυστυχώς, ανοικτά και βλέπουν, κι είναι τ’ αυτιά μου περίεργα και συλλαμβάνουν, και το μολύβι ανυπόμονο και τρέχει στο χαρτί και δεν το κάνω καλά. Σε τι κόσμο φτάσαμε να ζούμε, άραγε, και ποιος είν’ ο κόσμος που ετοιμαζόμαστε να παραδώσουμε στα παιδιά μας; Συνελήφθη, λέει, από την αστυνομία ένας νέος 21 μόλις ετών που με την πρώτη ομολόγησε πως τον τελευταίο χρόνο βίασε 20 αγοράκια 8-15 ετών κι έκανε απόπειρα σ’ άλλα τόσα. Θέμα πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, να ’χουν να γεμίζουν μέρες και τα τηλεοπτικά παράθυρα τ’ αδειανά, τα κουτσομπολίστικα, που μόνο ενημέρωση και διαπαιδαγώγηση δεν προσφέρουν.
Στ’ αλήθεια, ποιον να πρωτολυπηθεί κανείς και ποιον να πρωτοκλάψει; Τις αθώες ψυχούλες των παιδιών που θα κουβαλούν μια ζωή βιώματα παράλογα και βάρβαρα ή τον φερόμενο ως δράστη, θύμα της κοινωνίας και τον ίδιο; Τη γριούλα που βγαίνει κι ομολογεί πως το παιδί της χωρισμένης οικογένειας, το εγγονάκι της, άλλαξε συμπεριφορά τώρα τελευταία, βασανιστήρια, λέει, του κάναν στο στρατό κι έφτασε στο σημείο να σηκώσει χέρι και στην ίδια κι ύστερα καθόταν και την αγκάλιαζε κι έκλαιγαν παρέα;
Να τολμήσω να πω πως χάλασε ο κόσμος; Πως χαλάρωσαν τα ήθη κι οι οικογενειακοί δεσμοί και τ’ αποτελέσματά της εισπράττουμε; Πως ξέφτισαν οι ηθικές αξίες, η μπέσα, η ανθρωπιά και το φιλότιμο; Πως η πρόοδος είχε κι αυτή το τίμημά της; Πως έννοιες όπως πατρίδα, θρησκεία κι οικογένεια έχουν καταντήσει λέξεις απλές χωρίς νόημα κι ουσία καμιά; Να το τολμήσω; Και βέβαια όχι, γιατί θα βγουν κάποιοι «προοδευτικοί» και ψευτοκουλτουριάρηδες και θα με χλευάσουν. Οπισθοδρομικό θα με πουν κι «ελληναρά», ανίκανο ν’ ακολουθήσω τα βήματα της εποχής και δεν θα τ’ αντέξω. Κι αυτά επιτάσσουν ελευθερία, με την κακώς νοούμενη ερμηνεία, παντού. Ανοικτές οι πόρτες του σπιτιού. Αλλού ο πατέρας κι αλλού η μάνα, να τρέχουν τις περισσότερες φορές για το μεροκάματο του τρόμου, κι αλλού τα παιδιά μόνα κι ασύδοτα. Με τα μπαράκια και τα ξενυχτάδικα γεμάτα μέχρι το πρωί να πουλούν τεχνητή διασκέδαση και πλαστικές ηθικές. Με τα ναρκωτικά στους δρόμους να κινδυνεύουν να μας πνίξουν κι εμείς στον ύπνο μας τον μακάριο να τραγουδούμε «βρε, δε βαριέσαι, αδερφέ».
Μέσα του Δεκέμβρη του σωτήριου έτους 2006. Με τον κόσμο, όσος απόμεινε, να ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Χριστούγεννα. Αυτήν την εποχή διάλεξε η «κοινωνικά ευαίσθητη» κυβέρνησή μας για να προχωρήσει μιαν ακόμη «μεταρρύθμιση». Κι αυτή τη φορά βρήκε να μεταρρυθμίσει τα πρόστιμα που επιβάλει η τροχαία γιατί ’ναι, τάχατες μικρά, κι αυτά είν’ η αιτία των τόσων άδικων σκοτωμών στους δρόμους. Κι εγώ τώρα τι να πω; Να διαφωνήσω με τους «ειδικούς» και με τους «εγκεφάλους»; Και να πω, ο υποψιασμένος, πως είναι δάκτυλος τ’ Αλογοσκούφη για να εισρεύσει χρήμα άφθονο και ζεστό στ’ άδεια ταμεία; Μπορώ να ισχυριστώ κάτι τέτοιο; Και δεν θα βγουν κι οι πέτρες να με κράξουν; «Άθλιε», θα μου πουν, «και λασπολόγε που δεν πονάς και δεν θρηνείς τόσους νεκρούς και πιο πολλούς τραυματίες κι ανάπηρους δια βίου; Δεν έχει όριο η αντιπολίτευση πια;»
Δειλά, πολύ δειλά θα βγω και θα τους απαντήσω. Κοντεύει να μην έχει άλλα όρια η ανοχή. Μπορεί και να θυμώσω και να φωνάξω «φτάνει η κοροϊδία πια!» Θέλετε, κύριοι, να γεμίσετε με χρήμα τα ταμεία; Με γεια σας, με χαρά σας. Αλλά βγείτε και πείτε το θαρρετά. Βάλτε φόρους παντού κι αυξήστε αυτούς που υπάρχουν. Δια ροπάλου κόψτε «τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια» που άλλωστε μόνο κακό κάνουν. Θέλετε να τα πάρετε κι από τους οδηγούς; Πάρτε τα. Αντρίκια, όμως, κι ειλικρινά.
Φταίνε τα πρόστιμα τα μικρά που σκοτώνεται ο κόσμος; Και δεν φταίνε, ας πούμε, οι δρόμοι οι άθλιοι που είναι οι ίδιοι από «κτίσεως κόσμου»; Και βέβαια γίνονται παραβάσεις και σ’ αυτές οφείλονται τα περισσότερα τροχαία μ’ ανθρώπινα θύματα. Βγείτε και πείτε το και πατάξτε τους υπευθύνους. Παραβίασες, φίλε, το κόκκινο; Έτρεχες με υπερβολική ταχύτητα; Έκανες επικίνδυνους ελιγμούς; Οδηγούσες μεθυσμένος και πουλούσες μαγκιά; Και τότε το δίπλωμα τι το χρειάζεσαι; Το όργανο που θα σε συλλάβει, θα σου το αφαιρέσει επιτόπου. Για τρεις μήνες, έξι, ένα χρόνο. Για πάντα, αν χρειαστεί, σ’ αυτούς που δεν συμμορφώνονται. Αλλά τα χρήματα τι τα χρειάζεσαι;
Είδος πρώτης ανάγκης έχει καταντήσει τ’ αυτοκίνητο. Να πάει ο καθένας μας στη δουλειά του, να τρέξει να προλάβει το ραντεβού, να πάει τα παιδιά του στο σχολείο. Κι άντε κι αποφάσισες και το πήρες και κατέβηκες κατά κέντρο μεριά, πού θα τ’ αφήσεις το ρημάδι που φράκαρε ο ντουνιάς; Γεμάτοι οι δρόμοι, ανύπαρκτα πάρκινγκ, πυλωτές κι ημιυπόγειοι χώροι στάθμευσης που μετατράπηκαν, ως δια μαγείας, σε γκαρσονιέρες και νοικιάστηκαν με το μήνα στον ξενόφερτο φοιτητή και τον αλλοδαπό εργάτη. Εκεί σε θέλω άρχοντα, κυβερνήτη και μεταρρυθμιστή. Στα δύσκολα. Στον σχεδιασμό και την εκτέλεση έργων υποδομής. Που θα κάνουν πιο φιλόξενη την πόλη και πιο ανθρώπινες τις συνθήκες διαβίωσης.
Παρασύρθηκα πάλι κι είπα πέντε κουβέντες παραπάνω. Ελπίζω να με συμπαθάτε γι’ αυτό. Αλλά, για όνομα του Θεού, μέρες που ’ναι ας είμαστε όλοι μας πιο προσεκτικοί. Ας κάνουμε λίγη υπομονή κι ας θυμηθούμε πως τ’ αυτοκίνητο εκτός από γκάζι έχει και φρένο. Ας μην οδηγούμε μεθυσμένοι. Ας αφήσουμε τις μαγκιές μακριά από την οδήγηση. Ας περάσουμε μέρες χαρούμενες χωρίς θανάτους στην άσφαλτο και τραυματισμούς χωρίς λόγο κι αιτία.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 04, 2006

Ακούει κανείς;

Μπαμ και κάτω. Χωρίς αναστολές, χωρίς δεύτερη σκέψη και πολλά πολλά μπαμ και κάτω. Κυνηγητό, «επί σκοπόν, σκοπεύσατε, πυρ». Τραγικός απολογισμός πέντε νεκροί. Πέντε νέοι άνθρωποι ξαπλωμένοι ανάσκελα. Εκτελεσμένοι με όλους τους τύπους. Τουφεκισμένοι από μακριά για να εξουδετερωθούν, αποτελειωμένοι με τη «χαριστική βολή» από απόσταση λίγων μόλις μέτρων. Χαμένοι έξι άνθρωποι (οι πέντε νεκροί κι ο εκτελεστής) για πoιο λόγo; Για λίγα μέτρα πατημένο τριφύλλι και για κάποια ζώα που τρόμαξαν πολύ πιθανόν και σκόρπησαν. Έτσι είπαν αβασάνιστα. Έτσι είναι;
Το δίκιο του κτηνοτρόφου βγήκαν τα μέσα να υποστηρίξουν κι έριξαν το ανάθεμα στο κυνήγι και τους κυνηγούς. Κι η λύση πανεύκολη. Απαγορέψτε το κυνήγι. Εξαφανίστε τα όπλα και τους κυνηγούς. Βάλτε ψυχιάτρους να τους εξετάζουν κάθε έξι μήνες. Κλείστε τους στα ψυχιατρεία λέω εγώ, μαζί με τα όπλα, τις παλάσκες και τα σκυλιά. Στείλτε τους στη Σιβηρία, στα Γκούλαγκ τα ιστορικά να σπούνε πέτρες, να γίνει και κανένα δημόσιο έργο τζάμπα.
Τα πράγματα, δυστυχώς, είναι σοβαρά και δεν σηκώνουν καλαμπούρια. Τον σκέφτομαι τον κτηνοτρόφο. Την αγωνία του. Την αγανάκτησή του. Με τον ήλιο και τη βροχή, καθημερνή και σχόλη με τα ζώα παλεύει, την οικογένεια του θέλει να ζήσει και τα παιδιά του να σπουδάσει. Όλοι και όλα εναντίον του είναι. Κι ο Θεός κι οι ανθρώποι. Οι καιρικές συνθήκες (τη μια ξηρασία και ζέστη να σκα ο ήλιος την πέτρα, την άλλη αέρηδες, χιονιάς και κατσιφάρα) αρρώστιες, μιαρά, απώλειες. Κι ότι γλιτώσει από τις αναποδιές και το ζωοκλέφτη να του το παίρνει ο χασάπης για κομμάτι ψωμί κι η γαλακτοβιομηχανία δυο ψίχουλα θα του πετάξει. Κι έχεις κι από πάνω και τον ασυνείδητο κυνηγό που για να κάνει το κέφι του δεν υπολογίζει Χριστό. Πηδά μαντρότοιχους, κόβει συρματοπλέγματα, αφήνει τα σκυλιά του λεύτερα «απ’ αρπάξει και ξεσκίσει». Βλέπει κανείς;
Κι ο κυνηγός ο σωστός (η συντριπτική πλειοψηφία) το δίκιο του έχει. Την πανάρχαια συνήθεια τ’ ανθρώπου συνεχίζει. Χόμπι και άθλημα μαζί. Πλήρωσε ένα κάρο λεφτά για όπλα, εξαρτήματα, σκυλιά. Μια ολόκληρη αλυσίδα καταστημάτων συντηρεί. Πλήρωσε και το κράτος που τον εφοδίασε μ’ ένα «βιβλιάριο θήρας», κι οργανωμένος πήρε τα βουνά. Προσεκτικός είναι. Κανέναν δεν ενοχλεί, καμιά περίφραξη δεν παραβίασε, κανενός το κοπάδι δεν πλησίασε. Κουρασμένος αλλά κι ευχαριστημένος πήρε το δρόμο της επιστροφής. Να μπει στ’ αυτοκίνητό του σχεδιάζει, να γυρίσει στο σπίτι του θέλει. Μια στροφή ακόμη, τούτη η ανηφοριά κι έφτασα, σκέφτεται. Που; Στ’ αμάξι του φυσικά. Που το βρίσκει πυροβολημένο και τα λάστιχα σκισμένα. Χρατς, χρουτς, μπαμ και κάτω. Τρελαμένος κοιτάζει δεξιά κι αριστερά να βρει κάποιον να μάθει, να ρωτήσει το γιατί, να του λύσει την απορία. Άνθρωπος πουθενά. Σ’ απόσταση μιλίων ψυχή ζώσα. Μόνο στο παρμπρίζ κολλημένο ένα χαρτάκι γράφει «απαγορέβγιετε το κινίγι». Ακούει κανείς;
Ούτε ο σωστός κτηνοτρόφος φταίει, χίλια είναι τα δίκια του, ούτε ο κυνηγός. Ποιος φταίει τότε; Κανείς. Αλήθεια σας λέω κανείς δεν φταίει. Σ’ ένα κράτος της πλάκας, σε μια κοινωνία ανευθύνων, δεν μπορεί να φταίει κανείς. Κι αν κάποιος ρομαντικός αρχίσει ν’ αναζητά αρμόδιους κι υπεύθυνους σε δουλειά θα βρεθεί χωρίς τέλος κι αποτέλεσμα. Θέλετε ένα μικρό παράδειγμα;
Κυριακή πρωί κατά τις δέκα, τρεις του Δεκέμβρη. Ελαφριά συννεφιά κι άπνοια. Η θάλασσα ήρεμη κι η θερμοκρασία σε πάνω από τα συνηθισμένα για την εποχή επίπεδα. Δεν έχω δουλειά και λέω να κάνω μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο. Στ’ Αστέρι του Δήμου Αρκαδίου σκέφτομαι να πάω, που έχω ένα μικρό κτήμα μ’ ελιές. Να μαζέψω αγριόχορτα και να περάσει λίγο η ώρα. Παράλογο; Μάλλον όχι για τους πολλούς. Σίγουρα ναι όμως για κάποιον ή κάποιους κι αυτό γιατί πριν φτάσω στο χωράφι βρίσκω τον δρόμο κλειστό. Ναι καλά διαβάσατε. Ο δρόμος ο κοινοτικός που λέμε, είναι κλειστός. Κάποιος έχει φροντίσει γι’ αυτό. Μια μπετονόβεργα καρφωμένη στη μιαν άκρη του δρόμου, άλλη μια στην άλλη κι ένα πλέγμα κάθετο έχει κόψει το δρόμο. Κοντοστέκομαι αμήχανος. Λύνω το σύρμα και περνώ από την άλλη μεριά. Το ξανασκέφτομαι, λες να βρω τον μπελά μου; λέω μέσα μου, μπαίνω στ’ αυτοκίνητο και φεύγω. Μια τρελή ιδέα μου περνά από το μυαλό. Εκεί, πάνω από το Μπαλί, στη Βλυχάδα του Δήμου Γεροποτάμου έχω άλλο ένα χωραφάκι μ’ ελιές. Περιφραγμένο είναι, με πόρτα και λουκέτο, θα πάω εκεί. Σοβαρά; Το σκέφτηκα καλά; Μάλλον όχι. Διακόσια μέτρα πριν ο δρόμος είναι κομμένος. Σκηνικό το ίδιο, μόνο που εδώ πάνω στο πλέγμα δεμένο ένα κομμάτι από χαρτόκουτα γράφει «ΦΩΛΕΣ». Άοπλος είμαι, σκύλο δεν κουβαλώ μαζί μου, τι έχω να φοβηθώ; Αποφασιστικά λύνω το σύρμα, παραμερίζω το πλέγμα, το στερεώνω ξανά και δρόμο δρόμο φτάνω στο χωράφι μου. Η αλυσίδα κομμένη κρέμεται στο πλάι με το λουκέτο μαζί. Η πόρτα σπασμένη κι ένα πλέγμα μου κλείνει την είσοδο. Τα καταφέρνω και μπαίνω. Κάτι κουδούνια με παραξενεύουν στην αρχή μέχρι να συνειδητοποιήσω πως κάποιος είχε σκεφτεί πριν από μένα για μένα κι είχε μετατρέψει το περιφραγμένο χωράφι με τις ελιές σε καλά φυλαγμένο χώρο για το κοπάδι με τις κατσίκες του. Στο μυαλό μου οι εικόνες τρέχουν με ταχύτητα. «Τρόμαξα τα ζώα; Μπαμ και κάτω». Τρομάζω, το βάζω στα πόδια, τρέχω. Διαβάζει κανείς;
Η ασυδοσία σ’ όλο της το μεγαλείο. Ο κτηνοτρόφος, ο καπετάνιος, με το έτσι θέλω κλείνει δρόμους, χαλά περιφράξεις, αγνοεί όλους τους άλλους, καταστρέφει. Συντεταγμένη κι ευνομούμενη πολιτεία εσένα ρωτώ. Σε ποιόν ν’ απευθυνθώ; Στους δημάρχους που μόλις ψηφίσαμε; Στον κύριο πρόεδρο που αποφάσισε μόνος του αύξηση του μισθού του κατά 65%; Στους «πραίτωρες ουρμπάνις» του κυρίου Πολύδωρα ή σε σένα ταλαιπωρημένε και κυνηγημένε συμπολίτη; Θ’ ακούσει κανείς; Θα διαβάσει κανείς; Θ’ αποφασίσει κανείς να δει τι γίνεται γύρω του; Νόμοι «γράμμα κενόν». Αρχές κι εξουσίες κοιμούνται. Μην τις ενοχλήσετε. Κι εμείς οι ίδιοι «σιγά το πράμα» λέμε μέχρι το επόμενο μπαμ.

Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2006

"ΕΣΥ, ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕΣ ΑΚΟΜΗ;"

Όχι. Το παλεύω όπως μπορώ. Πες από βίτσιο, πες από κεκτημένη ταχύτητα, επιμένω να ζω. Η γάτα η εφτάψυχη, ο βρικόλακας, ο δράκουλας των Βαλκανίων, της Ενωμένης Ευρώπης ολόκληρης κι ακόμα παραπέρα, επιμένω να ζω.
Τριάντα τρία χρόνια μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τριάντα δύο μετά την παλινόρθωση της δημοκρατίας, πεισματικά επιμένω να ζω. Με δέρνουν, με κλωτσάνε, με πατάνε κάτω κι εγώ υποκρίνομαι πως ζω.
Ψωμί ζητούσαμε, Παιδεία κι Ελευθερία. Αλλά το ψωμί λιγόστεψε από τότε, η ελευθερία προς την ασυδοσία φέρνει κι η Παιδεία, σε πείσμα όλων, το παλεύει ακόμη.
Υπέρ του ασύλου είμαι. Όποιος δεν παρακολούθησε μαθήματα με τις «αύρες» στα προαύλια των σχολών, τους εσατζήδες στ’ αμφιθέατρα και τον Κυβερνητικό Επίτροπο να διαφεντεύει την κάθε σχολή, ίσως και να μην καταλαβαίνει τι θέλω να πω. Υπέρ αυτού του ασύλου είμαι. Του ασύλου στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών, στην έρευνα, στη μόρφωση κι όχι σ’ αυτό που παρέχεται στους διάφορους «αναρχοαυτόνομους», «γνωστούς άγνωστους», τους τραμπούκους και τους κουκουλοφόρους, που σε πρώτη ευκαιρία οχυρώνονται πίσω απ’ αυτό κι ανενόχλητοι βιάζουν, καταστρέφουν, καίνε. Ποτέ μου δεν τους κατάλαβα τους υπερασπιστές αυτού του ασύλου. Κάτι σε «ηθικούς αυτουργούς» των εκτρόπων με παραπέμπουν. Κι αναρωτιέμαι: είναι ποτέ δυνατόν διακόσοι τρακόσοι ταραξίες να καταλύουν το κράτος; Σπασμένα γραφεία, λεηλατημένα μαγαζιά, καμένα αυτοκίνητα. Φωτιές στην Πατησίων, την Ομόνοια, τους γύρω δρόμους. Πεδίο μάχης τα Εξάρχεια. «Εσύ, δεν πέθανες ακόμη;»
Όχι. Επιμένω να ζω. Με προστατεύει η αστυνομία. «Οι Πραίτωρες ουρμπάνις» του κυρίου Πολύδωρα. Τα στρατιωτάκια τ’ ακούνητα. Υπέρ του αστυνομικού του μεροκαματιάρη, είμαι. Που δεν τον αφήνουν να κάνει τη δουλειά του. Να διαφυλάξει την τάξη. Να προστατέψει τη ζωή και την περιουσία του κόσμου του φιλήσυχου. Που του λένε να μην επεμβαίνει για να βλέπει ο κόσμος τα αίσχη και ν’ αγανακτεί και να μπορούν μετά με την ησυχία τους να περνούνε τρομονόμους και ν’ απλώνουν κάμερες στους δρόμους. Αλήθεια, το «Ζέπελιν» τι το κάνανε; Μου ’λειψε, τ’ αναζήτησα, σε στερητικό σύνδρομο θα με βγάλει. Κι ο αστυνομικός χαμένος είναι. Πιόνι αισθάνεται αδύναμο. Αν χτυπήσει τον μπελά του θα βρει. Αν δεν χτυπήσει το ίδιο. Κι ο πολιτικάντης ο πονηρός κι ο δημοσιογράφος ο έξυπνος σ’ αυτόν θα ρίχνει τα βάρη και τις ευθύνες ύστερα.
Υπέρ του αστυνομικού του εργαζόμενου είμαι. Του οικογενειάρχη. Του εγγυητή της ασφάλειας και της τάξης κι όχι αυτού που δέρνει αλύπητα περαστικούς φοιτητές. Του παλικαρά που κλωτσά τον δεμένο και πεσμένο στο έδαφος νεαρό. «Εσύ, δεν πέθανες ακόμη;» Όχι, κρατιέμαι.
Κρατιέμαι για να μην βγω στον δρόμο φωνάζοντας «ΕΣΑ, Ες Ες, βασανιστές» και «τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε» και να πετώ μολότοφ ανεξέλεγκτα προς κάθε κατεύθυνση.
Οι εκλογές πέρασαν. Εκλογές έρχονται. Θ’ ακούσομε πάλι τους μεγαλόσχημους να υπερασπίζονται το έργο τους και τους άλλους να μας πλασάρουν κούφια οράματα και πλαστικές ιδέες. Να υποτιμούν τη νοημοσύνη μας, να μας βαυκαλίζουν και να μας φανατίζουν.
Μεγάλη συζήτηση, ατέλειωτη, γίνεται αυτές τις μέρες για το αν θα επιτραπεί ή όχι η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Με τους «προοδευτικούς» να τ’ απορρίπτουν μετά βδελυγμίας. Οι ίδιοι είναι που επιχειρηματολογούν κι οργίζονται κι απειλούν για να μην αλλάξει τίποτα στην Παιδεία. Συμφωνώ μαζί τους. Τίποτα μην αλλάξει. Αφήστε τα έτσι. Με τους αιώνιους φοιτητές, τους φοιτητοπατέρες, τις κομματικές νεολαίες, τη συναλλαγή και τα παραμάγαζα. Η Παιδεία νοσεί. Η γενναία χρηματοδότηση είναι το πρώτο φάρμακο. Κι η αναμόρφωση κι η οργάνωση κι ο εξορθολογισμός των προγραμμάτων. Η Παιδεία χόρτασε από προγράμματα και μεσοβέζικες λύσεις. Από «μεταρρυθμίσεις» που εξαγγέλλονται και μένουν στα συρτάρια για τον φόβο του πολιτικού κόστους. Γενναιότητα χρειάζεται και λογική κοινή που δεν υποκύπτει σε πιέσεις, εκβιασμούς και μικροσυμφέροντα.
Τα ιδιωτικά σχολεία είναι παντού. Από δημοτικά μέχρι λύκεια. Δεν κατάλαβα πού κάνουν κακό. Κι αφού δεν κάνουν ζημιά αυτά γιατί να κάνουν τα πανεπιστήμια; Προσχηματικά είναι τα επιχειρήματά σας, κύριοι, κι υποκριτικά που αναγκάζουν τον κόσμο να παίρνει των ομματιών του και να στέλνει τα παιδιά του σ’ Αγγλίες και Βουλγαρίες.
«Εσύ, δεν πέθανες ακόμη;» γράφουν «ΤΑ ΝΕΑ» πως ρώτησε αστυνομικός τον χτυπημένο Κύπριο φοιτητή μέσα στ’ ασθενοφόρο. Εμένα νιώθω πως την έκανε την ερώτηση κι απαντώ. Επιμένω να ζω κι οργίζομαι κι αγανακτώ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

Την απόφασή σου σέβομαι, κ.Πρόεδρε,

υποχρεωτικά. Αναγκασμένος είμαι να το κάνω. Έτσι μου μάθανε πως λεν οι νόμοι κι οι προφήτες. Πρέπει να σέβομαι, λένε, τις αποφάσεις ακόμη κι αν αυτές είναι παράλογες και προκλητικές. Αλλά εδώ, κ. Πρόεδρε, ευγνωμοσύνη σου χρωστώ. Εγώ, ο βαρύτατα φορολογούμενος ελεύθερος επαγγελματίας, σ’ ευγνωμονώ γιατί αποφάσισες αύξηση του μισθού σου μόνο κατά 61,3%. Αυτοσυγκράτηση έδειξες και δεν τις διπλασίασες ας πούμε όπως με απόφαση σου πάλι είχες κάνει το 1998.
Διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (250.240,87) επιδίκασες σαν αναδρομικά πενταετίας σε δικαστική λειτουργό, γράφουν οι εφημερίδες κι ακολουθούν άλλες 2.500. Δυόμιση χιλιάδες επί διακόσιες πενήντα χιλιάδες μας κάνουν εξακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια ευρώ. Με μια απόφαση. Τόσο απλά. “Ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά”, χωρίς να είσαι υποχρεωμένος να βγεις στους δρόμους και να τρως κατά πρόσωπο τα χημικά και να συγκρούεσαι σαν δάσκαλος με τα ΜΑΤ. “ Δεν συνάδει με το λειτούργημα σου”, το κατανοώ αυτό, γι’ αυτό και σ’ ευγνωμονώ.
Την απόφασή σου σέβομαι, κ. Πρόεδρε,
αλλά χθες άκουσα στην τηλεόραση τον πρόεδρο των δασκάλων να λέει πως ακόμη δεν μπορούν να λειτουργήσουν κανονικά τα σχολεία γιατί χρειάζονται 1.100 δάσκαλοι. Και κάνω το λογαριασμό 1.100 Χ 20.000 που κοστίζει ο δάσκαλος το χρόνο μας κάνει είκοσι δύο εκατομμύρια. Κι είναι πολλά. Δεν τα έχει ο Υπουργός Οικονομίας να τα δώσει και μένουν τα σχολεία με τα κενά. Κι εσύ επιδίκασες για πάρτη σου εξακόσια είκοσι πέντε έτσι με την πρώτη. Με το χέρι στην καρδιά. Μόνο για αναδρομικά. Αποφάσισε το Μισθοδικείο θα μου αντιτείνεις που δεν απαρτίζεται μόνο από δικαστικούς. Δίκιο έχεις. Τρεις δικαστικοί μετέχουν, τρεις δικηγόροι και τρεις πανεπιστημιακοί. Μόνο που από σύμπτωση οι δικαστικοί ψήφισαν υπέρ κι οι δικηγόροι (πόσο ελεύθερα άραγε αυτοί;) ενώ οι πανεπιστημιακοί, προς τιμήν τους, μειοψήφισαν.
Την απόφασή σου σέβομαι, κ. Πρόεδρε,
αλλά την ίδια ώρα που επιδίκαζες αυξήσεις μαμούθ για πάρτη σου και μάλιστα με τόκο 10%, για τον άλλο κόσμο, τους πληβείους, αποφάσιζες 6%. Δίκιο έχεις. Πρέπει να υπερέχεις και σ’ αυτό. Για ν’ αφήσω κατά μέρος τους συμβασιούχους που ακόμη κι αυτοί που είχαν δικαιωθεί στα δικαστήρια είδαν το Ελεγκτικό Συνέδριο ν’ ακυρώνει δικαστικές αποφάσεις που τους δικαίωναν. Το λάθος τους είναι πως είναι φτωχοί βιοπαλαιστές. Μικροί κι αδύνατοι. Τρεις χιλιάδες τριακόσια σαράντα οκτώ ευρώ μηνιαία αύξηση αποφάσισες για πάρτη σου. Αυτά είναι λίγα μπροστά στα εκατόν είκοσι έξι ευρώ που διεκδικούσαν οι δάσκαλοι ή τα εκατό σαράντα των αστυνομικών που έφερε στα πρόθυρα της παραίτησης τον κ. Πολύδωρα. Σωστά έπραξες. Ο δικαστής πρέπει να χρυσοπληρώνεται για να μπορεί απερίσπαστος ν’ ασκεί το λειτούργημά του. Μην μοιάσουμε εκείνης της χώρας, της τριτοκοσμικής, Ελλαδιστάν
τη λένε ή κάπως έτσι, που δεν πλήρωνε τους δικαστές κι αυτοί αναγκαστικά σχημάτισαν παραδικαστικά κυκλώματα.
Την απόφασή σου σέβομαι, κ. Πρόεδρε,
αλλά το επίδομα ανεργίας είναι 350 ευρώ το μήνα κι η αγροτική σύνταξη 300. Χιλιάδες συνταξιούχοι προσπαθούν να ζήσουν με 500 και 600 ευρώ το μήνα κι οι ανάγκες στα νοσοκομεία είναι τεράστιες, την ίδια ώρα που εσύ επιδίκασες για τον εαυτό σου αυξήσεις ασύλληπτα μεγάλες. “Απού μπορεί κι απάνω ντου” που λένε στο χωριό μου. Ίσως και να γελάστηκες, βέβαια, και να νόμιζες πως ξαφνικά η Ελλαδίτσα άρχισε να παράγει χρυσό και διαμάντια. Έπεσες έξω, όμως. Χαχόλους παράγει και μουζίκους. Κράτος της πλάκας είναι που γκρεμίζει τον ένα θεσμό πίσω από τον άλλο. Κι όπως η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει να φαίνεται τιμία πρέπει κι η δικαιοσύνη να αποδεικνύει πως εκτός από τυφλή δεν είναι και φιλάργυρη.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

Τον αγώνα σου τιμώ, δάσκαλε...

Δάσκαλε, καθ’ όλα συμπαθή κι αγαπητέ, τον αγώνα σου τιμώ και τον καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω τις δυσκολίες σου τις οικονομικές, τις αντίξοες συνθήκες υπό τις οποίες καλείσαι ν’ ασκήσεις το λειτούργημα σου, την αγωνία σου για το μέλλον, αλλά…
Την αγανάκτηση σου κατανοώ απέναντι σε μια κοινωνία της πλάκας για την οποία όλοι μας είμαστε υπεύθυνοι και την οποία εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε κι εμείς ανεχόμαστε.
Το πείσμα σου απέναντι σε μια κυβέρνηση της πλάκας, που όμως εμείς εκλέξαμε, που όλα προσπαθεί να τα παραποιήσει, να τα εξωραΐσει κι εσένα ταπεινωμένο στις αίθουσες τις σχολικές να σε γυρίσει. Που στο πρόσωπο σου δεν βλέπει τον λειτουργό που πάνω στο πρόβλημα του πρέπει να σκύψει, αλλά τον προπομπό κι άλλων κινητοποιήσεων που πρέπει να συντρίψει, αλλά…, κάπου φταις κι εσύ.
Περίμενες ν’ ανοίξουν τα σχολειά, Σεπτέμβρη μήνα, κι είπες τότε τη μεγάλη λέξη ‘ ΑΠΕΡΓΙΑ’ και κλείσαν τα σχολειά και τέλειωσε ο Οκτώβρης κι είναι ακόμη κλειστά.
Η κυβέρνηση της πλάκας αμετακίνητη στις θέσεις της κι ατάραχη σαν Βούδας κι αντιπολίτευση, της πλάκας κι αυτή, να υιοθετεί άκριτα τα όποια αιτήματα δίκαια και παράλογα με σκέψη κι έγνοια μόνο μια, πως θα γίνει πιο γρήγορα χαλίφης στη θέση του χαλίφη και να κάνει τα ίδια και χειρότερα. Ίδιες πολιτικές, ίδιες πρακτικές. Κι εμείς; Η κοινωνία; Τα παιδιά; Ποιος νοιάζεται θα μου πεις γι’ αυτά. Πείσμα στο πείσμα, φωτιά στη φωτιά.
Δάσκαλε, καθ’ όλα συμπαθή κι αγαπητέ, τον αγώνα σου τιμώ, αλλά…
Τα σχολεία είναι κλειστά. Την αδιαλλαξία τη δική σου και της κυβέρνησης την προλάβαν τα παιδιά. Στον κόσμο της πλάκας που μεγαλώνουν, πλάκα κάνουν κι αυτά. Άλλωστε ποιος θα νοιαστεί γι’ αυτά. Ο γονιός που τον έφαγε το άγχος και τρέχει ολημερίς ή οι κυβερνήσεις που η μόνη τους φιλοσοφία κι ο καημός είναι ο χρόνος να κυλά. Και γίναν τα παιδιά ίδια με μας. Πλάκα στην πλάκα, χαβαλέ στο χαβαλέ. Έγνοια τους μόνη το μοντέλο του κινητού, τα μπαράκια, τα internet καφέ.
Κι από δουλειά; Τα σχολεία κλειστά. Έτσι για πλάκα. Κι εκεί τι γίνεται; Αιτήματα κι αγώνας; Μπααα. Χαβαλέ, πειράγματα, και κάπου κάπου κανένας βιασμός, ναρκωτικά.
Καμένα τα σχολειά. Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν σαν το λίβα που καίει τα σπαρτά. “Πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερειμένοι”. Κεραμιδαριό. Σαν τα ντουβάρια που θα αποδώσουμε στην κοινωνία. Άξεστα κι αγράμματα. Κι ο δάσκαλος που είναι;
Στην παρέλαση διαδηλώνει, την παρέλαση χαλά. Μας φταίξαν κι αυτές τώρα. Οι παρελάσεις να καταργηθούν ωρύονται κάποιοι ψευτοκουλτουριάρηδες και ψευτοπροοδευτικοί. Μαζί τους κι εγώ. Απόλυτα μαζί τους συμφωνώ. Γκρεμίστε τα όλα. Στάχτη και μπούρμπερη, τίποτα μην απομείνει.
Δάσκαλε, καθ’ όλα συμπαθή κι αγαπητέ, τον αγώνα σου τιμώ, αλλά σε θέλω και μπροστάρη στη μόρφωση του παιδιού. Να μάθει Ελληνικά, Ιστορία και Γεωγραφία κι ήθος ν’ αποκτήσει αν δεν ζητώ πολλά.