Πέμπτη, Ιουλίου 23, 2009

Όφου, κοπέλι μου!


Απαρηγόρητη ήταν η μικρομάνα. Το αρχικό τρέμουλο στο κάτω αχείλι και στη φωνή έγινε ανεξέλεγκτο, το βούρκωμα δάκρυα ποταμός, και οι λυγμοί κανονικό μοιρολόι, με μόνιμη κατάληξη το «όφου, κοπέλι μου, σκεπαρνοφονεμένο μου».

Τίποτα δεν προϊδέαζε γι’ αυτή την τραγική κατάληξη. Μια συνηθισμένη μέρα, όπως όλες τις άλλες ήταν η σημερινή. Από νωρίς, αξημέρωτα ακόμη, είχε σηκωθεί. Να σιάξει τον καφέ του άντρα της, του δουλευτή, και να τον ξεπροβοδίσει. Να κουβαλήσει νερό από το Πίσω Πηγάδι, δυο ώρες έφαγε για να φέρει τρεις λαήνες όλες κι όλες, να σκουπίσει και να συγυρίσει το σπίτι. Να τινάξει σεντόνια και πατανίες και να τα αερίσει. Να μαγειρέψει κι ύστερα να βάλει αλουσά στη μεγάλη λεκανίδα και ν’ αφήσει τα βρώμικα ασπρόρουχα μέσα, να μουλιάσουν καλά, για να φύγει πιο εύκολα η λέρα που ’χε κολλήσει πάνω τους και τα ’χε κάνει κατάμαυρα.

Ατέλειωτες ήταν οι δουλειές την κάθε ημέρα, σε σημείο που να αναρωτιέται «άραγες, πού βρίσκονται τόσες;» Ούτε να τις προγραμματίσει δεν προλάβαινε καλά καλά, αφού προτού τελειώσει τη μια, άλλες δέκα έπρεπε να γίνουν. Κι όλη την ώρα να τη διακόπτει και το κλάμα του μωρού που τη μια πεινούσε και την άλλη γκρίνιαζε γιατί ’τανε χεσμένο. Αλλά τότε η Μαριγώ τα παρατούσε όλα στη μέση κι έτρεχε να το παρηγορήσει σιγοτραγουδώντας. Τον καμάρωνε τον μοναχογιό της, τον κανακάρη της. Μόλις που είχε κλείσει τους πέντε μήνες κι έμπαινε στους έξι. Ζωηρό παιδί, γερό, ροδομάγουλο, με ολοστρόγγυλο πρόσωπο, προγούλια, αθιάρμηστά του, κι οι κοιλιές του και τα μπουτάκια του σχημάτιζαν δίπλες από το πάχος. Και να δεις που μόλις είχε αρχίσει, ο μπερμπάτης, να της κάνει χαρές και κόλπα με τα χεράκια του.

Λίγη ώρα να της έμενε λεύτερη μ’ αυτόν ασχολιόταν. Τον έπαιζε, τον παίνευε κι η καρδιά της άνοιγε διάπλατα ωσάν την παπαρούνα. Το ίδιο έκανε και τούτο τ’ απόγευμα. Τον άλλαξε, τον έπλυνε, του ’βαλε ανθόνερο στα μαλλάκια για να μοσχομυρίζει, τον πήρε αγκαλιά κι ολόχαρη τον απόθεσε στο ντιβάνι, στην παραστιά δίπλα. Όλη η κούραση της μέρας, εκείνη την ώρα τής βγήκε. Ευτυχώς που από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν η μάνα της να της κρατήσει λίγη συντροφιά, να βράσουν έναν καφέ και να τα πούνε λιγάκι σαν άνθρωποι. Έβαλε σ’ ένα ποτήρι νερό, ήπιε λαίμαργα δυο τρεις γουλιές κι ένιωσε ανακουφιστική τη δροσιά του να την πλημμυρίζει. Και ξάφνου, η ματιά της έπεσε στον τοίχο πάνω από το μωρό κι απόμεινε. Εκεί, από μια μπρόκα, είχε κρεμασμένο ο άντρας της το σκεπάρνι. Η κακή ιδέα δεν άργησε να της μπει και μάργωσε το κορμί της στη στιγμή. «Κι ανέ πέσει το σκεπάρνι; Θαρρείς πως θέλει πολύ να γενεί το κακό; Πριν να προλάβεις να το καλοσκεφτείς, νάτο! Κατακούτελα θα το βρει, το χρυσό μου, και θα τ’ αφήσει στον τόπο».

Το τρέμουλο ξεκίνησε από τα κατάβαθα της ψυχής της και πολύ γρήγορα κατέληξε σε θρήνο. Η μάνα της, που μπήκε εκείνη την ώρα στο σπίτι, τη βρήκε να μαδιέται και να μοιρολογάται «Όοοοφου, Παναγία μου, το κοπέλι μου. Παιδιιί μου, σκεπαρνοφονεμένο μου!»

«Ίντα ’χεις, μωρή, και γκούζιεσαι;» έκανε ξετρουμισμένη η γριά κι επλησίασε το μωρό που κόντευε να σκάσει στο κλάμα από την τρομάρα του.

«Το σκεπάρνι», εξακολουθούσε να φωνάζει, εκτός εαυτού, η Μαριγώ.

«Ίντα ’χει, μωρή, το σκεπάρνι;»

«Να πέσει, θέλει, και θα μου το σκοτώσει. Όοοφου, το κοπέλι μου!»

Ψύχραιμη η γριά τής έδωσε μια μούτζα, της πέταξε κι ένα «άδικο να μη σου λάχει, τροζή» κι ύστερα πήρε το μωρό στην αγκαλιά της. «Μωρή παλαβή», συνέχισε, «και γιάντα δεν έβαλες πιο πέρα το μωρό γή δεν εξεκρέμας, μπάρε μου, το σκεπάρνι;»

«Έεεε;»

«Έξις και ξερή, κακομοίρα, κι έσπασές μου τη χολή».

Σίγουρα την ξέρετε την ιστορία. Εγώ πάντως θυμάμαι τις γιαγιάδες μου που την έλεγαν και την ξανάλεγαν με την πρώτη ευκαιρία, ερμηνεύοντάς την ανάλογα με την περίσταση. Όταν ήθελαν να στηλιτεύσουν την απρονοησία κατά πρώτο και κύριο, αλλά επέμεναν και στην άλλη ερμηνεία, αυτή που θέλει τον άνθρωπο να ενεργεί ψύχραιμα και, εν πάση περιπτώσει, να μην πανικοβάλλεται για πράγματα που μπορούν να προληφθούν ή τουλάχιστον δεν έχουν συμβεί ακόμη.

Αυτή η ιστορία μού έρχεται και μου ξανάρχεται στο μυαλό, μέρες τώρα, που κοντεύουν να μας τρελάνουν κανάλια κι εφημερίδες με την νέα γρίπη. Και να, τα πρωτοσέλιδα! Και να, οι εκφωνητές με πομπώδες και δραματικό ύφος! «Θα αρρωστήσει ο μισός πληθυσμός, δεν θα χωράνε τα νοσοκομεία, οι εντατικές δεν επαρκούν, θα υπάρξει πανικός, θα…, θα…, θα….» Από το Υπουργείο Υγείας και τον πολυπράγμονα κ. Αβραμόπουλο ξεκίνησε η όλη ιστορία κι από κει μεγεθύνθηκε. Γιατί τον βόλευε, τον κύριο, πολιτικά. Εκεί που ήταν στριμωγμένος στη γωνία με τα χάλια του ΕΣΥ, τις οφειλές των νοσοκομείων και την κατάντια των ασφαλιστικών ταμείων, τα κατάφερε και άλλαξε την ατζέντα. Η αλήθεια είναι πως το πάλεψε το πράγμα.

Ποιος δεν θυμάται την αγωνία του μέχρι να επιβεβαιωθεί το πρώτο κρούσμα στη χώρα μας; Και μόλις αυτό συνέβη, άρχισε το πανηγύρι. Κάθε μέρα ανακοινώσεις, δηλώσεις για το θεαθήναι κάθε μέρα, ενημερώσεις, επισκέψεις. Μέχρι σε Πρόεδρο Δημοκρατίας και Αρχιεπίσκοπο έφτασε η χάρη του, γιατί είδε να ανοίγεται μπροστά του πεδίο δόξης λαμπρό. Κι ας κινδυνεύει να πάθει τεράστια ζημιά η χώρα και ιδιαίτερα η μαστιζόμενη οικονομία και ο χειμαζόμενος τουρισμός. Ήδη, μ’ αυτά και μ’ αυτά, εισπράξαμε μέχρι στιγμής μια ταξιδιωτική οδηγία από τη Ρωσία, με αποτέλεσμα να τραβά τα μαλλιά του ο Υπουργός Τουρισμού. Κι ύστερα; Μήπως νοιάστηκε ο Υπουργός Υγείας κι άλλαξε ρότα; Μήπως συγκινήθηκε; Σιγά! Το πολύ πολύ να σκέφτηκε «ωχ, καημένε μου, κι εσύ! Τη δουλειά μας να κάνουμε και γαία πυρί μυχθήτω». Έτσι είναι;

Θα με ρωτήσεις τώρα κι εσύ, τι έπρεπε να γίνει δηλαδή; Να μη ληφθούν μέτρα; Να μην ενημερωθεί ο πληθυσμός; Να μας στείλουν αδιάβαστους ήθελες; Και, βέβαια, όχι. Έπρεπε να γίνει, ωστόσο, υπεύθυνα και σοβαρά. Και πρόληψη και ενημέρωση και επαγρύπνηση. Στο κάτω της γραφής εδώ δεν έχουμε, ευτυχώς, νεκρούς ακόμη, όπως σε άλλες χώρες, που πάντως αντιμετωπίζουν ψύχραιμα την κατάσταση. Αλλά εδώ είναι Ελλάδα. Εδώ το κράτος της πλάκας ζει και βασιλεύει. Και βέβαια έφεραν την καταστροφή τρομοκρατώντας τον κόσμο χωρίς λόγο και αιτία.


Παρασκευή, Ιουλίου 17, 2009

Δημοσκοπήσεις

Πρόσφατα ψηφίστηκε το νομοσχέδιο που απαγορεύει τις δημοσκοπήσεις δεκαπέντε ημέρες πριν από τις εκλογές. Αυτό βέβαια ίσχυε και παλιά, αλλά η κυβέρνηση, που πάντα έδινε μεγάλη σημασία σ’ αυτές, και όλες της οι αποφάσεις, στην ουσία, απ’ αυτές εξαρτιόντουσαν, αποφάσισε να αλλάξει τον σχετικό νόμο και να επιτρέπει τη διενέργειά τους μέχρι την παραμονή των εκλογών. Γιατί το έκανε; Για περισσότερη διαφάνεια όπως ισχυριζόταν; Σωπάτε, καλέ! Απλά ήλπιζε πως κάτι θα άλλαζε την τελευταία στιγμή -λέγε με Siemens- και με όπλο τις δημοσκοπήσεις που θα λειτουργούσαν πολλαπλασιαστικά, θα έπαιρνε κεφάλι ή τουλάχιστον θα μείωνε τη διαφορά της από το ΠΑΣΟΚ. Έλα όμως που τα πράγματα γύρισαν ανάποδα, το πουλάκι, ο Χριστοφοράκος, πέταξε και η πανικόβλητη κυβέρνηση άρχισε το παιδομάζωμα φυλακίζοντας τη σύζυγο και τα παιδιά ενός άλλου κατηγορουμένου που πρόλαβε και την κοπάνησε κι αυτός! Ε, τι να σου κάνουν κι οι δημοσκοπήσεις, πήραν την ανιούσα κι άντε να τις μαζεύεις μετά. Κι ύστερα ήρθαν τα exit polls που έδιναν διαφορά 6 και 7 μονάδες στο ΠΑΣΟΚ και γέλασε ο κάθε πικραμένος.

Ειπώθηκαν πολλά και γράφτηκαν άλλα τόσα για τον ρόλο των δημοσκοπήσεων και για το πώς επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Από εργαλείο μέτρησης, δηλαδή, και αποτύπωσης της κοινής γνώμης τη συγκεκριμένη στιγμή, έφτασαν να θεωρούνται μέσον χειραγώγησης, λες και φταίνε οι δημοσκόποι για τ’ αποτελέσματα των ερευνών τους. Λες και δεν φταίνε αυτοί που απαντούν που, ειδικά στις Ευρωεκλογές, ακόμη και αν είχαν ψηφίσει Νέα Δημοκρατία, δεν το δήλωναν από ντροπή και το αποτέλεσμα βγήκε άλλα αντ’ άλλων.

Η επόμενη μέρα των εκλογών βρήκε το πολιτικό σύστημα βαριά τραυματισμένο και την ανυπόληπτη κυβέρνηση ηττημένη, βυθισμένη στον βόρβορο των σκανδάλων της, των λαθών και των παραλείψεών της, να προσπαθεί να ερμηνεύσει το μήνυμα της κάλπης. Μόνο που για άλλη μια φορά το ερμήνευσε λάθος και την πλήρωσαν άσχετοι : οι μετανάστες και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων. Στα πλαίσια αυτά είδαμε συλλήψεις, διωγμούς και κατεδαφίσεις παραπηγμάτων οn camera. Όχι, δεν έκλεισαν τις εταιρείες δημοσκοπήσεων ούτε απέλασαν τους δημοσκόπους. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Απλά επανέφεραν το παλαιό καθεστώς. Πώς λέμε, φταίει ο γάιδαρος, βαράμε το σαμάρι; Έτσι ακριβώς. Μόνο που τα αίτια είναι αλλού.

Είναι στο 9,4% της (επίσημης) ανεργίας που στερεί τη δουλειά σε πάνω από 500.000 άτομα. Είναι στη θερινή φοροκαταιγίδα με την έκτακτη εισφορά, το ΕΤΑΚ και τους ημιυπαίθριους. Είναι στην ανασφάλεια που αισθάνεται ο έμπορος, ο βιοτέχνης, ο επαγγελματίας και ο μισθωτός ακόμη, γιατί βλέπει το μέλλον του αβέβαιο και θολό. Είναι στη διαφθορά που έχει διαβρώσει όλα τα επίπεδα και έχει φτάσει μέχρι τα υπουργικά γραφεία. Όχι πως είναι η πρώτη φορά, αλλά όπως και να το κάνουμε, είναι θλιβερό ν’ ακούς τα μέλη του συνδικάτου του εγκλήματος (Βλαστούς και τέτοια) ανάμεσα σε Βρωμού, Γιγαντάκες και Τζιτζικούλες να αναφέρονται στις μεταξύ τους συνομιλίες σε ονόματα σωφρονιστικών υπαλλήλων, διευθυντών φυλακών και, άκουσον άκουσον, μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Κι ύστερα μας φταίνε οι δημοσκοπήσεις!

Κι ύστερα μας φταίει ο Διοικητής της ΕΥΠ που τον άλλαξαν άρον άρον. Καλά, κι αυτός ο χριστιανός δεν ήξερε, δεν ρώταγε; Έτσι αφήνουν τις κασέτες να κυκλοφορούν; Με τα ονόματα φάτσα φόρα; Κι ύστερα παραπονιέται γιατί τον απέπεμψε ο Υπουργός, ο κ.Παυλόπουλος. Μα, κύριε Διοικητά, κ. Κοραντή μου, είναι δυνατόν να βγαίνετε και να δηλώνετε πως «εγώ δεν κάνω κοπτοραπτική» στις συνομιλίες και μετά ν’ αναρωτιέστε γιατί σας έδιωξαν; Γιατί απλά βρήκαν άλλον που μπορεί να κάνει και κοπτοραπτική και αποσιώπηση, άμα χρειαστεί, και παραπλάνηση και ό,τι άλλο απαιτηθεί, τέλος πάντων, προκειμένου να διαφυλαχθεί η αξιοπρέπεια και το κύρος των κυβερνώντων. Πάντως, καλού κακού, μη μιλάς, μη γελάς, μην κινείσαι, γιατί σε βλέπουν και σ’ ακούνε. Τώρα και με νόμο πια αφού η Βουλή ψήφισε το νομοσχέδιο για τις κάμερες.

Και μέσα στον γενικό χαμό βγαίνει το Υπουργείο Υγείας και ανακοινώνει μέρα-μέρα την ύπαρξη νέων κρουσμάτων της γρίπης των χοίρων. Προβολή χρειάζεται ο Υπουργός γιατί ’ναι οι μέρες πονηρές και παίζονται πολλά αυτή την περίοδο. Από τον αγώνα για επιβίωση -λέγε με επανεκλογή- μέχρι την επικείμενη μάχη των επιγόνων στην μετά Καραμανλή εποχή. Μόνο που πες πες καταφέραμε να γίνουμε μέρος του προβλήματος. Σαν χώρα όπου η νέα γρίπη παρουσιάζει έξαρση καταγραφήκαμε και εισπράξαμε μια ταξιδιωτική οδηγία από τη Ρωσία, τη μόνη χώρα στην οποία προσβλέπει η μαστιζόμενη τουριστική βιομηχανία. Μάλιστα, κύριοι. Το καταφέραμε κι αυτό. Και τρέχει τώρα ο Υπουργός Τουρισμού να δει πώς θα τα μπαλώσει.

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

Ένα πονεμένο μήνυμα

Κοντεύει μήνας από τις Ευρωεκλογές. Αυτές, ντε, που έφεραν τα πάνω κάτω και το περιβόητο μήνυμά τους ακόμη ψάχνεται. Ακόμη δηλαδή προσπαθεί να βρει τον αποδέκτη, αλλά πού; Χτυπά την πόρτα των κομμάτων, μισοανοίγει αυτή, «πήραμε, πήραμε», τ’ απαντούν και του βροντούν το εξώφυλλο κατάμουτρα. Της κακομοίρας γίνεται. Χαμός! Θα μου πεις, τέτοιο που είναι κι αυτό, καλά να πάθει! Ακούς εκεί να έχει τη δύναμη να φτύσει κόμματα και πολιτικούς σχηματισμούς το μισό σχεδόν του πληθυσμού και να ’χει την απαίτηση μετά και το θράσος (ο πληθυσμός) να θέλει να το καταλάβουν και να υποδεχτούν το μήνυμά του μετά φανών και λαμπάδων. Αμ, δε! Γίνονται τέτοια πράγματα; Και βέβαια δεν γίνονται. Έτσι κι αυτό, έρημο και πονεμένο, τριγυρνά αμήχανο και προβληματισμένο. Εν πάση περιπτώσει, το σημαντικό είναι πως είναι γεγονός υπαρκτό. ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΕΣΤΑΛΗ. Τώρα το ότι επέλεξαν οι παραλήπτες την τακτική της στρουθοκαμήλου, να χώνουν το κεφάλι τους στην άμμο δηλαδή, και να ερμηνεύουν το αποτέλεσμα κατά το δοκούν, είναι δικαίωμά τους. Αλλά θα πρέπει να βρουν και τους χάνους που θα το χάψουν. Γιατί όπως και να το κάνουμε τώρα, το άνυδρο καλοκαίρι, είναι κομμάτι δύσκολο στο κουτόχορτο να ευδοκιμήσει.

Ακούς εκεί! Αμέσως μετά την ήττα ανακάλυψαν στην κυβέρνηση τα αίτια. Δεν φταίει, λέει, που τα ’καναν όλα ρημαδιό, δεν φταίνε οι ρεμούλες, οι απάτες, οι κομπίνες, οι κουμπάροι, τα Βατοπέδια, η κακοδιαχείριση, οι φόροι, η λεηλασία των ταμείων, οι άγονες γραμμές, σε συνδυασμό με την ανεργία, την ανασφάλεια και την ανέχεια, οι μετανάστες τούς φταίνε. Και βέβαια είναι πρόβλημα οι λαθρομετανάστευση. Τεράστιο. Που χρήζει ιδιαίτερης μελέτης και αποφασιστικής αντιμετώπισης. Από το σημείο αυτό όμως, μέχρι τις ξενοφοβικές κορώνες του Καρατζαφέρη (που όμως τσίμπησε ένα 7 και κάτι %) που υιοθέτησαν και τις επιχειρήσεις «σκούπα» μπροστά στις κάμερες για εντυπωσιασμό, πόρω απέχει. Α, είναι κι οι κουκούλες που τις θυμήθηκαν ξαφνικά μέσα στο κατακαλόκαιρο κι είπαν να τις πατάξουν. Λες και το έγκλημα δεν είναι η βία, οι φωτιές, οι καταστροφές των καταστημάτων, οι λεηλασίες, η κατάλυση του κράτους, εν ολίγοις, αλλά οι κουκούλες. Για να καταλάβω δηλαδή, η κουκούλα μάς καίει ή που πρέπει να προστατέψουμε τη ζωή, την τιμή, την αξιοπρέπεια και την περιουσία, τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα, δηλαδή, δικαιώματα του πολίτη.

Εδώ, μπροστά μπροστά, στα χείλη να κρέμεται, έτοιμο το έχουν το επιχείρημα. Αυτοί που απείχαν, λέει, ήταν δικοί τους. Δεν πήγαν να ψηφίσουν γιατί ήταν θυμωμένοι, μούτρα τούς κρατούσαν, αλλά δεν εγκατέλειψαν τον χώρο και θα επιστρέψουν στο μαντρί στις εθνικές εκλογές. Και για να μην ξεχνιόμαστε, συνέχισαν τα ίδια και μας πλάκωσαν καλοκαιριάτικα στους φόρους. Η βενζίνη έχει σειρά τώρα, τα κινητά, τα αυτοκίνητα, τα σκάφη κι οι ημιυπαίθριοι που έχουν το ζουμί. Κι ο προγραμματισμός ίδιος κι απαράλλαχτος. Ανύπαρκτος όπως πάντα. Όπου μας πάει κι όπου βγει. Γι’ αυτό και στις πρώτες πυρκαγιές βρεθήκαμε απροετοίμαστοι πάλι. Γιατί περίμεναν … βροχές και δεν φρόντισαν για ελικόπτερα. Αυτούς που απείχαν όμως τους περιμένουν να επιστρέψουν. Κούνια που τους κούναγε!

Στην αριστερά πάλι, εκεί να δεις γλέντια, σύντροφε Γρηγοράκη, που μου έκανες την τιμή να ασχοληθείς με το άρθρο μου. Και βέβαια δεν έχω σκοπό να αντιδικήσω μαζί σου. Συμφωνώ μ’ αυτά που γράφεις και επαυξάνω. Νικητές είναι. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται κι αφού αυτοί είναι ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα, εμένα δεν μου πέφτει λόγος. Μόνο που κάποια ερωτήματα, όσο νάναι, μου γεννιούνται. Αλήθεια, τι μπορεί να συμβαίνει όταν σε χαλαιπούς καιρούς ένα κόμμα που δήθεν υπερασπίζεται τον εργάτη, τον αδύναμο, τον κατατρεγμένο, αντί να κερδίζει οπαδούς χάνει; Δεν μπορεί. Δύο τινά συμβαίνουν. Ή ο αγώνας του είναι ατελέσφορος κι η επικοινωνία του με τον λαό προβληματική, ή μας πήραν χαμπάρι, κατά το κοινώς λεγόμενο. Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά πέντε χρόνια τώρα, αν δεν κάνω λάθος, κι όχι το ΠΑΣΟΚ. Αυτή είναι η υπεύθυνη για την κατάντια μας κι αυτήν οφείλουμε να πολεμήσουμε. Κι όμως, περιέργως πώς, στου ΚΚΕ τα χείλη βρίσκεται μόνιμα η ίδια καραμέλα. ΠΑΣΟΚ πρώτα και Νέα Δημοκρατία μετά, προσφέροντάς της στήριξη επί της ουσίας και δίδοντας το δικαίωμα να το χαρακτηρίζουν άδικα (;) σαν τον αριστερό ψάλτη της κυβέρνησης.

Τέτοια και τόση εμμονή, συγχώρησέ με, αλλά μου δημιουργεί υποψίες. Τα ίδια και τα ίδια, το ίδιο παραμύθι καθημερινά κι ας τα βγάζει όλο και πιο δύσκολα ο μεροκαματιάρης κι ας ψάχνει εναγώνια από κάπου να πιαστεί. Ένα τοσοδά όραμα, μια σταλίτσα ελπίδα, ζητάει, αλλά πού; Γιατί εκεί, στον Περισσό, έχουν άλλα προβλήματα. Πώς να αποκαταστήσουν τον Στάλιν, για παράδειγμα, νοιάζονται, πώς να σωρεύσουν πλούτο στα ταμεία του κόμματος, αρνούμενοι κάθε έλεγχο, και να τον διοχετεύσουν, αλήθεια, πού; Στους αναξιοπαθούντες μήπως ή στις ασθενέστερες εισοδηματικά τάξεις; Κι ακόμη πώς να πληρώσουν τα ελάχιστα στους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις τους, αφού κάνουν τάχα μου κομματική δουλειά, την ώρα που για τους άλλους εργαζόμενους διεκδικούν υπερβολικές αυξήσεις. Αυτά και άλλα πολλά δεν είναι δυνατόν σήμερα να περάσουν απαρατήρητα. Όλο και κάποιος, ο Πάγκαλος, ας πούμε, θα βρεθεί να τα επισημάνει, άγαρμπα πιθανώς, ή κάποιος δημοσιογράφος στα debate. Απάντηση χρειάζονται πειστική και όχι εκνευρισμούς και κραυγές περί αντικομμουνισμού και τα τοιαύτα, που εντέλει δεν φοβίζουν πια ούτε και στιγματίζουν όπως παλιά. Εκτός κι αν θεωρούν τους εαυτούς τους μόνους αλάθητους και άρα υπεράνω πάσης κριτικής. Είναι όμως;

Στον ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα πήραν, δυστυχώς, μια πιο δραματική τροπή, όπου φτώχεια και μουρμούρα, γι’ αυτό και δεν θα τα σχολιάσω. Ίσως το σοκ του εκλογικού αποτελέσματος τους βοηθήσει να βρουν τον δρόμο τους. Για το καλό της πολυφωνίας και του δημοκρατικού πολιτεύματος, φυσικά. Έτσι κι αλλιώς το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: δεύτερο ΚΚΕ δεν σηκώνει ο τόπος.

Στα του ΠΑΣΟΚ, τώρα. Ξαφνιάζει ευχάριστα η μετεκλογική συμπεριφορά του. Σαν να σοβάρεψε ξαφνικά. Πορεύεται χωρίς πανηγυρισμούς και τυμπανοκρουσίες και δείχνει να έχει στρωθεί στη δουλειά. Αυτό ίσως κάτι υποδηλώνει. Αρκεί να μην επαναπαυτούν γιατί αυτή την ώρα ο λαός «την πάσα ελπίδα» του σ’ αυτούς την έχει αποθέσει και είναι κρίμα να γελαστεί ξανά.

Τώρα, όσον αφορά την ταπεινότητά μου, δεν το έκρυψα ποτέ πως είμαι μέλος του ΠΑΣΟΚ, κι από τα πιο παλιά μάλιστα, γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να δίνω εξετάσεις ή να προσπαθώ να περάσω την όποια βάση. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια σε καμιά περίπτωση πως δεν βλέπω τα στραβά και τα ανάποδα και πως δεν τα επισημαίνω. Άλλωστε όταν χρειάστηκε να διαχωρίσω τη θέση μου από το Σημιτικό ΠΑΣΟΚ, το έκανα χωρίς να φοβηθώ κανένα και χωρίς να υπολογίσω κόστος και συνέπειες.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009

Μήνυμα χωρίς αποδέκτη;

Έκλεισαν οι κάλπες, άδειασαν, και γέμισαν τα μεγάλα τραπέζια με μικρά άψυχα χαρτάκια, τα ψηφοδέλτια, που έμειναν στοιβαγμένα και ταξινομημένα κατά κόμμα και κομματίδιο. Μόνο που…, μόνο που κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη ιστορία. Λίγα, τα μισά σχεδόν απ’ όσα θα έπρεπε να είναι, βρέθηκαν. Πώς λέμε «εμετρήθης, εζυγίσθης και ευρέθης…», λειψός! Ε, κάπως έτσι, λειψά ήταν και τα χαρτάκια, τα άψυχα, και αντίστοιχα πολλά, πάρα πολλά, τα ονόματα στους εκλογικούς καταλόγους, που δεν είχαν πάνω τους τραβηγμένη τη γραμμή, σημάδι πως ο κάτοχός τους δεν είχε μπει στον κόπο, δεν είχε κάνει την τιμή, τέλος πάντων, να ασκήσει το υπέρτατο δημοκρατικό του δικαίωμα, να ψηφίσει δηλαδή, κατά το κοινώς λεγόμενο, το κόμμα της αρεσκείας του. Τι κι αν επρόκειτο για ευρωεκλογές! Τι κι αν άμεσα δεν θ’ άλλαζε η μοίρα του, ούτε ο τρόπος ζωής του, αφού αντιπροσώπους για την Ευρωβουλή επρόκειτο να εκλέξει κι όχι κυβέρνηση. Κι όμως όλα είχαν αποκτήσει ξαφνικά ένα ενδιαφέρον παράταιρο κι είχαν πάρει μια τροπή που μόνο σαν δραματική θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει.

Η αλήθεια είναι πως η ζωή του τα τελευταία χρόνια πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Κάτι η ανικανότητα και η έλλειψη προγραμματισμού, κάτι η συγκυρία, διεθνής κρίση και τέτοια, κάτι τα σκάνδαλα που πριν χωνέψει καλά καλά το ένα ξεσπούσε το άλλο, κάτι που έπρεπε συνέχεια να βάζει το χέρι στη τσέπη για να πληρώνει της κακοδιαχείρισής τους το τίμημα, είχε περιπέσει από την οργή και τον δίκαιο θυμό, σε μια αποχαύνωση και μια αδιαφορία τέτοια, που κι ο ίδιος δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Πού οι εποχές που χαλούσε τον κόσμο με το παραμικρό, που συμμετείχε αγωνιστικά σε συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες, που έπαιρνε μέρος σε απεργίες και συλλαλητήρια! Τώρα τίποτα απ’ αυτά δεν τον συγκινούσε. Είχε μαζευτεί στο καβούκι του, κοίταζε τη δουλίτσα του, όσο την είχε κι αυτή, τίναζε και καμιά Χριστοπαναγία πότε πότε κι αυτό ήταν όλο. Έτσι, μόνο από κάπου στο βάθος, αχνά, έφταναν στ’ αυτιά του οι κραυγές και τα απροσδιόριστης έντασης επιχειρήματα, ανακατεμένα με φωνασκίες, που στόχο είχαν τον εντυπωσιασμό και μόνο. «Κλείσατε τη Βουλή, επιλέξατε την παραγραφή, αφήνετε ατιμώρητους όσους ευθύνονται», κραύγαζε το ΠΑΣΟΚ, «εσείς κάνατε χειρότερα, το σκάνδαλο της Siemens είναι δικό σας», και τα λοιπά και τα λοιπά, απαντούσε αυθάδικα η κυβέρνηση.

Στο δικό της μοτίβο η Αριστερά με το ΚΚΕ να σηκώνει την παντιέρα της ανυπακοής, να τα χάνει με τον Γερμανό και τους χαμηλούς μισθούς που πληρώνει σ’ αυτούς που εργάζονται στις επιχειρήσεις του, κι όταν του τα επισημαίνουν, να αντιδρά σπασμωδικά, μιλώντας, τάχα μου, για προβοκάτσιες και αντικομμουνιστικές μανίες και τον ΣΥΡΙΖΑ αφ’ υψηλού κριτή και αρνητή των πάντων μ’ αυτό το αυθάδικο, το αλανιάρικο, ύφος του Αλαβάνου που τσάκιζε κόκαλα. Στον δικό τους ρυθμό, ακολουθώντας τους μεγάλους, εξέπεμπαν και τα μικρότερα κόμματα υστερία και πάθος κενό. Όλα στη μάχη της επικοινωνίας και του εύκολου εντυπωσιασμού. Ποιος να φωνάξει πιο πολύ, ποιος να καταγγείλει πρώτος τους άλλους, τα ζύγια πήραν και τα μετράδια για να βρουν ποιος έκλεψε τα περισσότερα και τέλος, μέσα στην αναμοχλευόμενη μπόχα, ποιος να πολώσει και ποιος να φανατίσει περισσότερο.

Κυριακή 7 Ιουνίου, της Πεντηκοστής και Θεοδότου Αγκύρας, κατά το ημερολόγιο. Παραμονή του Αγίου Πνεύματος που είθισται, λέει, με την επιφοίτησή του να φωτίζει τα μυαλά. Πανσέληνος και ο ήλιος μάς είχε κάνει την τιμή να ανατείλει από τις έξι και τρία πρώτα λεπτά. Η μέρα έξω ήταν χαρά Θεού. Και η θάλασσα γαλήνια, στο χρώμα τ’ ασημιού, ξελογιάστρα. Αποβραδίς είχαν στηθεί οι κάλπες και οι κομματικοί στρατοί, όσοι κινητοποιήθηκαν τελικά, είχαν αποθέσει τα όπλα τους. Οι πολιτικοί αρχηγοί είχαν δώσει τον καλύτερό τους εαυτό προκειμένου να πείσουν τον παντοδύναμο, αυτή τη μέρα, Λαό να πάει να ψηφίσει. Η αλήθεια είναι πως μια έγνοια την είχε κι ας ήταν πραγματικά παραζαλισμένος. Ακόμη άκουγε στ’ αυτιά του τα έωλα επιχειρήματα και έβλεπε ολοζώντανους στα μάτια του τους παπαγάλους που επιστράτευσαν να πετούν αλαφιασμένοι κρώζοντας «Καταστροφή, καταστροφή, φόροι, φόροι, κι άλλοι φόροι» στην προσπάθειά τους να διακωμωδήσουν τη δεινή θέση που είχε περιέλθει από την πιο άθλια διακυβέρνηση που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος. Μεταπολιτευτικά τουλάχιστον.

Ήταν θυμωμένος. Πολύ όμως. Το αίμα μέσα του έβραζε. Με μεγάλη προσπάθεια συγκρατούσε την οργή που αισθανόταν να τον πλημμυρίζει.

«Θα πάω», σκεφτόταν, «και θα τους μαυρίσω ή καλύτερα θα γεμίσω την κάλπη με σκατά για να μάθουν οι κερατάδες».

Κάπου εκεί άρχισε να το ξανασκέφτεται πιο ψύχραιμα.

«Κι ύστερα;» αναρωτήθηκε. «Να πάω να ψηφίσω για να φύγουν τούτοι και να ’ρθουν ποιοι; Να μου κάνουν τι στο τέλος τέλος έτσι ρημάδι που κατάντησαν τη χώρα; Εγώ ελπίδα έτσι κι αλλιώς, δεν έχω, δεν πάνε να κόψουν τα κεφάλια τους, οι αλήτες!»

Και να δεις που αυτή, η δεύτερη σκέψη, επικράτησε, έβαλε το μαγιό του, και στα μουντά εκλογικά κέντρα μάταια τον περίμεναν. Και το βράδυ, σαν τέλειωσε η καταμέτρηση, νικητής αναδείχτηκε αυτός. Αυτός που δεν πήγε. Η ΑΠΟΧΗ και πάσης Ελλάδος με ένα σαράντα επτά κόμα τόοοσο, με το συμπάθιο.

Το αποτέλεσμα της κάλπης ήταν σοφό κι ας τον υποτιμούσαν κάποιοι τον Λαό μας κι ας τον οικτίριζαν. Την τιμώρησε την κυβέρνηση σκληρά. Την έστειλε σεμνά και ταπεινά εκεί, εκεί, στη β’ Εθνική φορτωμένη με τέσσερα και κάτι μπαλάκια. Και παράλληλα ψαλίδισε τα φτερά του πρώτου, του ΠΑΣΟΚ, αφού παρά τη μεγάλη διαφορά και την αδιαμφισβήτητη νίκη του, πήρε σημαντικά λιγότερες ψήφους από αυτές που είχε πάρει όταν έχασε. Τέτοια ψυχανωμαλία ο σοφός λαός! Από κει κι ύστερα το Χάος. Το ΚΚΕ έτσι κι αλλιώς στον κόσμο του ήταν και εκεί εξακολουθεί να βρίσκεται, αφού θεωρεί νικητή τον εαυτό του κι ας του γύρισαν την πλάτη κάπου 150.000 απ’ αυτούς που το είχαν ψηφίσει στις προηγούμενες εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πάλι, πήρε κάτι παραπάνω από αυτό που του άξιζε και ο μόνος που έχει λόγους να πανηγυρίζει, όσο κι αν πρέπει να μας προβληματίζει αυτό, είναι ο Καρατζαφέρης. Α, κι οι Οικολόγοι-Πράσινοι που μέσα στην αναμπουμπούλα τσίμπησαν ένα αξιοπρεπές 3,4% κι έβγαλαν ευρωβουλευτή.

Οι ψηφοφόροι τελικά το έστειλαν, για άλλη μια φορά, το μήνυμα. Σοφό και μελετημένο. Το ερώτημα είναι: Οι άλλοι το πήραν; Και καλά της κυβέρνησης. Αυτοί το παιχνίδι το έχουν χάσει προ πολλού κι ο δρόμος που έχουν διαλέξει είναι αδιέξοδος, χωρίς επιστροφή. Το ζητούμενο είναι αν το πήρε το ΠΑΣΟΚ, που πρέπει τώρα να βάλει τα δυνατά του για να πείσει πως πράγματι θέλει και μπορεί να δώσει ελπίδα στον δύσμοιρο Έλληνα. Να τον κάνει κοινωνό των προβλημάτων και να τον παρακινήσει ν’ ανασκουμπωθεί πρώτα για να δώσει την τελική μάχη κι ύστερα να παλέψει για να τα βγάλει πέρα.

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2009

Εκλογές


Ούτε το άρωμά τους δεν πήραμε. Τσάμπα η διαδικασία δηλαδή και τα έξοδα που θα μας φορτώσουν. Πού άλλοτε που και μόνο το άκουσμα της λέξης ήταν ικανό να ηλεκτρίσει, να ξεσηκώσει θύελλες, να γιγαντώσει μίση και πάθη και να φανατίσει τα πλήθη που, αλλόφρονα, με πλαστικά σημαιάκια στα χέρια και την ψυχή γεμάτη θυμό, ξεχύνονταν στους δρόμους και γέμιζαν ασφυκτικά τεράστιες πλατείες για ν’ ακούσουν τον αρχηγό της παράταξής τους και, κατά τη γνώμη τους, σωτήρα.

Τραγούδια επαναστατικά-ανατρεπτικά από τη μια, πατριωτικά από την άλλη, μην πάμε πίσω, κι ο χορός καλά κρατούσε. Τίγκα τα εκλογικά κέντρα, ατέλειωτες φάλαγγες τα αυτοκίνητα, κορναρίσματα, κουστωδίες, ντουντούκες για τα συνθήματα κι ένας λαός που ζούσε στην παραζάλη, έμπλεος ιδεών και ενθουσιασμού που στην πράξη αποδεικνυόντουσαν κούφια λόγια, μεγάλα.

Με απορία μαθαίναμε τι γινόταν έξω σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Εκεί που κανείς δεν νοιαζόταν για τέτοιου είδους φιέστες και που νικητής πραγματικός και αδιαμφισβήτητος ήταν η αποχή. Ακούγαμε εμείς εδώ πως πήγαινε να ψηφίσει μόλις το 30-40% και κάτι παθαίναμε. Ούτε να το εξηγήσουμε μπορούσαμε ούτε ν’ αντιληφθούμε τον τρόπο σκέψης αυτών, των πολιτισμένων, που εμείς τους χαρακτηρίζαμε ξενέρωτους. Κάπως έτσι πρέπει να ήταν αφού δεν είχαν αίμα μέσα τους να βράζει, δεν είχαν ιδεολογίες ούτε ιδανικά. Ενώ εμείς εδώ είχαμε απ’ όλα. Και έξαψη που περίσσευε και καβγάδες και επεισόδια και συμπλοκές καμιά φορά για μια αφισοκόλληση. Μέχρι τον στρατό βάζαμε να φυλάει τις κάλπες. Αμέ; Τι νόμιζες; Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Και εγένετο παραμονές εκλογών, ευρωεκλογών έστω, να μην κινείται φύλλο. Κανείς, πλην των άμεσα ενδιαφερομένων, να μη νοιάζεται για το παραμικρό πέρα από την αγωνία με κουτσομπολίστικη διάθεση για τα ονόματα των επικεφαλής κι οι κομματικοί στρατοί να μη λένε ν’ αντιπαραταχθούν. Τι να φταίει, άραγε; Γίναμε κι εμείς Ευρωπαίοι ή μήπως καταλάβαμε την κοροϊδία έστω κι αργά;

Μαριέττα, άκου!

Η αλήθεια είναι πως οι ηγεσίες των κομμάτων έκαναν και κάνουν το παν για να μας ξεκουνήσουν από την πολυθρόνα και με λόγους πύρινους προσπαθούν να πολώσουν το κλίμα. Πρώτη η κυβέρνηση που έκλεισε άρον άρον τη Βουλή κι έδωσε το σύνθημα για γενική επίθεση. Με τον ίδιο τον Πρωθυπουργό να μπαίνει στη μάχη και να ορίζει τις θέσεις των επιτελών και των μαχητών του. Στη θέση του αρχιστράτηγου έβαλε τη Μαριέττα Γιαννάκου, εκ πρώτης όψεως συμπαθή, που κέρδισε την αγάπη του κόσμου με το προσωπικό της δράμα. Αλλά, δυστυχώς για τον ίδιο, η Μαριέττα είναι πια καμένο χαρτί.

Οι ίδιοι, οι άνθρωποι της παράταξης της, φρόντισαν να το κάψουν όταν μέσα στον ενθουσιασμό της νίκης μοίραζαν τα λάφυρα. Στην άτυχη Μαριέττα έλαχε το Παιδείας. Η αλήθεια είναι πως η πρόκληση ήταν μεγάλη. Πάντα ο χώρος αυτός ή αναδεικνύει ηγέτες ή καταστρέφει προσωπικότητες και πολλά υποσχόμενες πολιτικές καριέρες. Η Μαριέττα τυφλωμένη από τη μέθη της εξουσίας και με το Ναπολεόντειο του χαρακτήρα της, αν και πανέξυπνη, είδε το τυρί αλλά δεν αντιλήφθηκε τη φάκα που το είχε παγιδευμένο. Κι έτσι σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, αντηχούσαν στους πέριξ του Συντάγματος δρόμους μαθητικοφοιτητικές ιαχές του τύπου «Μαριέττα Γιαννάκου, τη φωνή μας άκου…» που, βέβαια, δεν την άκουσε. Πίστεψε τις διαβεβαιώσεις του Ρουσόπουλου πως την καλύπτει, τάχα μου, η κυβέρνηση και το ’παιξε σκληρή και αδιαπραγμάτευτη.

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Κάτι το βιβλίο της Ιστορίας με τον «συνωστισμό της Σμύρνης», κάτι η κυβέρνηση που δεν άντεχε στα δύσκολα, κάτι οι εσωκομματικές ισορροπίες και τα συναδελφικά μαχαιρώματα και νάσου την Μαριέττα παραιτημένη, έρημη και μόνη, σαν την καλαμιά στον κάμπο, που λένε. Στην κυριολεξία όμως. Και οι εκλογές που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν απλώς αυτό που όλοι, πλην της ιδίας, έβλεπαν. Ούτε βουλευτής δεν εξελέγη η πολύπαθη Μαριέττα. Το πήρε βαριά, είναι αλήθεια. Δεν ήταν και λίγο αυτό που της είχε συμβεί. Ακολούθησε χειμώνας βαρύς. Το όποιο έργο της άρχισε να ξηλώνεται, οι φίλοι την εγκατέλειψαν, το τηλέφωνο δεν χτυπούσε πια, μια μαυρίλα την τύλιξε, ε, δεν είναι και υπεράνθρωπος, ήρθε και πλάνταξε η γυναίκα.

Τον Χάρο τον ίδιο είδε με τα μάτια της. Ευτυχώς που την τελευταία στιγμή πάτησε φρένο, έδωσε μάχη γενναία και του ξέφυγε. Συγκίνησε πολλούς με τη γενναιότητά της αυτή κι από απόβλητη ξανάγινε η παράκλητη. Η από μηχανής θεός, αυτή που θα έσωζε την παράταξη και θα έδινε μια μάχη τόσο κρίσιμη που όμως εξακολουθεί να μη συγκινεί κανένα. Μόνο που το «Μαριέττα άκου» θα πρέπει να ηχεί στ’ αυτιά της ακόμη.

Εσύ ξέρεις την αλήθεια

Κι ενώ το κλίμα δεν λέει ν’ αλλάξει, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Πρωθυπουργού που κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ για δήθεν καταστροφολογία και προσπάθεια μηδενισμού των πάντων και τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ να θέτει το «αρχαϊκό» δίλημμα «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», σκηνές φρίκης πάνε να ζωντανέψουν στην τηλεόραση. Τα πουλιά που μας πήραν το κατόπι κρώζοντας «πανικός, πανικός, καταστροφή…, θα χάσεις τη δουλειά σου, φόροι, φόροι, νέοι φόροι, καταστροφή…» για να μας απαλλάξει τελικά μια φωνή ιδιαίτερα πειστική και καθησυχαστική: «Ακούστε τώρα και την αλήθεια». Όπου αλήθεια, κατά τη φωνή, είναι πως η Ελλάδα έχει σχέδιο. Πως πρώτη από τις χώρες της ευρωζώνης πήρε μέτρα. Πως είναι από τις ελάχιστες χώρες με θετικό ρυθμό ανάπτυξης και χαμηλότερη ανεργία, πως, πως, πως…

Κι όμως, εσύ την ξέρεις την αλήθεια γιατί την ζεις καθημερινά. Γιατί η κατάντια της χώρας δεν είναι στη φαντασία του ΠΑΣΟΚ μόνο. Η αλήθεια είναι πως η ανάπτυξη είναι μηδενική, πως όλοι δείκτες βρίσκονται στο κόκκινο, πως η αγορά στενάζει, πως οι τράπεζες δεν δίνουν δάνεια, πως οι επιταγές μένουν ακάλυπτες, επιχειρήσεις κλείνουν και η ανεργία καλπάζει.

Η αλήθεια είναι πως ο μισθός σου έμεινε καθηλωμένος και σύνταξη θα πάρεις του Αγίου Ποτέ ανήμερα, αφού τα αποθεματικά των ταμείων έγιναν ομόλογα δομημένα, από αυτά που στη συνέχεια βάφτισαν τοξικά. Η αλήθεια είναι πως βιάζονται να ξεμπερδέψουν με τις ευρωεκλογές για να σου ρίξουν κατακέφαλα τα νέα μέτρα, μιας και τα παλιά δεν απέδωσαν -πώς ν’ αποδώσουν, εδώ που τα λέμε, με τέτοια ύφεση και τόση διαφθορά και κακοδιαχείριση- κι άδειασαν τα ταμεία. Αλλά εντελώς, λέμε. Και την ίδια ώρα το δημόσιο χρέος ξέφυγε από κάθε πρόβλεψη κι απειλεί να μας πνίξει. Αυτή είναι η μαύρη αλήθεια, δυστυχώς. Όσο για το πουλάκι, τον Χριστοφοράκο, ντε, της Siemens, αυτό πάει, πέταξε κατά Γερμανία μεριά και μας χαιρετά με αγάπη. Όσο για το σκάνδαλο, σίγουρα θα ακολουθήσει την πορεία του Γερμανού, των ομολόγων, των κουμπάρων, του Βατοπεδίου και δεν συμμαζεύεται.

Τώρα την αλήθεια εσύ την ξέρεις. Ωμή. Πραγματική. Η χώρα χτυπάει όρια, το ΚΚΕ θέλει κι αυτό τον Γερμανό του, στον Συνασπισμό τρώγονται μεταξύ τους κι η κυβέρνηση καραδοκεί. Το τέλος των ψευδαισθήσεων συμπίπτει με την ημέρα των ευρωεκλογών. Γι’ αυτό μην τους αφήσεις να σε ξεγελάσουν πάλι.

Σάββατο, Μαΐου 02, 2009

Απεργία πείνας

Κάποιοι σίγουρα πρέπει να ζητήσουν συγγνώμη από τον Θεοδόση που στο, αποστεωμένο από την απεργία πείνας, πρόσωπό του απεικονίζεται ολοκάθαρα το κράτος της πλάκας που κάποιοι διαμόρφωσαν και που πεισματικά εξακολουθεί να υπάρχει, να μας κυβερνά και να μας δυναστεύει. Τον καθένα από μας. Τον ανώνυμο, τον απλό πολίτη που δυστυχώς έχει μετατραπεί σε αδύναμο υπήκοο. Το έγκλημα του Θεοδόση ποιο; Κάποιες μικροπαρανομίες στη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας. Ποινή; Ο εξοβελισμός από το δικαίωμα στην εργασία και κατά συνέπεια από την ίδια τη ζωή.

Η ποινή; Θάνατος με λίγα λόγια. Επειδή κάποιοι τυπολάτρες οχυρώθηκαν (;) πίσω από νόμους, άρθρα και παραγράφους. Επειδή την ανθρωπιά και την επιείκεια, το μεγαλείο που πρέπει να διέπει ένα σύγχρονο κράτος, το αντικατέστησε για άλλη μια φορά το ψυχρό, το άψυχο γράμμα του Νόμου. Ο Θεοδόσης από τη μεριά του, νικητής, ξεπέρασε τα όποια του προβλήματα, δημιούργησε οικογένεια κι έπιασε δουλειά. Όχι κάποια σπουδαία σαν κι αυτές που αποφέρουν στον κάτοχό τους δόξα και χρήμα. Όχι. Στην υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου προσλήφθηκε, πριν από 10 τόσα χρόνια, σαν συμβασιούχος. Κι όταν με βάσανα πολλά κι αγώνες ήρθε η ώρα της δικαίωσης με τη μορφή της μονιμοποίησης, κάποιοι του είπαν ΟΧΙ γιατί δεν είχε, λέει, καθαρό Ποινικό Μητρώο κι οι «κύριοι αρμόδιοι» αρνήθηκαν να του δώσουν χάρη. Λες και το βρώμικο Ποινικό Μητρώο τον εμπόδιζε να καθαρίζει τις βρωμιές μας τόσα χρόνια τώρα.

Αυτές τις μέρες ο Θεοδόσης δίνει τη δική του μεγάλη μάχη μπροστά από το Δημαρχείο Ρεθύμνης και είμαστε όλοι μαζί του. Συμπαραστεκόμαστε στον αγώνα του, φωνάζουμε δυνατά ΝΤΡΟΠΗ στους κάθε λογής εξουσιαστές και απαιτούμε την άμεση ικανοποίηση του αιτήματός του μαζί με μια συγγνώμη που όμως δεν αρκεί. Σήμερα. Τώρα. Προτού καταρρεύσει εντελώς ο άνθρωπος κι έχουμε κι άλλα. Θεοδόση, Κουράγιο!

Tέλος καλό

Πάει κι αυτό! Μ’ αυτή τη φράση με υποδέχτηκαν στο γραφείο μου μόλις γύρισα, εκεί κατά τις τρεις το μεσημέρι τής Πέμπτης 30 Απριλίου. Από πού; Από τα δικαστήρια. Τι δουλειά είχα εκεί; Α, μπα, τίποτα το σοβαρό. Ένα μικρό διάλλειμα από τις καθημερινές μου ασχολίες έκανα, καθισμένος στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, παρέα με τον εκδότη της εφημερίδας «Κρητική Επιθεώρηση», κατηγορούμενοι επειδή τόλμησα να γράψω κι η εφημερίδα να δημοσιεύσει ένα άρθρο με τον τίτλο «Περί οικισμών, συνέχεια» που αφορούσε το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί στους παραλιακούς οικισμούς του Νομού.

Το άρθρο μου αυτό ενόχλησε τον Προϊστάμενο της Πολεοδομίας Ρεθύμνης κ. Μιχάλη Δεληγιαννάκη, που θεώρησε πως στα γραφόμενά μου αναγνωρίζει τον εαυτό του και χωρίς πολλά πολλά «μου την άναψε». Τι κι αν απολογούμενος σε προανακριτικό στάδιο είχα δηλώσει ρητά πως στον μόνο που δεν αναφερόμουν ήταν ο κ. Δεληγιαννάκης. Τι κι αν στο άρθρο μου «Προσοχή !!! Μηνύσεις!» που ακολούθησε διερρήγνυα τα ιμάτιά μου, τίποτα αυτός! Εκεί! Την κεφαλή μου ήθελε επί πίνακι, είτε έφταιγα είτε όχι. Έτσι λοιπόν και μετά από τρεις αναβολές φτάσαμε στη Μεγάλη Ημέρα της Κρίσεως. Εγώ καθισμένος στο σκαμνί κι ο κ. Δεληγιαννάκης με τη ρομφαία. Πάνω μου. Πάνω από το κεφάλι μου. Επίμονος. Πείσμων. Με το δίκιο που θεωρούσε πως έχει, να τον πνίγει. «Βρε, χριστιανέ μου», δήλωσαν στην αρχή της διαδικασίας οι δικηγόροι, «ο άνθρωπος δεν αναφερόταν σε σένα. Δεν ήθελε να σε θίξει, το είπε από την αρχή, τι άλλο να κάνει δηλαδή;»

«Δέχεστε τη δήλωση του κατηγορουμένου;» ρώτησε τον μηνυτή μου η Πρόεδρος του Δικαστηρίου.

«Όχι, γιατί ’ναι ψεύτικη και προσχηματική ενόψει της δίκης», απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Κι αφού δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια, άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης. Με όλα τα τυπικά. Με τον μηνυτή να ξεδιπλώνει τα σημεία που, κατά τη γνώμη του, τον έθιγαν και τους δικαστές να ρωτούν και να προσπαθούν να καταλάβουν πώς, μόνος αυτός από τις δεκάδες συμβούλων του Νομάρχη (αιρετών, μόνιμων και επί συμβάσει), έκρινε πως η αναφορά μου σε κακούς και ανίκανους συμβούλους αφορά τον ίδιο. Κι όμως, ο κ. Δεληγιαννάκης επέμεινε μέχρι τέλους, κάνοντας παράλληλα αναδρομή στο πρόβλημα των 800 μέτρων και δηλώνοντας ρητά και κατηγορηματικά πως αυτός ήταν εξαρχής αντίθετος και πως το όλο νομοθέτημα το θεωρεί καταστροφικό και παράνομο.

Έφτασε κι η σειρά μου. Απάντησα στις ερωτήσεις. «Αν ήθελα να αναφερθώ στον κ. Δεληγιαννάκη, θα το έκανα με τρόπο ευθύ και όχι δια της τεθλασμένης», είπα, υπερασπίστηκα τον τιμητικό τίτλο του ενεργού, σκεπτόμενου και σκληρά φορολογούμενου Έλληνα Πολίτη και το δικαίωμά μου να σχολιάζω ελεύθερα και να κριτικάρω πράξεις και παραλείψεις της Διοίκησης, στα πλαίσια πάντα των Νόμων και του Συντάγματος.

Τελικά τα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν. Το δικαστήριο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς μου και με αθώωσε πανηγυρικά. «Και στην άλλη με καλό», μου είπε ο δικηγόρος μου (ο φίλος Βαγγέλης Μουνδριανάκης, τον οποίο ευχαριστώ και δημόσια) βγαίνοντας. «Άστο, δεν θα πάρω άλλο», τ’ απάντησα, «χόρτασα από την πρώτη».

Τρίτη, Απριλίου 28, 2009

Mεταπασχαλινά

Χριστός Ανέστη με την ευκαιρία και Χρόνια σας Πολλά. Κι εσείς βέβαια, και με το δίκιο σας, θα μου απαντήσετε, τώρα το θυμήθηκες; Περίμενες να περάσει και του Θωμά πρώτα για να ευχηθείς; Όμως, από την άλλη, κάποιοι ισχυρίζονται πως η γιορτή κρατά σαράντα μέρες, κι αν είναι έτσι είμαι μέσα στα πλαίσια. Κι ύστερα, οι ευχές είναι ευπρόσδεκτες όποτε κι αν δοθούν. Τώρα, τι γιορτή ήταν η φετινή, ο Θεός κι η ψυχή της. Με τη μαζική έξοδο των Αθηναίων και το κλασσικό φρακάρισμα στους δρόμους, με την απαραίτητη θυσία στον Μολώχ της ασφάλτου, κλειστά τα ξενοδοχεία, άδεια τα μαγαζιά και με τα μαντάτα που έρχονται από παντού κι είναι μαύρα κι άραχλα.

Στα δικά μας τώρα. Τέτοιες μέρες βρήκαν για να μας τρομοκρατήσουν και πάλι. Ξεπέρασε το 5% το έλλειμμα, σύμφωνα με τη Εurostat, και το υπουργείο οικονομίας αναζητά εναγώνια 5,5 δις ευρώ για να βγάλει πέρα. Νέους φόρους εισηγούνται και μέτρα μας παίρνουν για να κλείσει προσωρινά η μαύρη τρύπα που τελικά αποδεικνύεται άπατη. Το δημόσιο χρέος όλο γιγαντώνεται και απειλεί να μας καταπιεί όλους. Αλήθεια, αυτό ποιος θα το πληρώσει και προπάντων από πού; Και εντωμεταξύ, για να μην ξεχνιόμαστε, οι αρμόδιοι διόριζαν ακόμη και Μεγαλοβδομαδιάτικα, άκουσον άκουσον, γαλάζια παιδιά στο Πεντάγωνο. Κι ύστερα μου λες εσύ!

Παύει πια να είναι είδηση πως η χώρα βρίσκεται στο έλεος των Τούρκικων μαχητικών, πως αποτελεί την τέλεια πύλη εισόδου λαθρομεταναστών και πως όποιους απ’ αυτούς ανακαλύψουμε τους δίνουμε και καταλαβαίνουν. Παύει να είναι είδηση πως η Ελλάδα έχει καταντήσει ο παρίας της διεθνούς κοινότητας που κανένας δεν την παίρνει στα σοβαρά. Ούτε καν οι μικρότερες χώρες όπως τα Σκόπια και η Αλβανία. Ακόμη κι ο Ομπάμα μας πούλησε. Άγαρμπα αυτός. Εμείς, η Ομογένεια δηλαδή και όχι μόνο, που τον στηρίξαμε με νύχια και με δόντια, που είχαμε αποθέσει όλες μας τις ελπίδες στο νέο του όραμα, γελαστήκαμε για μια ακόμα φορά. Τον είδαμε να επισκέπτεται επίσημα την Τουρκία, να την αναγορεύει σε χωροφύλακα της περιοχής, να υιοθετεί άκριτα όλα της τα επιχειρήματα και να μας συμβουλεύει να λογικευτούμε. Μέχρι τον Πατριάρχη, που τον σεβόταν ακόμη κι αυτός ο άθλιος ο Μπους, τον σνομπάρησε. Κι αν δέχτηκε να τον συναντήσει για δέκα λεπτά, έβαλε τους ανθρώπους του μετά κι απέκρυψαν το γεγονός για να μη δυσαρεστήσει τον κακό γείτονα, τον Τούρκο. Κι όσο για το Κυπριακό, το Αιγαίο, τις παραβιάσεις, τη Χάλκη, γαργάρα τα ’κανε κι αυτά. Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά ο ανακριτής περιμένει λογαριασμούς.

Ποιος ανακριτής; θα με ρωτήσετε. Δεν έχει και πολλή σημασία το ποιος συγκεκριμένα. Κάποιος. Αν δεν είναι της Siemens, θα είναι για τα ομόλογα, για τις μίζες, για το Βατοπέδι, για τον Παυλίδη, για…, για…, για…. Γιατί αυτή η παράταξη που κυβερνά έκανε υπερπαραγωγή σκανδάλων. Κι από εισαγγελείς κι ανακριτές, άλλο τίποτα. Έτσι για να ’χουν να πορεύονται οι άνθρωποι. Βέβαια, τη δουλειά κάπου τη χαλάει ο κ. Σανιδάς. Ο εισαγγελέας, ντε, του Αρείου Πάγου, που έχει αναλάβει εργολαβικά την προστασία υπουργών και βουλευτάδων και βάζει φραγμούς στη διαβίβαση των δικογραφιών που τους αφορούν στη Βουλή. Όπως τώρα, με τους βατοπεδινούς υπουργούς που τους χαρακτήρισε παραπλανηθέντες και καθάρισε. Οι παρεμβάσεις του, που πάντοτε προκαλούσαν θυελλώδεις αντιδράσεις, δεν έχουν τελειωμό και βέβαια θα μείνουν αξέχαστες. Έτσι για την ιστορία:

Είναι αυτός που έβαλε τέλος στα όνειρα των συμβασιούχων κατακεραυνώνοντας τους δικαστές που τους δικαίωναν. Είναι ο ίδιος που ζήτησε και δεύτερη αναίρεση της αθωωτικής απόφασης για τους άλλοτε υπεύθυνους της ΔΕΚΑ. Είναι ο ίδιος που, κόντρα στην απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, άναψε το πράσινο φως για τη βιντεοσκόπηση των διαδηλώσεων και οδήγησε τον Πρόεδρο και ορισμένα μέλη της Αρχής στο να υποβάλουν την παραίτησή τους. Είναι ο ίδιος που παρέπεμψε στο Πειθαρχικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Πρόεδρο της Ένωσης Εισαγγελέων επειδή τόλμησε να ασκήσει κριτική σε πράξεις και παραλείψεις της Δικαιοσύνης. Είναι ο ίδιος που αρνήθηκε να διαβιβάσει στη Βουλή το αίτημα του Εισαγγελέα Ρόδου για την άρση ασυλίας του πρώην υπουργού Αρ. Παυλίδη προς διερεύνηση τυχόν εμπλοκής του στον σκανδαλώδη διαγωνισμό δρομολόγησης πλοίου στην άγονη γραμμή Δωδεκανήσου. Είναι ο ίδιος που οδήγησε σε παραίτηση, πρωτοφανή στα ελληνικά χρονικά, δύο εισαγγελείς επειδή δεν συμμερίστηκε την αναφορά τους για την ανάγκη διερεύνησης από τη Βουλή της ευθύνης υπουργών για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, την ίδια ώρα που εισηγήθηκε στον Ολομέλεια του Αρείου Πάγου να καθίσουν ξανά στο εδώλιο οι πρώην υπεύθυνοι της Κτηματολόγιο ΑΕ παρά την προηγούμενη αθώωσή τους. Και είναι ο ίδιος που αρνήθηκε πρόσφατα να διαβιβάσει στη Βουλή τη δικογραφία για το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου. Κι ας λέει το Σύνταγμα πως αυτό οφείλει να το κάνει «αμελητί». Κι ας αντιδρούν σύσσωμα όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ποινικοποίησαν τις κουκούλες και καλά έκαναν. Αρκεί να μην ποινικοποιήσουν και τις μάσκες, γιατί με τόση βρωμιά που αιωρείται στην ατμόσφαιρα, πώς θα κυκλοφορούμε στο εξής χωρίς να κινδυνεύουμε να σκάσουμε; Και τώρα μια ολόκληρη κυβέρνηση, ένα κράτος ολόκληρο, είναι όμηρο του κ. Παυλίδη, του κ. 150+1, που, ορθά σκεπτόμενος, αρνείται να παραιτηθεί. «Τι λέτε, ρε», τους λέει κουνώντας απειλητικά το δάχτυλο, «που θα παραιτηθώ. Να πάω φυλακή εγώ για να σωθείτε εσείς; Ή με απαλλάσσετε ή πάμε όλοι μαζί φούντο». Πώς το είπε εκείνο το αμίμητο ο Σαμψών «Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων», τέτοιο ένα πράγμα. Μόνο που τελικά ο Σαμψών δεν σώθηκε ενώ ο κ. Παυλίδης μπροστά στον επαπειλούμενο όλεθρο μάλλον θα τη σκαπουλάρει. Άντε, ένας μήνας απόμεινε, λέει, κι ύστερα παραγράφονται όλα. Και μίζες και σκάνδαλα κι ατασθαλίες. Και πάλι εμείς θα μείνουμε με το μουτζούρη. Τη φτώχεια, την ανεργία, την ύφεση και το τεράστιο δημόσιο χρέος να απειλεί να μας εξοντώσει. Κι αναρωτιέμαι, υπάρχει ελπίδα μέσα στην τόση μαυρίλα; Ειλικρινά δεν είμαι σε θέση να σας απαντήσω.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009

Eθνικισμός

Έγραψα παλιότερα για την παγκόσμια οικονομική κρίση που μας προέκυψε ξαφνικά και που τώρα πια παίρνει τη μορφή ενός κραχ, απροσδιόριστης διάρκειας και μεγέθους. Τις συνέπειες της κρίσης αυτής τις βιώνουμε ήδη. Παντού. Σε κάθε τομέα. Με την πτώση της κατανάλωσης, λόγω μείωσης εσόδων αλλά κι από φόβο, κυρίως για τα χειρότερα που θα ’ρθουν, που αναγκαστικά επιφέρει πτώση παραγωγής στη συνέχεια, κατάρρευση βιομηχανικών κολοσσών, τραπεζικών και ασφαλιστικών ιδρυμάτων και κάθε μορφής επιχειρήσεων.

Η έκρηξη της ανεργίας, η δημιουργία στρατιών αστέγων και νεόπτωχων είναι φυσικό επακόλουθο, όπως και η απώλεια «της πίστης», της εμπιστοσύνης δηλαδή, πάνω στην οποία στηρίζεται η αγορά και το σύστημα ολόκληρο. Η απώλεια «της πίστης» όμως από τη μια και το κλείσιμο της στρόφιγγας από τις τράπεζες, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη ρευστού, οδηγούν σε ασφυξία την αγορά και επιχειρηματίες και εργαζόμενους, τον καθένα απ’ αυτούς για διαφορετικούς λόγους, σε απόγνωση.

Έγραφα επίσης για την αγωνιώδη προσπάθεια που καταβάλουν οι ισχυροί της γης για να θέσουν υπό έλεγχο την κρίση και πάνω στα συντρίμμια του οικονομικού συστήματος που καταρρέει, να τα καταφέρουν να στήσουν ένα καινούριο, με νέους κανόνες και περισσότερο αξιόπιστους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Το αν θα το επιτύχουν δεν το γνωρίζουν ακόμη ούτε οι ίδιοι. Προς το παρόν μας έχουν πήξει στα…G (G8, G20) όπου συσκέπτονται, πειραματίζονται μειώνοντας τα επιτόκια και ανακοινώνουν πακέτα και μέτρα στήριξης, που όμως δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα. Και εντωμεταξύ, ο πολύς κόσμος υποφέρει. Γιατί οι κυβερνώντες, οι δικοί μας τουλάχιστον, δεν στερούνται τίποτα. Ούτε τους παχυλούς τους μισθούς, ούτε τα πολυάνθρωπα ταξίδια, ούτε τη χλιδή, τη σπατάλη, τη ρεμούλα.

Όλα αυτά και γνωστά είναι και γραμμένα και χιλιοειπωμένα. Σήμερα ωστόσο θα ήθελα να σταματήσω στις κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις της κρίσης και στα επικίνδυνα φαινόμενα που παρατηρούνται λόγω αυτής κυρίως. «Όπου φτώχεια και μουρμούρα» συνηθίζει να λέει ο σοφός λαός. Μόνο που η μουρμούρα εξελίσσεται πολλές φορές σε καυγάδες, φασαρίες και κοινωνικές αναταραχές κι η φτώχεια, σχεδόν πάντα, φέρνει στροφή στον συντηρητισμό. Άλλωστε είναι γνωστό πως στο κραχ του ’29 οφείλεται η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη και στην Ελλάδα βεβαίως βεβαίως. Τρελοί δικτάτορες όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, ενδεδυμένοι τον χιτώνα του φασισμού και του ναζισμού, ανδρώθηκαν σ’ ένα περιβάλλον μνησίκακο και φοβικό κι όταν γιγαντώθηκαν, βάλθηκαν να κατακτήσουν τον κόσμο με ολέθρια, δυστυχώς, αποτελέσματα.

Σήμερα βεβαίως οι συνθήκες είναι διαφορετικές και ο κόσμος περισσότερο σοφός από άλλοτε. Όμως τα φαινόμενα του παραλογισμού όλο και πληθαίνουν. Μικρές ομάδες εμφανίζονται από το πουθενά αποφασισμένες να δημιουργήσουν επεισόδια, να καταστρέψουν, να τρομοκρατήσουν, να σκορπίσουν φόβο, πολλές φορές και θάνατο. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη που ξεκίνησαν από δικαιολογημένη αγανάκτηση για τον άδικο θάνατο του Αλέξανδρου επεκτάθηκαν γρήγορα και ξένισαν με τη σφοδρότητα, τη βιαιότητα και την καταστροφική μανία κάποιων ολίγων. Και βέβαια προκάλεσαν ερωτηματικά για τη στάση και τον ρόλο της αστυνομίας. Και βέβαια έγιναν αντικείμενο μελέτης και προβληματισμού από τις κυβερνήσεις και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, όπου ο κίνδυνος κοινωνικής έκρηξης είναι υπαρκτός και μεγάλος, ιδιαίτερα στη Γαλλία και τη Γερμανία, όπου δραστηριοποιούνται ήδη νεοφασιστικές και ξενοφοβικές οργανώσεις.

Αντίστοιχες ακροδεξιές οργανώσεις, σε μικρότερο βαθμό βέβαια, λειτουργούσαν εδώ και χρόνια στην υπόλοιπη Ελλάδα. Όμως η Κρήτη και ιδιαίτερα το Ρέθυμνο φαινόταν να βρίσκεται στο απυρόβλητο. Γιατί ποιος πράγματι θα περίμενε πως η Κρήτη, η γνωστή για τους αγώνες της για τη λευτεριά και τη δημοκρατία ανά τους αιώνες, θα μπορούσε ποτέ να γεννήσει και να εκθρέψει τέτοιες ομάδες. Ποιος το περίμενε πως στο Ρέθυμνο, την πάλαι ποτέ πόλη των γραμμάτων, θα έβρισκαν πρόσφορο έδαφος οι διάφοροι ακροδεξιοί, δήθεν εθνικιστές, που με θράσος περισσό επιτίθενται, τραυματίζουν φοιτητές και προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν. Αν το καταφέρουν τελικά, υπεύθυνοι θα είμαστε όλοι εμείς που με την ανοχή μας επιτρέψαμε στο αβγό του φιδιού να εκκολαφθεί. Προσωπικά θεωρώ πως υπάρχει ακόμη καιρός. Αυτή η πόλη έχει αποδείξει πως μπορεί, όταν θέλει, να αυτοπροστατευτεί. Απλά χρειάζεται εγρήγορση.

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2009

Πάμε βόλτα…800 μέτρα

Μια βόλτα ήθελα να πάμε στη λιακάδα σήμερα. Να ξεμουδιάσουμε λίγο από το σφίξιμο και το καθισιό, ν’ αφήσουμε πίσω κλεισούρες και στενάχωρα γραφεία και να βγούμε έξω, στην άνοιξη, που δειλά έσκασε μύτη. Τι δειλά, δηλαδή, που εδώ μόλις βγει ο ήλιος αλλάζουν τα πάντα στη στιγμή. Φεύγει το μουντό και χάνεται, εξαφανίζεται η υγρασία κι ένα φως εκτυφλωτικό απλώνεται με ορμή στη διάφανη ατμόσφαιρα, μέχρι πέρα.

Δεν ξέρω τι λένε οι επιστήμονες ούτε αν θα επιβεβαιωθούν και πότε αυτοί που θέλουν την Κρήτη μαζί με άλλες περιοχές του πλανήτη να ερημοποιείται με τις κλιματικές αλλαγές. Μέχρι τότε όμως εμείς εδώ δεν πρέπει να ’χουμε παράπονο κανένα. Έτσι κι αλλιώς βαρύ χειμώνα και τσουχτερό κρύο μόνο από την τηλεόραση βλέπουμε κι οι μέρες που δεν έχουν έστω και λίγη ηλιοφάνεια είναι ελάχιστες. Με το που μπήκε όμως ο Μάρτης μύρισε άνοιξη κι η φύση ευωδιάζει. Κι όμως εκεί έξω κυριαρχεί μια παράνοια που αποπροσανατολίζει τη σκέψη και με τρομάζει. Η οικονομική κρίση που όλο φουντώνει, βόμβες που σκάνε, άλλες, γιγάντιες, που από σύμπτωση και μόνο δεν εκρήγνυνται, τρομοκρατικές ενέργειες, επαναστατικές οργανώσεις που διαγκωνίζονται ποια θα κάνει πρώτη γνωστή την παρουσία της, κλοπές, ληστείες κι ένα κράτος της πλάκας ανίκανο ν’ αντιδράσει και που, ράθυμο και νωθρό, περιμένει απλά τον χρόνο να κυλήσει κι όπου το βγάλει.

Προτού προλάβουμε να συνέλθουμε από την εντυπωσιακή όντως απόδραση του Παλαιοκώστα από τις φυλακές Κορυδαλλού και το αλαλούμ που ακολούθησε, κι άλλες ειδήσεις εξίσου ανησυχητικές, ήρθαν να μας αναστατώσουν. Ένας αστυνομικός έπεσε νεκρός στην προσπάθειά του να συλλάβει ένα ληστή και μια νεαρή υπάλληλος σκοτώθηκε στο μαγαζί που εργαζόταν κατά τη διάρκεια ληστείας. Στη Γερμανία πάλι ένα παιδί 17 χρονών με ταραγμένο ίσως μυαλό εισέβαλε οπλισμένο στο σχολείο που πήγαινε μέχρι πριν λίγο και το αιματοκύλησε. 16 νεκροί μαθητές και καθηγητές μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας χωρίς να υπάρχει λόγος και αιτία, φανερή τουλάχιστον.

Πίσω στα δικά μας πάλι. 30-40 νεαροί, λέει, μαζεύτηκαν μέρα μεσημέρι στη Δεξαμενή (στο Κολωνάκι για όσους δεν γνωρίζουν) έβαλαν τις κουκούλες τους, πήραν τσεκούρια, λοστούς και βαριοπούλες και ξαμολήθηκαν στους δρόμους. Τα μαγαζιά και τα αυτοκίνητα δέχτηκαν τη μανία τους. Κι αφού τα ’καναν γης μαδιάμ χάθηκαν ανενόχλητοι στην ασφάλεια του ασύλου της Νομικής. Οι καταστηματάρχες κι οι ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων την πλήρωσαν πάλι. Μαζί με το αίσθημα ασφάλειας και τη δημόσια εικόνα της χώρας που δέχτηκε ένα ακόμη πλήγμα με το κράτος να καταρρέει από ένα ελικόπτερο τη μια φορά και 30-40 κουκουλοφόρους την άλλη. Γι’ αυτό σας είπα πως ήθελα να πάμε βόλτα σήμερα. Για ν’ ανασάνουμε λίγο και να χωνέψουμε καλύτερα στην ανθισμένη φύση τις εντολές του Αρχηγείου της Αστυνομίας προς τους αστυνομικούς που βρέθηκαν στην περιοχή: «Αφήστε τους να εκτονωθούν…», «Αυτοπροστατευτείτε…». Τώρα εμάς ποιος θα μας προστατέψει, αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο.

Είναι όμορφο το Ρεθυμνάκι μας. Ακόμη κι έτσι όπως το κατάντησαν, όμορφο είναι. Με τους κήπους και τις αυλές του να καθαρίζονται και τα ξενοδοχεία να συντηρούνται και να ευπρεπίζονται αναμένοντας μια αβέβαιη τουριστική περίοδο. Με το καράβι που του έβαλαν να πιάνει Κύθηρα κι Αντικήθυρα προτού να φτάσει -Κύριος οίδε πότε- στον Πειραιά και τον Αλαβάνο να κάνει επερώτηση στη Βουλή για τα 800 μέτρα. Το μάθατε βέβαια αυτό! Έβαλαν τον άνθρωπο να κάνει επερώτηση όχι για να λυθεί το πρόβλημα, αλλά για να μείνει έτσι όπως είναι. Σε μια μόνιμη εκκρεμότητα. Με τους οικισμούς έρημους και ρημαγμένους, μισοτελειωμένα τα κτίρια και ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες και εργαζόμενους στα όρια της απόγνωσης. Να μείνει η κατάσταση ως έχει και το Ρέθυμνο μισοπεθαμένο, γονατισμένο για τα καλά, για να μη μπορέσει εύκολα να σηκώσει κεφάλι ξανά.

Ποιοι να τον έβαλαν, άραγε; Ποιοι τον παρέσυραν και τι επιδιώκουν τελικά; Μάλλον το ίδιο που ζήτησε κι ο χωρικός από τον Χριστό. Σίγουρα το ξέρετε το ανέκδοτο. Κατέβηκε, λέει, ο Χριστός μια φορά στη Γη. Όχι τότε που τον σταύρωσαν. Μετά, εν τη δόξει. Περιοδεία έκανε «στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του». Επισκέφθηκε χώρες και χώρες κι είδε κόσμο πολύ προτού να φτάσει σ’ ένα χωριό του Ρεθύμνου. Εκεί στάθηκε και παρακολουθούσε έναν δύστυχο που παιδευόταν στα χωράφια. Ο ιδρώτας έτρεχε πάνω του ποτάμι και στο σπίτι τον περίμεναν ένα τσούρμο παιδιά πεινασμένα. Τον ψυχοπόνεσε τον φουκαρά ο Χριστός. Του παρουσιάστηκε λοιπόν και τον ρώτησε τι θα ήθελε να του κάνει για να τον ανακουφίσει. Έμεινε για λίγο σκεφτικός αυτός κι αμέσως «Δε θέλω πράμα, Χριστέ μου, να ’σαι καλά. Αλλά για στάσου, έχει ο γείτονάς μου ένα καλό γάιδαρο, κάνε τον να ψοφήσει». Τέτοιοι είμαστε δυστυχώς.

Έβγαλε το ΠΑΣΟΚ το 1987 ένα νόμο, διάταγμα, κάτι τέτοιο, δεν είμαι δα και ειδικός, που έδινε τη δυνατότητα στους στάσιμους οικισμούς ν’ αναπτυχθούν αφού όριζε ότι σε ακτίνα 800 μέτρων θα ίσχυαν οι εντός οικισμού όροι δόμησης. Έγιναν οι διαδικασίες και πήραν ν’ αναπτύσσονται οι οικισμοί. Μαζί τους κι ο νομός που ζωντάνεψε ξαφνικά, κινήθηκε η αγορά, άνοιξαν οι δουλειές κι έφαγε ένα σωρό κόσμος κάτι παραπάνω από ένα κομμάτι ψωμί. Φαίνεται όμως πως σε κάποιους δεν άρεσε αυτό κι άρχισαν να σκαλίζουν. Κι όπως λέει ο σοφός μας λαός «ξύσε ξύσε η αίγα, έβαλε μοναχή της το κέρατό της στον… πισινό της».

Ρώτησε, ξαναρώτησε, βγήκε πως υπήρχαν κάποιες παραλείψεις. Δεν είχαν δημοσιευτεί, λέει, τα σχεδιαγράμματα και κάτι τέτοια. Κάποιες τυπικότητες, ενπάση περιπτώσει. Έστειλε και έγγραφα το υπουργείο και διαβεβαίωνε πως δεν τίθεται θέμα νομιμότητας, όριζε μάλιστα και τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για να λυθεί το πρόβλημα. Όμως κάποιοι κώφευσαν, για δικούς τους προφανώς λόγους, φροντίζοντας παράλληλα να μεγεθυνθεί το πρόβλημα μέχρι που τα κατάφεραν τελικά. Και τώρα που διαφαίνεται μια κάποια λύση κάνουν πάλι τ’ αδύνατα δυνατά για να την παρεμποδίσουν. Και μη μας αντιτείνουν πως κόπτονται για περιβάλλον, πολεοδομήσεις και πράσινα άλογα, γιατί κι εκεί που έγιναν (Μπαλί, Πάνορμο, Αγ. Γαλήνη) πάλι πολεμήθηκαν αφού ακόμη και γι’ αυτές έγιναν προσπάθειες να παρουσιαστούν προβληματικές. Βέβαια είναι και κάτι άλλο. Η αγορά των ακινήτων, ας πούμε, που με την ζώνη των 800 μέτρων ξέφυγε από τα στενά όρια του ιστού της πόλεως και δεν ελέγχεται εύκολα. Λέτε να έχει τη σημασία του αυτό; Εγώ πάντως δεν το πιστεύω.

Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2009

ΠΕΡΙ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ

Φάρμακο ψάχνοντας να βρουν στην κρίση

σε συναίνεση σκόνταψαν αντί για λύση.

Και ως εκ τούτου και άνευ λόγου

στο θέατρο μπήκαν του παραλόγου.

Με τον Κωστάκη όρους να θέτει

και τον Γιωργάκη να στένει μπέτη.

Την Παπαρήγα που όλο γκρινιάζει

τον Αλαβάνο π’ αλλού τυρβάζει.

Κι ο ΛΑΟΣφέρης μέσα στην πίκρα

που τη ξεσπάει πάνω στον Τσίπρα.

Κι ενόσω παίζουν και βρίζονται τάχα

μένουν τα δύσκολα σ’ εμάς μονάχα.

Άδειες οι τσέπες, άδεια ταμεία

αφού τα φάγαν μέχρι τη μία.

Αυξήσεις λίγες, πολλοί οι φόροι

έτσι επιτάσσουν οι εωσφόροι.

Και θέλουν συναίνεση να αποσπάσουν

να μη σφιχτούμε και μας χαλάσουν.

Στο διά ταύτα, μένουν τα ζόρια

και μέτρα νέα που θα ’ρθουν χώρια.

Με τη συναίνεση και ως εκ τούτου

θα τα πληρώσουμε άμπα και ντούκου.

Καλά να πάθουμε, καλά μας κάνει

αφού συναινέσαμε στο μάνι-μάνι.

Ύφος και ήθος, νόμος και τάξη

όλα χαθήκαν κι είμαστ’ εντάξει.

Εδώ που φτάσαμε τι να μας κάνει

που θα ’ρθει ο Γιώργος να μας γλυκάνει.

Υπάρχει ελπίδα στο «άρπα χώστα»;

Το ελικόπτερο του Παλαιοκώστα.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 25, 2009

Καρναβάλι

Πότε πρόλαβε κι άνοιξε το Τριώδιο, για πότε έφτασε η Τσικνοπέμπτη κι η Κυριακή της Απόκρεω, ούτε που το κατάλαβα. Κι αν έλειπαν τα πολύχρωμα σημαιάκια στους δρόμους κι οι παράξενες χαρωπές φιγούρες που είναι τοποθετημένες εδώ κι εκεί να μου το θυμίζουν πρωί, μεσημέρι, βράδυ, ούτε που θα μου περνούσε καν από το μυαλό πως έχουμε Απόκριες. Κι όμως, να, αύριο, μεθαύριο είναι της Τυρινής, με τις μασκάρες, λέει, και τον βασιλιά Καρνάβαλο να ’χει την τιμητική του.

Ξώφαλτσα πέρασαν οι Απόκριες φέτος και δεν με άγγιξαν. Μέσα στη γκρίνια και τη μουρμούρα. Κι απόμεινε η αναμονή του καρναβαλιού μόνο. Αλλά έτσι όπως έχει καταντήσει κι αυτό ξεκομμένο από την καθημερινότητα, κινδυνεύει να μοιάζει με μια φιέστα τυποποιημένη. Τι να φταίει άραγε για τη συμπεριφορά μας αυτή; Μην είναι η οικονομική κρίση και η ύφεση που μας απειλεί; Μην είναι οι αναδουλειές και η αβεβαιότητα που δεν αφήνει το μυαλό να ξεθολώσει και το κέφι να φουντώσει; Σίγουρα είναι όλα αυτά μαζί και τίποτα ξεχωριστό. Κι άλλοτε είχαμε δυσκολίες. Άλλωστε σε τούτη τη χώρα όλο από στενωπό σε στενωπό βρισκόμαστε κι όλο βλέπουμε φως στην άκρη του τούνελ χωρίς ποτέ να μπορούμε να βγούμε στην έρημη έξοδο. Και παλιότερα τα ’φερνε ο κόσμος δύσκολα βόλτα. Ίσως και να ήταν χειρότερα τότε γιατί υπήρχε φτώχεια πραγματική. Πείνα και των γονέων, που λένε. Που όμως δεν εμπόδιζε τον κόσμο να γλεντήσει, να σατιρίσει, να κοροϊδέψει τις πίκρες και τα βάσανά του, να ξεφαντώσει. Μασκαράδες αυτοσχέδιοι, εκ του προχείρου ντυμένοι με το βρισκούμενο, με παλιόρουχα, μεσοφόρια, βράκες, μουτζούρες στο πρόσωπο και κουδούνια στο σώμα, που σχημάτιζαν παρέες στο άψε σβήσε και γέμιζαν με τραγούδια και χαρούμενες φωνές τα σοκάκια.

Τσίκνιζαν στα σπίτια οι νοικοκυρές και μοσχομύριζαν οι γειτονιές από τηγανισμένο χοιρινό λίπος και ξύδι. Κι έβλεπες πρόσωπα ξαναμμένα, με μύτες κατακόκκινες από το κρασί, να ρίχνονται με μανία στο γλέντι και άλλους που έστηναν στο πι και φι παραστάσεις και σκετσάκια με χοντροκομμένα αστεία, σόρδινα και ξετσιπωσιές, που ήταν καλοδεχούμενες κι απογείωναν το κέφι. Αυτά από νωρίς μέχρι αργά το βράδυ. Γιατί το πρωί πάλι είχε δουλειά και βάσανα που δεν είχαν τελειωμό. Αυτά τότε. Γιατί τώρα, δυστυχώς, εμείς οι ίδιοι είμαστε για τα καρναβάλια. Κανείς μας δεν νοιάζεται πια για το γλέντι. Έλειψε ο ενθουσιασμός μαζί κι οι μερακλήδες που ξεσήκωναν τους άλλους κι απόμειναν οι ομάδες κι οι σύλλογοι που αγωνίζονται να κρατήσουν ζωντανό το καρναβάλι τουλάχιστον. Και πάλι καλά, δηλαδή. Γιατί διαφορετικά ποιος θα οργάνωνε το πανηγύρι, ποιος θα έβγαζε τον κόσμο στους δρόμους και ποιος θα έφτιαχνε, εντέλει, τα άρματα που σατιρίζουν, εκτός των άλλων, και την επικαιρότητα;

Τα μάθατε πιστεύω. Κάποιος σύλλογος, λέει, φίλων του Αγίου Όρους (;) κίνησε τη διαδικασία κι έφτασε στα δικαστήρια προκειμένου να απαγορέψει το άρμα που σατιρίζει τον Εφραίμ, να παρελάσει. Δίκιο έχουν οι άνθρωποι. Εδώ, στη χώρα της πλάκας που ζούμε, ο Εφραίμ μας μάρανε; Εδώ βγήκε κοτζάμ πρωθυπουργός και ζήτησε συναίνεση στην οικονομία για να ξεπεραστεί η κρίση κι αντί για γιούχα, εμείς τον πήραμε στα σοβαρά. Συναίνεση ζήτησε από τα κόμματα, από τους εργαζόμενους και τους κοινωνικούς εταίρους κι όλους εμάς. Μόνο που ήταν εκ του πονηρού η πρότασή του. Γιατί βέβαια δεν ήμασταν εμείς αυτοί που έκαναν την περιβόητη απογραφή, που λεηλάτησαν τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων, που ξεπούλησαν δημόσιες επιχειρήσεις και που χάρισαν στη συμμορία του Εφραίμ τη μισή Ελλάδα. Και τώρα ζητά συναίνεση! Ζητά δηλαδή να συμφωνήσουμε και να πληρώσουμε με τη θέλησή μας τον τεράστιο λογαριασμό που δημιούργησε η ανικανότητα της κυβέρνησής του.

Δεν μπορεί, βρε παιδιά, πλάκα μάς κάνουν. Να δηλώσει ο δήμος της Πάτρας πως τιμά το έργο του Εφραίμ, ζητούσαν επιτακτικά αυτοί που κατέφυγαν στα δικαστήρια. Κι εγώ απορώ με τον δήμαρχο της Πάτρας που επέμεινε στην άρνησή του. Πράγματι αξίζουν έπαινοι στον Εφραίμ, όπως αξίζουν και στον Παλαιοκώστα και τον άλλο, τον Ριτζάι. Δεν είναι λίγο, εδώ που τα λέμε, να τους τα πάρει όλα ο πρώτος και να τους φύγουν μέσα από τις φυλακές με ελικόπτερο οι τελευταίοι. Πάντως καλύτερη εποχή δεν μπορούσαν να βρουν από την τωρινή. Μέσα στις Απόκριες, δηλαδή. Παραμονές του καρναβαλιού και με τον πρωθυπουργό να κόπτεται για συναίνεση.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2009

Στου Περαία το λιμάνι

Με ευχολόγια και μέτρα αποσπασματικά, λύση δε βρίσκεται. Ούτε με «πακέτα» που στόχο έχουν τη μετάθεση του προβλήματος. Χρειάζεται σοβαρή πολιτική, προγραμματισμός και γενναία μέτρα για να στηριχθούν οι αγρότες. Αυτά έγραφα, μεταξύ άλλων, πριν από λίγες μέρες, τότε που τα μπλόκα είχαν κόψει την Ελλάδα στα δύο και απειλούσαν επικίνδυνα την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς.
Είχε ανακοινωθεί μόλις το «πακέτο» των 500 εκατομμυρίων ευρώ κι είχαν αρχίσει τα κόψε-ράψε, προκειμένου να εξειδικευτούν οι τομείς που περιλάμβανε και να καθοριστούν οι καλλιέργειες και τα προϊόντα που αφορούσε. Τα λεφτά ήταν και πολλά και λίγα. Σίγουρα ήταν πολλά για τα δύσκολα οικονομικά των καιρών κι αν έλειπαν οι δημοσκοπήσεις που πάνε κατά διαόλου κι οι μέρες που ’ναι γκαστρωμένες και πονηρές και δεν γνωρίζουμε πού θα μας βγάλουν, σίγουρα δεν θα τα βλέπαμε ούτε αυτά. Επί της ουσίας όμως τα χρήματα ήταν λίγα, απελπιστικά λίγα, κι ήταν αδύνατον να καλύψουν τις απαιτήσεις των αγροτών. Γι’ αυτό και το παζάρεμα, το κόψε-ράψε, κι οι ξεχωριστές, κατά μπλόκο, συνομιλίες.
Από την αρχή είχε διαφανεί η προσπάθεια της κυβέρνησης να εφαρμόσει το «διαίρει και βασίλευε» ικανοποιώντας κάποια αιτήματα των αγροτών και διαπραγματευόμενη προνομιακά με κάποιους. Ολοφάνερο ήταν πως «ο κάμπος» και τα προϊόντα του είχε την τιμητική του. Το καλαμπόκι, τα σιτηρά και το βαμβάκι, μονοπώλησαν τη διαπραγμάτευση κι απέσπασαν τελικά τη μερίδα του λέοντος, του, έτσι κι αλλιώς, αναιμικού πακέτου. Ήταν κι ο Λαρισινός Σουφλιάς βλέπετε, ο άρχοντας του κάμπου που νοιαζόταν, ήταν κι ο Τρικαλινός Χατζηγάκης που κρατούσε και το μαχαίρι και το πεπόνι. Κάπως έτσι έμειναν στην απέξω νησιώτες και βορειοελλαδίτες, κάπως έτσι αγνοήθηκαν κι οι αγρότες κι οι ελαιοπαραγωγοί της Κρήτης. Μόνο που οι τελευταίοι είχαν πείσμα. Μπάρμπα στην Κορώνη εσείς με Χατζηγάκη και Σουφλιά, σκέφτηκαν, μπάρμπα στην Κορώνη κι εμείς με Μαρκογιαννάκη στο Δημόσιας Τάξης και ποιος μας σταματά!
Έτσι οργάνωσαν την εκστρατεία. Ντυμένοι σκολιανά, με γυαλιστερά 4Χ4 και θηριώδη τρακτέρ καλοπλυμένα, με τα πνευμόνια γεμάτα αέρα επαναστατικό και κατσούνες στα χέρια, μπήκαν στα πλοία σίγουροι πως δεν πήγαιναν για πόλεμο. Μια παρέλαση τους είχαν πει πως θα κάνουν με τρακτέρ κι αγροτικά. Από τον Πειραιά μέχρι το Υπουργείο. Ξέρεις τώρα…συνθήματα, πλακάτ, κορναρίσματα, φασαρία, χαβαλές. Αφού να σκεφτείς μέχρι κι ο Καλοχαιρέτας, που δε λείπει από πανηγύρι, ήταν μαζί τους. Μόνο που έκαναν τον λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο και εν προκειμένω τον Υπουργό, τον Μαρκογιαννάκη, τον δικό τους άνθρωπο.
Χρόνια και χρόνια στο κουρμπέτι αυτός, κατάλαβε από νωρίς πως τελειωμένη μοιρασιά δεν χαλά, είχε μαυρίσει και το μάτι του τόσο καιρό εκτός κυβέρνησης, και δεν το σκέφτηκε πολύ. Στο άψε-σβήσε τους πούλησε κι έδωσε εντολή στις κλούβες και τα ΜΑΤ να πάρουν θέση. Μην του χαλάσουν οι κακόσειροι τη μόστρα και διαταράξουν την τάξη. Έχει που έχει τις ζοχάδες του ο Μεγάλος, μην βρει αφορμή και του την ανάψει.
Πρωί, με τη δροσούλα που λένε, έφτασαν τα καράβια στον Περαία. Οι επαναστάτες ξέγνοιοι, αφού οι αρχηγοί τους ήταν ακάτεχοι από τέτοια, καβάλησαν αγροτικά και μηχανήματα και πρόβαλαν στην προβλήτα. Εκεί τους την είχαν στημένη οι Ματατζήδες. «Κάντε πέρα να περάσομε», αγρίευαν οι μεν, «δεν πάτε πουθενά», επέμεναν οι δε, ε, δεν ήθελε και πολύ, άναψαν τα πνεύματα και μαζί άρχισαν να πέφτουν και τα πρώτα χημικά.
Η αλήθεια είναι πως κακοφάνηκε στους κρητικούς. Να τρώνε σπρωξιές αξημέρωτα και να πήζουν στα δακρυγόνα με Μαρκογιάννη στην Κορώνη, δεν το χωρούσε ο νους τους. Έκαναν πίσω και πήραν τις πατάτες και τα πορτοκάλια, αυτά που θα άδειαζαν στους δρόμους, μπροστά στις τηλεοράσεις για εφέ, κι άρχισαν να τα πετούν στον εχθρό. Όμως αυτός ήταν καλά εξοπλισμένος και δεν καταλάβαινε από τέτοια. Ίσα-ίσα που πάνω στην αναμπουμπούλα τραυματίστηκαν και πεντέξι. Όπως ήταν φυσικό νικήθηκαν κατά κράτος. Κι αν έριξαν τα μούτρα τους και πήγαν στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας ν’ ακούσουν δυο υφυπουργούς να τους λένε τα ίδια, για την τιμή των όπλων το έκαναν.
Άλλη μια Μάχη της Κρήτης έληξε άδοξα γιατί οι μαχητές της ήταν απονήρευτοι, βρέθηκαν ξαρμάτωτοι και με αρχηγούς ακάτεχους. Όμως ο πόλεμος δεν χάθηκε γιατί κοντοζυγώνουν οι εκλογές. Κι όσο για τον Μαρκογιαννάκη, εδώ είναι που ταιριάζει το «Άντε δα… και μόνο γεια».

Τρίτη, Ιανουαρίου 27, 2009

Αγρότες στους δρόμους και άλλα τινά

Βγήκαν τα τρακτέρ στους δρόμους πάλι. Στα γνωστά σημεία, τα ίδια μπλόκα. Παλιά μου τέχνη κόσκινο, δηλαδή, μιας και τα προβλήματα είναι ίδια κι απαράλλαχτα. Αγανακτισμένοι οι αγρότες, κομμένη στα δύο η Ελλάδα, εγκλωβισμένοι οι οδηγοί των φορτηγών, υπό ομηρεία το εμπόριο και η τροφοδοσία της αγοράς. Πύρινοι λόγοι από τον Μπούτα, τον Κοκκινούλη και τους άλλους αγροτοσυνδικαλιστές, απουσία του Πατάκη. Αλήθεια, τι απέγινε αυτός; Τα κανάλια βρήκαν πάλι θέμα και τα παράθυρα καλά κρατούν. Αναλύσεις επί αναλύσεων, εύκολοι αφορισμοί, ρεπορτάζ και ανταποκρίσεις «επί τόπου».
Ελλάδα 2009. Με τα ταμεία αδειανά και την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας να κατρακυλά σε θέσεις υπανάπτυκτων κρατών, αποτέλεσμα μιας καταστροφικής πολιτικής που εφάρμοσε η κυβέρνηση από την ώρα που ανέλαβε την εξουσία. Με την περιβόητη απογραφή πρώτα που καταρράκωσε την αξιοπιστία της και σοκάρισε τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την κυνική ομολογία του τύπου «σας κοροϊδεύαμε τόσα χρόνια». Με την ξαφνική και αναιτιολόγητη αύξηση του ΑΕΠ κατά 25% αργότερα, που για να επιτευχτεί προσμετρούσαν την παραοικονομία και τα έσοδα από τα σπίτια με τα κόκκινα φανάρια. Φτηνά κόλπα του Αλογοσκούφη, δηλαδή, για να πιάσουμε κορόιδο τους κουτόφραγκους, που εντέλει εξόργισαν τους ευρωπαίους. «Έτσι είστε;» μας απάντησαν κι αυτοί, «πάρτε να ’χετε». Και να τα αναδρομικά, να οι αυξημένες εισφορές, να τα πρόστιμα, να οι περικοπές προγραμμάτων.
Οικονομία σε κρίση, Ελλάδα SOS. Το διεθνές περιβάλλον είναι ιδιαίτερα ανήσυχο, η ύφεση βαθαίνει κι ένα κραχ απροσδιόριστου μεγέθους και έντασης βρίσκεται προ των πυλών. Οικονομικές αυτοκρατορίες καταρρέουν παντού, κολοσσοί γκρεμίζονται εν μια νυκτί και άλλοι, για να σωθούν, προαναγγέλλουν απολύσεις, κάνουν απολύσεις κι άλλες περικοπές, κι άλλες απολύσεις. Στην Αμερική, την ισχυρότερη χώρα του κόσμου, οι ανασφάλιστοι ξεπερνούν ήδη τα 30 εκατομμύρια, οι άστεγοι αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και στην Αγγλία, παρά τα τολμηρά οικονομικά μέτρα που εξαγγέλλει κάθε τόσο ο Μπράουν, οι άνεργοι ξεπέρασαν ήδη τα 2 εκατομμύρια. Τα ίδια στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, τα ίδια και χειρότερα και στην Ιαπωνία. Κι εμείς εδώ κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου.
Ο αυτόματος πιλότος που είχε εγκαταστήσει το Μέγαρο Μαξίμου για τη διακυβέρνηση της χώρας, μπλόκαρε από τα τόσα σκάνδαλα, τη λεηλασία των Αποθεματικών των Ταμείων και το χάρισμα της δημόσιας περιουσίας κομμάτι κομμάτι στη ληστοσυμμορία του Εφραίμ στο Βατοπέδι, και δεν δουλεύει πια. Ο ανασχηματισμός με την απομάκρυνση δυο τριών υπουργών και κάποιων υφυπουργών δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; για να χρησιμοποιήσω μια προσφιλή έκφραση του Επίτιμου, αφού ο κάθε διοικητής βαρά το δικό του ντέφι κι ο «ισχυρός» πρωθυπουργός εξαντλείται σε «αυστηρές συστάσεις» προς τις τράπεζες, που τελικά δεν πιάνουν τόπο.
Πριν λίγες μέρες ξεσηκώθηκε η νεολαία με αφορμή τον θάνατο του Αλέξανδρου. Βρήκαν τότε την ευκαιρία που ζητούσαν οι πάσης λογίς παράνομοι για να δράσουν. Ρημαδιό τα ’καναν στην Αθήνα. Έσπασαν, έκαψαν, κατάστρεψαν, λεηλάτησαν. Ξάπλωσαν βαριά τραυματισμένο κι ένα άλλο παιδί, τον Διαμαντή, αστυνομικός ήταν αυτός που βρέθηκε στον δρόμο τους, έκαναν και την μπάζα της ζωής τους με την απαγωγή του Περικλή Παναγόπουλου. Κι όλα αυτά τα εμπεδώσαμε με τα πρωτοσέλιδα, τα εκτενή ρεπορτάζ και τα έκτακτα δελτία ειδήσεων. Για τέτοια κατάντια μιλάμε. Για την Κούνεβα, ας πούμε, ούτε λέξη. Όχι πως δεν έχουν αξία ή δεν είναι τόσο σημαντικά, αλλά, πώς να το κάνουμε, τα προβλήματα είναι αλλού. Όπως η ανεργία που μαστίζει τους νέους κυρίως κι αυτούς που πλησιάζουν τη σύνταξη, η ανασφάλεια της νέας γενιάς που δεν βλέπει μέλλον, η αγορά που νέκρωσε, η ακρίβεια κι η φτώχεια που απειλεί όλο και περισσότερους. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας που επιμένει να συγκρατεί τις τιμές στα ύψη κι ας έχει κατρακυλήσει κάτω από τα 40 δολάρια το βαρέλι το πετρέλαιο.
Οι αγρότες στους δρόμους και πάλι. Τραβάει χρόνια αυτή η ιστορία. Η αγροτιά ήταν πάντα η παραμελημένη, η εγκαταλειμμένη τάξη, ίσως γιατί ήταν ανοργάνωτη. Κι ας είναι αυτή που παράγει και μας θρέφει. Κι αν έχουν κάνει αγώνες! Από το Κιλελέρ στην Μπαρμπάσαινα κι από τη Θεσσαλονίκη με τους καπνεργάτες, στα Επτάνησα και τον Θεσσαλικό Κάμπο. Από τις μαύρες σημαίες των σταφιδοπαραγωγών, στα ξεφουσκωμένα λάστιχα των τρακτέρ από την κυβέρνηση Σημίτη-Τσουκάτου με φτωχά, τις περισσότερες φορές, αποτελέσματα. Θα δημιουργηθούν προβλήματα σε πολλές τάξεις αν συνεχιστούν τα μπλόκα. Όμως ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Όταν έχεις να αντιπαλέψεις τα καιρικά φαινόμενα, όταν σκάβεις, φυτεύεις, καλλιεργείς και δεν μπορείς να ζήσεις, τι άλλο να κάνεις;
Στην εποχή της ακρίβειας τα μόνα αγαθά που απαξιώνονται είναι τα αγροτικά προϊόντα. Στα ύψη το κόστος παραγωγής, το πετρέλαιο, τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα, στα τάρταρα οι τιμές. Δείτε τι συμβαίνει εδώ, σ’ εμάς, με το λάδι. Με τιμές λίγο πιο πάνω από το 1,5 ευρώ το κιλό, δεν βγαίνει το κόστος ούτε της συλλογής του καλά-καλά. Και τα υπόλοιπα; Τα έξοδα καλλιέργειας και το κατιτίς που πρέπει να μείνει στον αγρότη για να ζήσει, πού είναι; Με ευχολόγια και αποσπασματικά μέτρα λύση δεν βρίσκεται. Ούτε με «έκτακτες επιχορηγήσεις» και «πακέτα» που μόνο στόχο έχουν τη μετάθεση του προβλήματος. Έγιναν λάθη και λάθη. Επαναπαυτήκαμε για πολλά χρόνια με τις επιδοτήσεις της Ε.Ε. κι αφήσαμε τα προβλήματα να μεγεθυνθούν. Τώρα όμως χρειάζεται σοβαρή πολιτική, προγραμματισμός και γενναία μέτρα για να στηριχτούν οι αγρότες. Διαφορετικά, μέχρι τότε, θα ακούμε για μπλόκα στο Κάστρο Βοιωτίας, την Αλαμάνα, τις Μικροθήβες, τα Τέμπη, τον Προμαχώνα και όπου αλλού.
Θολό το τοπίο παντού. Οι ελπίδες όλου του κόσμου έχουν στραφεί πλέον στον Ομπάμα που ορκίστηκε «δόξη και τιμή» στις 20 του Γενάρη. Ικανοποίησε ο λόγος του κι οι πρώτες του ενέργειες επίσης. Ωστόσο θα απαιτηθεί χρόνος και πολλή δουλειά για να αναστραφεί το κλίμα. Εδώ όμως η κατάσταση όλο και χειροτερεύει. Οι προβλέψεις για τα δημόσια οικονομικά είναι δυσοίωνες και τα μηνύματα για τον τουρισμό ανησυχητικά. Ακόμη και μεγάλες μονάδες δεν ξέρουν καν αν θα ανοίξουν κι επιχειρηματίες και εργαζόμενοι ζουν μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια. Κι ο καλός μας πρωθυπουργός ανακοίνωσε δέσμη μέτρων για τη στήριξή τους. Ανάμεσα στα μέτρα κι η μείωση του τέλους παρεπιδημούντων. Άλλη πρωτοτυπία κι αυτή, μοναδική στον κόσμο. Όταν οι ανταγωνιστές μας ξοδεύουν για να προσελκύσουν τουρίστες, εμείς τους επιβάλλουμε και φόρο. Εν πάση περιπτώσει, ικανοποίησε η εξαγγελία αυτή. Μόνο που ο πρωθυπουργός υπολόγιζε χωρίς τους δημάρχους, που έχουν τα δίκια τους κι αυτοί, αφού θα στερηθούν ένα μεγάλο μέρος των εσόδων τους. Ξεσηκώθηκαν, λοιπόν, κι η κυβέρνηση άρχισε ήδη να μασά τα λόγια της. Τώρα, τι θα γίνει, μόνο ο Παντοδύναμος το γνωρίζει.