Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2010

Απελπισία

Έγραφα προ ημερών για την τρομοκρατία των ισχυρών. Αυτών που εκμεταλλεύονται τη θέση τους ή τα όποια προνόμια τούς έχει παραχωρήσει η Πολιτεία, εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Και για να μην παρεξηγηθώ μπαίνω κατευθείαν στο θέμα. Δικαίωμα αναφαίρετο είναι η απεργία. Θεμιτό και μάλιστα συνταγματικά κατοχυρωμένο. Ιερός και καθόλα σεβαστός ο αγώνας για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και ακόμη περισσότερο για την ικανοποίηση οικονομικών και μη αιτημάτων. Μέχρι εκεί όμως. Μέχρι του σημείου όπου ο αγώνας του ενός δεν θα οδηγεί στην απόγνωση τον άλλο.

Εδώ και αρκετά χρόνια όμως έχει κόψει η μαγιά. Ο καθένας κάνει του κεφαλιού του χωρίς να υπολογίζει τον άλλο. Αρκεί να μπορεί να το κάνει. Φτάνει να αισθάνεται ισχυρός για κάτι τέτοιο. Και δυστυχώς, με το κράτος να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου, όλο και περισσότεροι αισθάνονται ισχυροί. Οι αγρότες, για παράδειγμα, που κάθε τρεις και λίγο κλείνουν τους δρόμους και κόβουν την Ελλάδα στα δύο ή τα τρία. Οι ΔΕΗτζήδες που κατεβάζουν τους διακόπτες και βυθίζουν τη χώρα στο σκοτάδι. Ακόμη και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού που κλείνουν μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, όπως και οι εκπαιδευτικοί που κατεβάζουν τα μολύβια και αφήνουν στη μέση τη διόρθωση των γραπτών των μαθητών, κρατώντας σε ιδιότυπη ομηρία παιδιά και γονείς.

Περνάμε δύσκολες ώρες. Όλοι ανεξαιρέτως. Η οικονομία, που παρά τα εξοντωτικά μέτρα, δεν είναι σίγουρο πως θα τα καταφέρει στο τέλος. Μισθωτοί και λοιποί εργαζόμενοι που βλέπουν τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται επικίνδυνα, τις συντάξεις τους να εξαϋλώνονται από τη μια και να γίνονται άπιαστο όνειρο από την άλλη, έμποροι και υπόλοιποι ελεύθεροι επαγγελματίες που βλέπουν μόνο μαυρίλα.

Πάει το γέλιο, χάθηκε από τα χείλη, και το κέφι αντικατέστησε το στρες, το άγχος και η αβεβαιότητα. Κατεβάσαμε όλοι τα κεφάλια, παραζαλιστήκαμε, κόπηκαν με το μαχαίρι τα καλαμπούρια και οι συζητήσεις περί τούτων και των άλλων και κλειστήκαμε στο καβούκι μας. Το μουντό αντικατέστησε το φωτεινό. Στους δρόμους δεν περπατούν πια άνθρωποι χαρωποί και στην ερώτηση «τι κάνεις;» η συνηθισμένη απάντηση είναι «το παλεύω». Από όσους μπορούν και το παλεύουν ακόμη. Στα μαγαζιά η κίνηση είναι ελάχιστη, οι τσέπες άδειες και οι υποχρεώσεις τρέχουν. Διάβασα κάπου πως αυξήθηκαν κατακόρυφα οι ψυχικές ασθένειες και όλο και περισσότεροι, λέει, τώρα τελευταία επισκέπτονται τους ψυχολόγους.

Την ίδια ώρα οι δείκτες δεν δείχνουν σημάδια ανάκαμψης και τα σύννεφα πυκνώνουν, αφού ακόμη και η εκταμίευση της τρίτης δόσης του δανείου βρίσκεται στον αέρα. Τα έσοδα βρέθηκαν εκτός στόχου στο πεντάμηνο, ξέφυγαν οι δαπάνες ταμείων και νοσοκομείων και όλα δείχνουν πως πάμε για νέο πακέτο μέτρων το φθινόπωρο. Μέτρα που ωστόσο δεν αποδίδουν, γιατί όσο μικραίνει η αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, τόσο πέφτει και η κατανάλωση. Παράδειγμα τα τσιγάρα, που ύστερα από τις απανωτές αυξήσεις και τα μέτρα κατά του καπνίσματος, δημιούργησαν μια μαύρη τρύπα 1 δις ευρώ που απειλεί να τινάξει στον αέρα τον προϋπολογισμό.

Οι μόνοι που δεν καταλαβαίνουν Χριστό είναι οι παλικαράδες του ΠΑΜΕ. Ο ιδιωτικός, μισθοφορικός, στρατός της Παπαρήγα που κάνει κουμάντο στο λιμάνι του Πειραιά και δεν νοιάζεται για τη ζημιά που προκαλεί στον τουρισμό, το εμπόριο και τους χιλιάδες συμπατριώτες μας που θέλουν να ταξιδέψουν. «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», δεν κουράζονται να φωνάζουν και γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους κοινωνία, νόμους και δικαστικές αποφάσεις, κάνοντας επίδειξη μιας προκλητικής, βάρβαρης δύναμης και τεστάροντας τις αντοχές και την ανεκτικότητα της Πολιτείας. Δηλώνουν με αυθάδεια πως δεν αναγνωρίζουν το Σύνταγμα, πως δεν τους δεσμεύουν οι νόμοι και δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για τον πόνο και την αγωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Όλες αυτές οι δραστηριότητες εντάσσονται στο γενικότερο σχέδιό τους, που αποσκοπεί στη διάλυση κάθε μορφής οικονομίας και στην αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού. Άλλωστε στον Πειραιά τα έχουν καταφέρει εν μέρει. Ήδη οδήγησαν σε μαρασμό τόσο την ευρύτερη περιοχή, όσο και τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος, όπου η κατάσταση είναι πέρα για πέρα απελπιστική.

Μάχονται το κεφάλαιο, θα μου πεις. Μα το κεφάλαιο, φίλε μου, και τρόπους έχει να διασφαλίσει τα συμφέροντά του και τα μέσα διαθέτει προς τούτο. Δεν θέλεις την κρουαζιέρα εσύ; Δεν χάλασε ο κόσμος. Θα πάει παραπέρα. Στα λιμάνια της Γένοβας, της Μασσαλίας, της Βαρκελώνης, της Πάλμα ντε Μαγιόρκα, της Βενετίας, της Σανόνα και της Μάλτας. Βάζει το συνδικάτο τους δικούς του κανόνες στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη; Στέλνει τα σκάφη του αυτό στην Τουρκία, όπου λειτουργούν περίπου 100 οργανωμένα ναυπηγεία. Θαυμάστε τα αποτελέσματα των αγώνων τους. Εκεί που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έφταναν για επισκευή κάπου 30 πλοία τον μήνα, δίνοντας ζωή σε επιχειρήσεις και ψωμί σε οικογένειες, σήμερα το αντίστοιχο διάστημα ούτε 2 πλοία δεν πλησιάζουν.

Και η κυβέρνηση, θα με ρωτήσετε; Αυτή τι κάνει; Να σας απαντήσω ευχαρίστως. Κλαψουρίζει και παρακολουθεί εκ του μακρόθεν την κατεδάφιση της όποιας αξιοπιστίας έχει απομείνει σε αυτή τη ρημαδοχώρα. Οι υπουργοί της, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μένουν μόνοι να υπερασπιστούν τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να κάνουν και στη χειρότερη σφυρίζουν κλέφτικα, αλληλοϋποβλέπονται και τα συντροφικά μαχαιρώματα πάνε σύννεφο. Ακόμη και βουλευτές του ΠΑΣΟΚ βγήκαν στο μεϊντάνι, αρνούμενοι να στηρίξουν τα μέτρα που αναγκάστηκε, λόγω μνημονίου, να πάρει η κυβέρνηση. Αυτοί πάλι τι να επιδιώκουν, άραγε; Να πτωχεύσουμε μια ώρα αρχίτερα, ή να οδηγηθεί ο τόπος σε νέες περιπέτειες;

Δυστυχώς δεν είναι ώρα για φιλοσοφίες, ιδεολογήματα και ευαισθησίες. Ο λαός υποφέρει και πρέπει να ξαναβρεί το συντομότερο δυνατό τον βηματισμό του. Άλλη λύση δεν υπάρχει μιας και το μάννα εξ ουρανού, εξ όσων γνωρίζω τουλάχιστον, έπεσε μία και μοναδική φορά στην ιστορία. Έκτοτε…πάπαλα! Τα μαγικά πάλι δεν πιάνουν και άλλες εναλλακτικές προτάσεις δεν υπάρχουν. Ούτε από αριστερά ούτε από δεξιά. Το ΚΚΕ επιδιώκει και εύχεται να πτωχεύσει η χώρα, μήπως, μέσα από τον γενικό χαλασμό, κερδίσει κάτι και ο Σαμαράς που μάχεται το μνημόνιο, δηλώνει σε όλους τους τόνους πως θα το τηρήσει και θα τιμήσει την υπογραφή της χώρας.

Άρα; Άρα δεν μένει τίποτα άλλο από το να ανασκουμπωθούμε. Να πούμε μπόρα είναι και θα περάσει, να σφίξουμε για άλλη μια φορά το ζωνάρι και να αλλάξουμε τρόπο ζωής, αφού, όπως όλοι παραδεχόμαστε, το είχαμε παραξηλώσει. Τη μεγαλύτερη ευθύνη ωστόσο την έχει η κυβέρνηση, που πρέπει να ανασυγκροτηθεί το συντομότερο. Να τακτοποιήσει τα του οίκου της και να επιταχύνει το έργο της, μπας και δούμε κάποτε Θεού πρόσωπο.

Το τελευταίο μού ακούγεται σαν ευχολόγιο, αλλά, όταν εννιά μήνες μετά τις εκλογές δεν έχει στελεχώσει τον κρατικό μηχανισμό, τι άλλο να πω;

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2010

H τρομοκρατία των ισχυρών

Την πατήσαμε, φίλοι μου! Πολλώ λογιώ, που λένε. Μέχρι να ανοιγοκλείσουμε τα μάτια μας, μέχρι να το καλοκαταλάβουμε, βρεθήκαμε κάτω από τριπλή επιτήρηση και με τη θηλιά του ΔΝΤ στον λαιμό. Θα με ρωτήσεις τώρα, και με το δίκιο σου, θα μπορούσαμε να αποφύγουμε κάτι τέτοιο; Εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, με βεβαιότητα όχι. Να κερδίσουμε λίγο χρόνο, εξακολουθώντας να τροφοδοτούμε με ψεύτικα στοιχεία τους κουτόφραγκους, ίσως ναι. Για πόσο όμως; Ίσως ελάχιστα, ίσως καθόλου, αφού και ο πιο άσχετος με τα οικονομικά γνώριζε πως η χώρα είχε φτάσει στο μη περαιτέρω και οι αγορές όχι μόνο μας έκοψαν τα δανεικά, αλλά μας πήραν το κατόπι.

Ρεμούλες παντού, κλεψιές, σκάνδαλα κάθε είδους και μεγέθους και ανίκανοι, διεφθαρμένοι πολιτικοί, οδήγησαν σε πλήρη διάλυση το κράτος που, καταχρεωμένο και ανυπόληπτο, έπνεε τα λοίσθια. Μετά, με τις πρώτες αποκαλύψεις, μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Πέσαμε από τα σύννεφα, όπως συνηθίζεται να λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Υπεύθυνοι είμαστε όλοι, αφού η διάβρωση ήταν οριζόντια. Διαστρωματική και σε όλες τις κοινωνικές διαβαθμίσεις. Από τον απλό ψηφοφόρο που επέλεγε τον πολιτικό εκείνο που θα του έκανε το ρουσφέτι ή θα καθάριζε για πάρτη του, μέχρι εκείνον που φρόντιζε να κάνει τις δουλειές του όμορφα και αθόρυβα με το φακελάκι στο χέρι και τον αδιάφορο που είχε για μόνιμη επωδό το «ωχ, καημένε, όλοι ίδιοι είναι» ή «εγώ θα σιάξω το κράτος;». Από τον αργυρώνητο πολιτικό που έπαιρνε μίζες ή λάμβανε χορηγίες (μη μου πείτε πως δεν σας αρέσει η έκφραση;) υπογράφοντας αμαρτωλές συμβάσεις, μέχρι τον επίορκο κρατικό λειτουργό, που για να εκτελέσει στοιχειωδώς τα καθήκοντά του, απαιτούσε το κατιτίς ή τον ασυνείδητο γιατρό που εκμεταλλευόταν τους πάντες και τα πάντα και τον απλό επαγγελματία που απόφευγε να δηλώνει τα πραγματικά του εισοδήματα για να μην αισθάνεται κορόιδο.

Κάποτε όμως τα ψέματα αποκαλύπτονται και το πάρτι αναγκαστικά παίρνει τέλος. Έτσι έφτασε η ώρα να κάνουμε ταμείο. Δεν είμαι σίγουρος αν η κυβέρνηση είχε άλλη δυνατότητα επιλογής, αν καθυστέρησε να λάβει μέτρα και πόσο, ή αν ολιγώρησε φοβούμενη το πολιτικό κόστος. Ωστόσο δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός πως δεν της άφησαν καθόλου χρόνο. Με το καλημέρα έπεσαν όλοι πάνω της και, υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ πως της ήταν αδύνατο να εκτιμήσει το μέγεθος του χάους που παρέλαβε. Να σκεφτείς μόνο πως έχουν περάσει εννιά μήνες από τότε που ανέλαβε και δεν είναι ακόμη σε θέση να υπολογίσει με ακρίβεια τον αριθμό των υπαλλήλων που μισθοδοτεί και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζει πού υπηρετούν αρκετοί από αυτούς και τι δουλειά κάνουν. Ύστερα είναι και το άλλο. Συνειδητοποιώντας, έστω και αργά, το μέγεθος του προβλήματος, φοβήθηκε τα χειρότερα κι ας μην τολμά να το ομολογήσει. Σίγουρα πάντως την πανικόβαλε η πιθανότητα χρεοκοπίας της χώρας, η φτώχεια και η εξαθλίωση που θα ακολουθούσε, όπως και το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης.

Η αλήθεια είναι πως έτρεξε. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός ταξίδεψε παντού. Χτύπησε πόρτες, επιχειρηματολόγησε, ζήτησε στήριξη, που δεν τη βρήκε πάντα, εντέλει κατάφερε και διαφοροποίησε κάπως το αρχικά άκρως αρνητικό κλίμα. Μπορεί η λύση που βρέθηκε να μην είναι η καλύτερη, αλλά οπωσδήποτε τα 110 δις του Μηχανισμού Στήριξης ήταν μια κάποια λύση, γιατί εκτός των άλλων έδινε μια παράταση, ένα κάποιο χρονικό περιθώριο, προκειμένου να αλλάξουν όλα. Όλα όμως. Από δομές και ουσιαστική αναδιάρθρωση του κράτους μέχρι παγιωμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις. Αυτό το καταλάβαμε έγκαιρα και υπήρξε η μέγιστη δυνατή αποδοχή, σε επίπεδο θεωρίας τουλάχιστον. Γιατί μόλις τα μέτρα άρχισαν να πέφτουν σαν χαλάζι, ήρθαν και οι γκρίνιες, αφού ως γνωστόν τον Έλληνα δεν είναι να τον αγγίζεις στη τσέπη.

Πάρθηκαν όντως μέτρα σκληρά. Επί δικαίων και αδίκων. Νέοι φόροι, αύξηση παλαιών, περικοπή μισθών και συντάξεων, τεκμήρια και πόθεν έσχες, σε μια προσπάθεια να ενισχυθούν τα άδεια ταμεία και να ελεγχθεί κάπως η φοροδιαφυγή και ο προκλητικός τρόπος ζωής ορισμένων, που ενώ ξόδευαν αλόγιστα, δήλωναν τουλάχιστον πένητες. Μέτρα σκληρά, που όμως ακόμη και αυτά δεν είναι αρκετά και η πιθανότητα να χρειαστεί να παρθούν και άλλα σε βάθος χρόνου παραμένει πολύ ισχυρή.

Ίσως ξενίζει αυτή η παραδοχή, αλλά πρέπει να καταλάβουμε επιτέλους πως κανένα κράτος, όπως άλλωστε και κανένα νοικοκυριό, δεν μπορεί να βγάζει 100 και να ξοδεύει μόνιμα 120 ή 130, δανειζόμενο συνεχώς. Είναι δύσκολη η κατάσταση. Εξαιρετικά δύσκολη, θα έλεγα. Το καταλαβαίνει ο καθένας από μας, όπως το αντιλαμβάνεται και η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Δεν το καταλαβαίνει όμως η Παπαρήγα, που από νωρίς ζώστηκε τα άρματα, όπως δεν το καταλαβαίνουν και κάποιοι αριστεριστές του ΣΥΡΙΖΑ και αυτό είναι αρκετό για να μπλοκάρει τα πάντα. Από τα κρουαζιερόπλοια στο λιμάνι του Πειραιά και όχι μόνο, μέχρι τα μέσα συγκοινωνίας και, εδώ είναι το τραγικό, τα γραπτά των πανελληνίων εξετάσεων.

Έχουμε συνηθίσει, δυστυχώς, να χαϊδεύουμε αυτιά και να αποκρύπτουμε αλήθειες, αναγνωρίζοντας πάντοτε το δίκαιο των εργαζόμενων. Όποιο και αν είναι αυτό, όσο παράλογο και αν ακούγεται. Είναι σωστό αυτό; Μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι; Ο καθένας το βιολί του και όπου βγει; Και ο λαός, βρε καλόπαιδα, δεν μετρά; Το κοινό συμφέρον δεν το υπολογίζει κανείς; Μόνο το δίκαιο του ισχυρού πρέπει να είναι αυτό που θα επικρατεί πάντα; Μήπως όμως έτσι δεν φτάσαμε σε αυτό το χάλι; Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να υπερθεματίσω στις αξιώσεις που προβάλει οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα. Θα επιμείνω ωστόσο σε τούτο. Όχι σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Δεν δικαιούται κανένας να κλείνει τους δρόμους, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια ή να αποκλείει τους αρχαιολογικούς χώρους. Όποιο και αν είναι το αίτημά του.

Τη στάση των βαθμολογητών την άφησα επίτηδες τελευταία γιατί χρήζει ιδιαίτερου σχολιασμού. Πάνε χρόνια από τότε που τέλειωσαν τα παιδιά μου το σχολείο. Κάπου έξι χρόνια πέρασαν από τότε που η οικογένειά μου απαλλάχτηκε από φροντιστήρια, ιδιαίτερα και πανελλήνιες και ακόμη, κάθε φορά που πλησιάζει η περίοδος των εξετάσεων, με καταλαμβάνει μια αδικαιολόγητη νευρικότητα και ένα άγχος. «Διάβασε το παιδί;» σκέφτομαι, όπως δεκάδες χιλιάδες άλλοι γονείς. «Άραγε θα τα καταφέρει; Κουράγιο, καμάρι μου, λίγες μέρες απόμειναν μόνο».

Αυτή την αγωνία, πάνω σε αυτόν τον πόνο του γονιού, βρήκαν να πατήσουν οι ανάλγητοι συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ. Οι ταγμένοι να διδάξουν γράμματα, αλλά και ήθος, στα παιδιά μας. Όλα για το χρήμα λοιπόν; Και να πεις πως είναι καμιά αναξιοπαθούσα ομάδα, να πεις πάει στα κομμάτια. Αλλά οι καθηγητές; Συγχώρησέ με, φίλε εκπαιδευτικέ, αλλά κάποιες αλήθειες πρέπει να ειπωθούν. Γνωρίζω, και από πρώτο χέρι μάλιστα, το δύσκολο έργο σου, αφού στο πρώτο μου ξεκίνημα υπηρέτησα για κάποιο διάστημα σαν ωρομίσθιος καθηγητής στα Επαγγελματικά, όπως ονομαζόταν τότε, Λύκεια. Δεν μου διαφεύγει επίσης πως η συντριπτική πλειοψηφία των καθηγητών νοιάζεται για τον μαθητή, όμως λίγο οι συνθήκες, λίγο τα κεκτημένα, ξεφύγαμε. Χωρίς να φταις εσύ, βέβαια, δεν είναι σχολείο αυτό που έχουμε σήμερα. Παρόλα αυτά, αμείβεσαι σχετικά καλά, ειδικά στις παρούσες δύσκολες εποχές, ενώ και οι συνθήκες δουλειάς σου δεν είναι δα και οι χειρότερες. Έχεις ελάχιστες ώρες διδασκαλίας τη βδομάδα και αυτές τον μισό χρόνο.

Θέλεις να τα δούμε μαζί; Μέχρι να αρχίσει η χρονιά, να μαζευτούμε, να μοιραστούν τα βιβλία, να δοθεί το πρόγραμμα, να καλυφθούν τα κενά, πάει, πέρασε ο Σεπτέμβρης. Κάποιες μέρες του Οκτώβρη και του Νοέμβρη πάνε στις παρελάσεις, άντε και καμιά κατάληψη και λίγο χαβαλές και φτάσαμε στον Δεκέμβρη που όμως, όπως και ο Γενάρης, είναι κουτσουρεμένος λόγω εορτών.

Φλεβάρη και Μάρτη πες πως πάει να γίνει κάτι, παρά τις Απόκριες, το καρναβάλι και την παρέλαση ξανά, αλλά προλαβαίνει και έρχεται ο Απρίλης με τις μυρωδιές, τις εκδρομές και το Πάσχα. Και μετά λίγες μέρες ακόμη και νάτες οι εξετάσεις και το τέλος της χρονιάς. Εντωμεταξύ έχουν μεσολαβήσει και κάμποσες Γενικές Συνελεύσεις του συλλόγου σου, πάντοτε σε εργάσιμες ημέρες και ώρες. Και ύστερα παραπονιόμαστε γιατί δεν μαθαίνουν τα παιδιά μας γράμματα.

Συγχώρησέ με ξανά. Δεν φταις εσύ. Δεν είσαι εσύ υπεύθυνος για την κατάσταση στην παιδεία, ούτε για τα κεκτημένα. Σου τα έδωσαν, τα πήρες. Αλλά τα γραπτά των παιδιών, μωρέ; Παιχνίδι με την αγωνία τόσων ανθρώπων; Έλεος!

Έμαθα κάτι ευχάριστο προχθές. Αναστείλλατε την απεργία, λέει. Συγχαρητήρια. Κι ας σας κατάγγειλε σαν πουλημένους ο ανεκδιήγητος εκπρόσωπος του ΠΑΜΕ.