Κυριακή, Απριλίου 06, 2008

Μιζέρια

Εντάξει, τα νικήσαμε τα Σκόπια. Εντάξει, δεν πέρασε στον Μπους και τα τσιράκια του, σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον. Δεν υπάρχει Έλληνας, πιστεύω, όσο μίζερος και να ’ναι, που να μην ικανοποιήθηκε με τη στάση της Κυβέρνησης που σ’ αυτό το θέμα είχε τη συμπαράσταση ολόκληρου του πολιτικού κόσμου. Κι όλα αυτά τα περί μικροψυχίας που μας καταλόγιζαν, πως τάχα μου εμείς οι δυνατοί βάζουμε φραγμούς σε μια πολύ μικρή χώρα που το μόνο που χρειάζεται είναι συμπαράσταση και βοήθεια, είναι εκ του πονηρού.
Μα κι αυτοί, βρε παιδάκι μου, πού το πάνε το πράγμα ποτέ μου δεν κατάλαβα. Αν θεωρούν τους εαυτούς τους Σλάβους τι σχέση μπορεί να έχουν με Βεργίνες και Μεγαλέξανδρους; Εθνική ταυτότητα κλεμμένη επιζητούν, σύμβολα που ανήκουν σ’ άλλους καπηλεύονται για να δημιουργήσουν ιστορία και ν’ αποκτήσουν οντότητα. Κι αν αυτό επιδιώκουν είναι ποτέ δυνατόν να γίνει αποδεκτό; Κι αν γίνει, μπορεί ένα έθνος, ένα κράτος, ένας λαός τέλος πάντων, να σταθεί πάνω στο ψέμα; Αν πάλι θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες, πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να το δηλώσουν. Γραικοί είμαστε, ας πουν. Αδέλφια σας ξεχασμένα, του Φίλιππου και του Μεγαλέξανδρου απόγονοι, με κάποιες επιμειξίες έστω. Μπορεί και να το καταλάβουμε τότε, μπορεί και ν’ ανοίξουμε αγκαλιές να τους κλείσουμε μέσα, μπορεί και να τους καταστήσουμε κοινωνούς του πανάρχαιου πολιτισμού μας, της γλώσσας και της παιδείας μας. Αλλιώς;
Εντάξει. Τα Σκόπια τα νικήσαμε χωρίς να το πανηγυρίσουμε ιδιαίτερα, προς τιμήν μας. Αυτό είναι αλήθεια. Αντίθετα, σαν μεγαλόψυχοι, τους τείναμε χείρα φιλίας και συνεργασίας. Γιατί έτσι είμαστε εμείς οι Ρωμιοί. Χουβαρντάδες κι ανοιχτοχέρηδες στα πολλά και σοβαρά, μίζεροι και κακομοίρηδες στ’ απλά και τα καθημερινά. Σίγουρα τα μάθατε τα νέα. Έξωση κάνουν στα λείψανα του Ξυλούρη, της Αλίκης, του Τσιτσάνη, του Γκιωνάκη και τόσων άλλων επιφανών από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Η τιμή που τους έκανε η πολιτεία είχε, λέει, ημερομηνία λήξης. Και τώρα, μόλις έσβησαν τα φώτα της δημοσιότητας, τους πετάμε έξω. Κι αναρωτιέμαι, δεν είναι ντροπή η σύγχρονη ελληνική ιστορία του Πνεύματος, του Θεάτρου, της Μουσικής, των Τεχνών να βρεθεί παραπεταμένη σε μερικά θλιβερά κασελάκια με πέντε κόκαλα μέσα; Ειδικά τώρα που γίναμε φτωχότεροι, πάνω στην ώρα που χάσαμε και τον Ζυλ Ντασέν, τον γλυκό «Τζούλυ», αυτό τον υπέροχο Έλληνα.
Αθώο έκρινε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης τον Ραμούς Χαραντινάι, πρώην διοικητή του Απελευθερωτικού Στρατού του Κόσοβου (UCK) και πρώην επίσης Πρωθυπουργό του κρατιδίου και για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η ρήση πως τα δικαστήρια τα στήνουν οι νικητές μόνο και μόνο για να δικάσουν τους ηττημένους. Για μια φορά ακόμη ίσχυσε το «Ουαί τοις ηττημένοις». Τώρα ποιοι πρέπει να χαρακτηρίζονται εγκληματίες και να καταδικάζονται είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, γιατί με τη φόρα που έχουμε πάρει κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Παπαφλέσσας κι όλοι οι υπόλοιποι αγωνιστές του ’21 θα έπρεπε να καταδικαστούν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ήρωα, και με το δίκιο τους, θεωρούν τον Ραμούς Χαραντινάι οι Αλβανοί του Κοσόβου, ήρωες όμως θεωρούν κι οι Σέρβοι της Βοσνίας, της Κροατίας και των άλλων δημοκρατιών της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, τους δικούς τους αρχηγούς. Υπεύθυνοι για βασανιστήρια, βιασμούς και θανατώσεις είναι και οι μεν και οι δε. Αυτά έχουν οι πόλεμοι δυστυχώς. Καταστροφές, πόνο και αίμα πολύ. Όταν όμως ένα δικαστήριο, και μάλιστα Διεθνές, αποφασίζει με κριτήρια πολιτικά κι απονέμει δικαιοσύνη κατ’ επιταγήν του όποιου Μπους, τότε δεν μιλάμε για διεθνές δίκαιο αλλά για κάτι άλλο που δυστυχώς δεν μου επιτρέπεται να το γράψω.
Εντάξει, με τη βοήθεια του Σαρκοζί, της Ισπανίας και της Ιταλίας, τα νικήσαμε τα Σκόπια. Με τα άλλα τα μικρά, τα μίζερα καθημερινά, τι θα γίνει; Με την εισπρακτική λογική που επικρατεί τελευταία, με την ανεργία, τις αυξήσεις στα τιμολόγια, στους φόρους, με το ασφαλιστικό; Με τα Διοικητικά συμβούλια των Οργανισμών που σαν περιοδεύοντες θίασοι συνεδριάζουν από ξενοδοχείου εις ξενοδοχείον για ν’ αποφύγουν την οργή των εργαζομένων; Με την Ελλάδα της Ολυμπιακής Φλόγας και του «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» που την πνίξαμε στην ντροπή του ντόπινγκ τι θα γίνει;
Τίποτα απολύτως. Γιατί σαν γνήσιοι νεοέλληνες, αδιάφοροι για το τι συμβαίνει γύρω μας το πολύ πολύ να την αράξουμε «στον καφενέ, τσιγάρο, πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ», που θα ’λεγε κι ο Κώστας Χατζής.


Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

Εφιάλτης

Καλά τα λένε οι γιατροί αλλά ποιος τους ακούει! Αν πέσεις για ύπνο με βαρυφορτωμένο στομάχι, ύπνο ανήσυχο και δύσκολο θα κάνεις. Κι εντάξει, εγώ προσέχω γενικά. Έτσι κι αλλιώς ούτε πολυφαγάς είμαι ούτε καταχρήσεις κάνω. Να, όμως, που την έπαθα. Να ’φταιγε η Νοτιά που μας είχε παραζαλίσει τις προηγούμενες μέρες, να ’φταιγε η αλλαγή της ώρας που απορύθμισε το βιολογικό μου ρολόι, σίγουρος δεν είμαι. Πάντως, μόλις ξάπλωσα στο κρεβάτι, σε λήθαργο έπεσα κι άρχισα να βλέπω εικόνες θολές κι ανακατωμένες. Σίδερο το κορμί, ακούνητο, σ’ αντίθεση με το πνεύμα που ανάλαφρο, ήρθε και ξεκόλλησε από τ’ αδύναμο σώμα κι άρχισε να περιδιαβαίνει σε μέρη άγνωστα μέχρι που έφτασε πάνω από μια πόλη ονειρεμένη.
«Δες», μου είπε επιτακτικά o αυτόκλητος ξεναγός μου κι ήθελα δεν ήθελα άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου περίεργος να δω πού μ’ έφερε και τι ήταν αυτό που ήθελε να μου δείξει.
Η εικόνα γνώριμη, και προσπάθησα να την αποτυπώσω με ακρίβεια για να μπορέσω ύστερα με τη σειρά μου να την περιγράψω. Έχουμε και λέμε το λοιπόν:
Είδα πεζοδρόμια φαρδιά με πλακάκια πολύχρωμα να ξεφυτρώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη αυτής της πόλης των θαυμάτων, διαβάσεις, πεζόδρομους και ποδηλατόδρομους. Μόνο δρόμους κανονικούς, ούτε για δείγμα, δεν είδα πουθενά. Είδα όμως αυτοκίνητα στοιβιασμένα, στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, κολλημένα σ’ ουρές ατέλειωτες, οδηγούς απελπισμένους, πρόσωπα άλλα θλιμμένα κι άλλα εξαγριωμένα με μάτια, να, τόσα, γουρλωμένα κι άκουσα φωνές, βλαστήμιες κι ιαχές ουρανομήκεις.
Είδα καταστήματα αποκλεισμένα κι ενθουσιασμένους μαγαζάτορες που μακάριζαν εαυτούς και αλλήλους για την τόση τους τύχη που βρέθηκε ένας φωτισμένος να χαλάσει τους δρόμους και να φτιάξει πεζοδρόμια. Έκλεισα τα μάτια μου πεισματικά και προσπάθησα να φανταστώ την πόλη αυτή το καλοκαίρι. Μόλις που είχε αρχίσει, λέει, η τουριστική περίοδος και τα λεωφορεία προσπαθούσαν να διασχίσουν την Κουντουριώτου για να μεταφέρουν τους θερινούς επισκέπτες στα ξενοδοχεία. Μπροστά ένα μπλε αστικό, τεράστιο, απ’ αυτά τα σπαστά, είχε καταλάβει τα τρία τέταρτα του οδοστρώματος και πώς να προχωρήσει;
Μια σειρήνα ακούστηκε στο βάθος κι ένα βαρύ όχημα της Πυροσβεστικής φιλοδοξούσε να περάσει. Κάπου είχε πιάσει φωτιά, κάποιοι αγωνιούσαν, κάποιοι κινδύνευαν να καούν ζωντανοί, κι οι πυροσβέστες, αποκλεισμένοι, έδιναν τη δικιά τους άνιση μάχη με την πηγμένη στ’ αυτοκίνητα άσφαλτο. Λίγο πιο κάτω ένα ασθενοφόρο είχε αποκλειστεί στο ύψος του Δημαρχείου κι απελπισμένοι οι νοσηλευτές το είχαν παρατήσει και με το φορείο στα χέρια προσπαθούσαν ν’ ανοίξουν δρόμο για να μεταφέρουν τον άρρωστο που βογκούσε. Παραπέρα ένα ΙΧ παρατημένο με τα alarm αναμμένα να δηλώνουν πως ο οδηγός του κάπου είχε πεταχτεί για δυο λεπτά, βρε αδελφέ, και σκέφτηκε να το παρκάρει στον στενό δρόμο. Στο κάτω της γραφής και τι έγινε για δυο λεπτά μονάχα; Έψαξα για τροχονόμο αλλά το μάτι μου δεν πήρε κανέναν, αφού το είδος αυτό είχε εξαφανιστεί από την πόλη των Μακάρων. Εντωμεταξύ τα κορναρίσματα είχαν δυναμώσει, τα τζάμια των αυτοκινήτων είχαν κατεβεί, μικροσυμπλοκές σημειώνονταν ήδη κι οι βρισιές είχαν την τιμητική τους.
Δεν άντεχα, δεν ήθελα να δω άλλο. Εφιάλτης είναι, σκέφτηκα, και πίεσα τον εαυτό μου να ξυπνήσει. Και πάνω που προσπαθούσα να συνέλθω, να σου τον Κ.Ι.Γ.Κ. να μου κλείνει κοροϊδευτικά το μάτι και να μου λέει :
Ήτανε το Μακρύ Στενό και το ’χαμε καμάρι
μα η Κουντουριώτου βάλθηκε τη δόξα να του πάρει.
Α, ρε, Καλλέργη, αθάνατε. Στο Ρέθυμνο είχα βρεθεί, κι αναρωτιόμουν τόσην ώρα!
Προσπάθησα να τ’ απαντήσω αλλά μιας και δεν είμαι στιχοπλόκος θυμήθηκα αυτό που λέγαν οι παλιοί:
«Καλά τα φαρδομάνικα μα τα φορούν παπάδες»,
μαζί με το
«Και τα μεταξωτά βρακιά θέν’ επιδέξιους κ…ς».

Τετάρτη, Μαρτίου 26, 2008

Περί πορνείας

Μέσα στη δίνη της θολής πολιτικής πραγματικότητας, της αυθαιρεσίας, της υποτίμησης της νοημοσύνης, των σεμνών και ταπεινών σκανδάλων, της αδιαφάνειας, των δομημένων ομολόγων και των σιδηροδέσμιων κουμπάρων, της κακόμοιρης Ελλάδας της μίζας, των αναψυκτηρίων τύπου Μαγγίνα, της έκπτωσης των ηθών και της Ζαχοπουλιάδας, ένα άξιο λόγου νομοθέτημα ήρθε να ταράξει τα βρόμικα νερά της μακαριότητάς μας και να μας υπενθυμίσει πως ακόμη και στο πιο πυκνό σκοτάδι μια μικρή, τόση δα, φλογίτσα που τρεμοσβήνει αδύναμη, είναι ικανή ν’ αναπτερώσει την ελπίδα. Στο νομοσχέδιο για την ελεύθερη συμβίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης αναφέρομαι. Σε μια κοινωνία που ασφυκτιά ανυπεράσπιστη, στη γενιά της ανεργίας και της απόγνωσης, στους εργαζόμενους των 700 ευρώ και των επιτακτικών αναγκών, σίγουρα προσφέρει κάποια ανακούφιση. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου βγήκαν να το στηρίξουν.
Μετά από την καθιέρωση του πολιτικού γάμου το 1982, το νομοσχέδιο αυτό έρχεται να δώσει λύση στο πρόβλημα χιλιάδων συμπολιτών μας που, είτε από πεποίθηση είτε από ανάγκη οι περισσότεροι, συμβιώνουν εκτός γάμου. Όμως στο κατ’ ευφημισμό κράτος που ζούμε, τέτοιες πρωτοβουλίες εύκολα δεν περνούν. Την επίσημη Εκκλησία, ας πούμε, ποιος τη ρώτησε; Μη γελιέστε πως τάχα μου άλλαξαν τα πράγματα. Μη θαρρείτε πως επειδή ο μειλίχιος Αρχιεπίσκοπος έδειξε κατανόηση και ανοχή λύθηκαν ως δια μαγείας όλα. Εδώ είναι Ελλάδα, δεν είναι παίξε γέλασε κι ο νουνεχής γέροντας κι οι λίγοι Συνοδικοί που συμφώνησαν μαζί του βρέθηκαν στο στόχαστρο των Ηρακλειδών του σκοταδισμού που, σαν πλειοψηφία, άλλα αποφάσισαν.
Η ελεύθερη συμβίωση συνιστά πορνεία, απεφάνθη γνωστός αρχιερέας που, με την ιδιότητα του εκπροσώπου της Ιεράς Συνόδου παρακαλώ, λίγο απείχε από το να ζητήσει να οδηγηθούν οι πόρνοι στην πυρά. Άλλωστε φαινόμενα όπως τα Ιεροδικεία, οι Ιερές Εξετάσεις και ο Μεσαίωνας που βύθισαν τον κόσμο σ’ έναν σκοταδισμό τέτοιο που όμοιό του δεν συναντούμε εύκολα στο βάθος των αιώνων, έχει να επιδείξει, δυστυχώς, άφθονα η ιστορία μας.
Με την ηθική δεν μου αρέσει να κάνω παιχνίδια και τους ηθικολογούντες τους φοβάμαι, έγραφα σ’ ένα παλιότερο «περί ηθικής» σημείωμά μου. Αυτούς που είναι έτοιμοι στην πρώτη ευκαιρία να στείλουν στο πυρ το εξώτερον όλους αυτούς που έχουν διαφορετική αντίληψη από τη δική τους.
Διανύουμε ήδη την περίοδο των νηστειών και πλησιάζουμε την ημέρα που ο Υιός του Ανθρώπου οδηγείται προς το Εκούσιον Πάθος και τον Γολγοθά. Μιλούμε για τον Θεό της Αγάπης, της Ευσπλαχνίας και της Συγχώρεσης. Αυτόν που υπηρετούν και οι χρυσοποίκιλτοι αρχιερείς μας. Όμως ο Χριστός αυτός αγκάλιασε πόρνες, συνέφαγε με τον αμαρτωλό, υπερασπίστηκε τον καταφρονεμένο και κάλεσε τον αναμάρτητο να ρίξει πρώτος τον λίθο. Αλήθεια, σήμερα πόσοι από μας αισθάνονται τέτοιοι;
Η εκκλησία έχει ευρύχωρο πεδίο για να αναπτύξει το έργο της. Να σταθεί αρωγός σε μια κοινωνία που υποφέρει, που δυστυχεί, που αγωνιά, που όλο και περισσότερο γεμίζει τους ναούς ζητώντας και προσδοκώντας τη βοήθεια του Θείου. Λόγια παρηγορητικά θέλει ν’ ακούσει, συμβουλευτικά, πατρικά, λόγια αγάπης, γιατί ο Θεός είναι Αγάπη. Αυτά έχει ανάγκη για τη «θεραπεία σώματος και ψυχής», κι όχι αφορισμούς, απειλές και κατάρες.
Έτυχε να βρίσκομαι στην Αθήνα τη μέρα του γενικού ξεσηκωμού για το ασφαλιστικό, για την παρουσίαση του βιβλίου μου. Είδα χιλιάδες κόσμο στους δρόμους με την αγωνία αποτυπωμένη στο πρόσωπό τους για το άγνωστο αύριο και παρμένη την απόφαση για συνέχιση του αγώνα. Ένιωσα την απόγνωση, άκουσα τα συνθήματα, διάβασα τα πλακάτ. Ένα απ’ αυτά το κρατούσε ένας γέροντας, ασκητική μορφή, με βλέμμα σκοτεινό και την ψυχή ξέχειλη από πίκρα. «316,80 ΕΥΡΩ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΜΟΥ», έγραφε πάνω του. Το πώς θα ζήσει αυτός ο χριστιανός δεν μας ενδιαφέρει; Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης μάς μάρανε;

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008

«Η Αδελφότης των Στεναγμών»-Παρουσίαση στην Αθήνα

Η μέρα ήτανε δύσκολη, από τις πιο επεισοδιακές του φετινού χειμώνα. Απεργίες παντού, διαδηλώσεις, αγριεμένοι συνδικαλιστές, πανώ, ντουντούκες, αιτήματα, συνθήματα αγωνιστικά, ξεσηκωμός. Στη Βουλή η κυβέρνηση έδινε μια από τις πιο κρίσιμες μάχες για να περάσει το νομοσχέδιο για το λεγόμενο ασφαλιστικό κι οι εργαζόμενοι βγήκαν στους δρόμους αποφασισμένοι να παλέψουν για ένα δικαίωμα στο αύριο.
Βουνά τα σκουπίδια, ακινητοποιημένα μετρό και υπόλοιπα μέσα μαζικής μεταφοράς, κλειστά τα μαγαζιά, με κατεβασμένα μέχρι κάτω τα ρολά κι ασφαλισμένα με σίτες ειδικές, για να προστατευτούν από πιθανές επιθέσεις και καταστροφές. Μπροστά από τα κυβερνητικά κτίρια, τις διασταυρώσεις, τις πλατείες και τα ευαίσθητα σημεία της πόλης, πάνοπλοι αστυνομικοί με στολές εκστρατείας, κράνη, γκλομπ ανά χείρας και τα όπλα στον ώμο κι ένα βλέμμα από αδιάφορο μέχρι αιμοβόρικο από την ταλαιπωρία, την κούραση και την αγανάκτηση. Μια γεύση στυφή να φτάνει στο στόμα από τα χημικά και τα μάτια να τσούζουν από τα δακρυγόνα.
«Μακριά τα χέρια από τα μάτια γιατί θα σε τσούζουν περισσότερο μετά, φταρνίσου ελεύθερα όμως, αν θέλεις», άκουσα έναν να συμβουλεύει τον διπλανό του.
Αυτή ήταν η εικόνα του κέντρου της Αθήνας την Τετάρτη 19 του Μάρτη. Από νωρίς το μεσημέρι μ’ έζωναν τα φίδια. Η εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου μου ήταν προγραμματισμένη από καιρό και δεν μπορούσε με τίποτα ν’ αναβληθεί αφού είχε κλειστεί ο χώρος κι οι προσκλήσεις είχαν διανεμηθεί προ πολλού. «Λαχείο μέρα μάς έτυχε», έλεγα στην γυναίκα μου που μάταια προσπαθούσε να μου δώσει θάρρος. Ο χρόνος κόλλησε, λες, κι οι ώρες δεν περνούσαν. Οι διαδηλώσεις δεν έλεγαν να σταματήσουν κι ας είχε πάει κιόλας τέσσερις και μισή. Ένας κρότος ξερός ακούστηκε στο ύψος του Πανεπιστημίου κι ύστερα άλλος κι άλλος. Πάλι έριχναν χημικά. Πάλι κάποιοι έτρεχαν στους δρόμους κυνηγημένοι από τα ΜΑΤ και τους ειδικούς φρουρούς. «Πάει, την κάτσαμε τη βάρκα».
Βραδάκι ώρα 7,00. Δεν έχει νόημα να κάθομαι άλλο στο ξενοδοχείο. Έτσι κι αλλιώς να ηρεμήσω δεν μπορώ. Ανηφορίζω την Πανεπιστημίου, περνώ τη Σταδίου, φτάνω στον χώρο. Ο αγαπητός μου Δημήτρης Αετουδάκης, ομιλητής της βραδιάς, είναι εκεί ιδιαίτερα ανήσυχος. Το ίδιο κι ο Ηλίας Μπαρτζουλιάνος, ο εκδότης, που πίσω από το αμήχανο χαμόγελο δεν μπορούσε να κρύψει την αγωνία του. Η ώρα περνά κι άνθρωπος δεν εμφανίζεται. Η αγωνία μου χτυπάει κόκκινο και μια ανατριχίλα με διαπερνά. Τσάμπα πήγε το ταξίδι, σκέφτομαι, άσκοπες οι ετοιμασίες, άδικα θα πάει κι ο μπουφές. Κι εκείνη την ώρα, οκτώ παρά, σε είδα. Εσένα, αγαπητή μου φίλη, εσένα, φίλε μου αγαπημένε, που βρήκες αυτή τη μέρα για ν’ αφήσεις το σπίτι σου, την ησυχία σου, τη βολή σου, κι έφτασες στην οδό Σοφοκλέους, στο αίθριο του πολυχώρου Bacaro, για να παραβρεθείς στην παρουσίαση του βιβλίου μου και να με τιμήσεις. Κι εγώ τώρα πώς να σ’ ευχαριστήσω και πώς να βγάλω την υποχρέωση;
Ένας ένας, παρέες παρέες, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι άγνωστοι σ’ εμένα, άρχισαν να μαζεύονται. Ανάμεσά τους κι επώνυμοι. Οι τ. βουλευτές Μανόλης Όθωνας και Μιχάλης Νεονάκης, ο τ. Νομάρχης Κώστας Στρατινάκης, ο πρόεδρος της Παγκρητίου Ενώσεως Γιώργος Μαριδάκης, οι στρατηγοί ε.α. Βασίλης Αποστολάκης και Σταύρος Φωτάκης, λογοτέχνες, συγγραφείς, ποιητές κι ένας κόσμος που ήθελε να μου μιλήσει, να μου σφίξει το χέρι, να με συγχαρεί, να μ’ ενθαρρύνει. Βιαστικός ο Αετουδάκης ξεκινά την ομιλία του και λέει λόγια ζεστά, από την καρδιά του βγαλμένα. Ησυχία στο ακροατήριο, ατμόσφαιρα μυσταγωγική όσο μιλά σιγανά, με διδακτικό ύφος, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος, συγγραφέας και δάσκαλος σεναριογραφίας. Η άλλη ομιλήτρια, η Χρυσούλα Δημητρακάκη, με το που ανοίγει το στόμα της ξεχειλίζει ποίηση.
Απευθύνουν κι άλλοι χαιρετισμό κι ύστερα έρχεται η σειρά μου. Να πω στ’ αλήθεια τι, με τόση συγκίνηση που μ’ έχει καταλάβει; Είναι στιγμές που τα λόγια βγαίνουν δύσκολα και δεν μπορούν ν’ αποδώσουν τη δύναμη του συναισθήματος κι η λέξη ευχαριστώ σίγουρα δεν φτάνει για να τα καλύψει. Είναι όμως η μόνη κι έτσι αναγκαστικά αρκούμαι σ’ αυτήν.

Περισσότερα για την παρουσίαση εδώ:


http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/19-2008.html
http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/blog-post_7907.html
http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/blog-post_9304.html http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/blog-post_3282.html

Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2008


Πού πάμε;

Τι κάνουμε, παιδιά; Βαράμε διάλυση; Τα Σκόπια μάς πήραν το όνομα, οι Αμερικάνοι και τα σώβρακα, εδώ και χρόνια. Σήμερα κατατίθεται το ασφαλιστικό, απεργούν οι εργαζόμενοι στην Τράπεζα Ελλάδος και κατέρρευσαν τα συστήματα πληρωμών του κράτους. Κλειστό για δεύτερη μέρα το Χρηματιστήριο. Ούτε πόλεμο να 'χαμε! Και σ' ανώτερα!

Δευτέρα, Μαρτίου 03, 2008

Πάλι με ξάφνιασε ευχάριστα το Κυκλάμινο του Βουνού που ασχολήθηκε αυτή τη φορά με το βιβλίο μου "Όπως τ' όνειρο" και το ευχαριστώ γι' αυτό. http://kiklaminovounou.blogspot.com/2008/03/blog-post_9495.html

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

Συμβαίνουν κι αυτά!

Όταν πας να κάνεις πλάκα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να βρεθείς εκτεθειμένος. Το ίδιο κόντεψα να πάθω κι εγώ με τον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Ένωσης Κρητών Λογοτεχνών. Για πλάκα τους έστειλα ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο μου «Οι άγγελοι χαϊδεύουν μόνο», και διάλεξα το μέρος αυτό που περιείχε αρκετές τολμηρές σκηνές, με ανατριχιαστικές μάλιστα λεπτομέρειες. Γι’ αυτό κι έμεινα να κοιτάζω με αμηχανία την πρόσκληση που έλαβα για την τελετή απονομής βραβείων με την ένδειξη «Έχετε διακριθεί», γραμμένη με μολύβι στο πάνω δεξιό μέρος της. Και τώρα; Αναρωτήθηκα, τι γίνεται τώρα;
Έχω παραβρεθεί σ’ ένα σωρό ανάλογες τελετές κι η διαδικασία σε όλες είναι περίπου η ίδια. Κάποιοι από το πάνελ διαβάζουν αποσπάσματα του έργου που έχει διακριθεί, ανακοινώνεται το όνομα του συγγραφέα και δίνεται η διάκριση. Αυτό ήταν που φοβόμουν κι εγώ. Ποιος θα διαβάσει και τι, από το αυστηρώς ακατάλληλο κείμενο που τους είχα υποβάλει.
Στον δρόμο προς το Ηράκλειο μια άλλη ιδέα πέρασε από το μυαλό μου. Λες, σκέφτηκα, να μου απονείμουν κανένα αντι-βραβείο σαν εκείνα τα «βατόμουρα» ή όπως αλλιώς τα λένε, και γίνω ρεζίλι των σκυλιών;
Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά. Δεν υπήρξε ανάγνωση κειμένων. Απλά ο Πρόεδρος της Ένωσης ανακοίνωνε το όνομα του διαγωνιζόμενου που είχε διακριθεί και τον τίτλο του έργου του, ακολουθούσε η απονομή κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Εμένα μου έδωσαν τελικά ένα β’ έπαινο, σιγά το πράμα δηλαδή, και ξεμπέρδεψαν κι αυτοί κι εγώ. Επειδή όμως με τα παραπάνω μπορεί να έχει οργιάσει η πονηρή φαντασία σας, σας το παρουσιάζω και αναμένω τα σχόλιά σας.
http://oiaggeloixaideyounmono.blogspot.com/

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2008

"Θερμά ευχαριστώ" σε μια φίλη

Ειλικρινά δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω τη φίλη Κατερίνα για τα καλά της λόγια σχετικά με το βιβλίο μου "Η Αδελφότης των Στεναγμών".
Ό,τι έχει γράψει σχετικά, βρίσκεται στο blog της αλλά δεν μπορώ να μην μεταφέρω τις σκέψεις της εδώ
.
Το blog της Κατερίνας είναι:
http://kiklaminovounou.blogspot.com/
.
Σκέψεις πριν την ανάγνωση ενός μεγάλου βιβλίου
.......
Η αλήθεια είναι ότι τα πολυσέλιδα βιβλία με αγχώνουν.
Έχω ένα παράξενο κουσούρι. (Μαζί με όλα τα άλλα).
Θέλω όταν αρχίζω ένα βιβλίο, να μπορώ να το τελειώσω την ίδια μέρα, άντε την άλλη, γιατί, αν με πάει πιο πολύ, μπορεί να μην το ξαναπιάσω στα χέρια μου. Αυτό σημαίνει για μένα ότι δεν με τράβηξε όσο ήθελα.
Θεωρώ πολύτιμο τον χρόνο της ζωής μου και γι’ αυτό κλέβω ώρες ακόμα και απ’ τον ύπνο μου για να προλάβω να κάνω πράγματα που μου αρέσουν. Ένα απ' αυτά είναι και το διάβασμα. Μ’ αρέσει να διαβάζω, αλλά θέλω και τα βιβλία που διαβάζω να μ’ αρέσουν και να με τραβούν για να πάω γρήγορα και χωρίς να το καταλάβω στην παρακάτω σελίδα. Όχι να κοιτάζω πόσες σελίδες έμειναν ακόμα για να το τελειώσω.
Έχω μια γνωστή που "αγοράζει χοντρά βιβλία, για να βγάζει τα λεφτά του" λέει "και να περνάει τις ώρες της". Τα χρησιμοποιεί σαν υπνωτικό, τα βράδια. "Όσο πιο πολύ καιρό" λέει, "κάνει να το τελειώσει, τόσο οικονομικό κέρδος έχει! Διαβάζει μερικές σελίδες κάθε βράδυ για να νυστάξει κι άντε πάλι την άλλη μέρα!"
Εγώ πάλι, αν αρχίσω βιβλίο, δεν κοιμάμαι αν δεν το τελειώσω. Δε μπα να ξημερώσει η άλλη μέρα! Άσε που μετά σκέφτομαι την ιστορία και δεν κλείνω μάτι. Μια απ' τα ίδια δηλαδή!
Δύσκολος άνθρωπος είμαι. Ανισσόροπος!
.....
Και καλά να το έχεις αγοράσει όπως η γνωστή μου και να σου αποδειχτεί πατάτα. Το βάζεις στο ράφι και δε μαλώνεις μαζί του. Κάποιος άλλος θα βρεθεί να το διαβάσει, που σ’ εκείνον θα αρέσει. Γούστα είναι αυτά. Το βιβλίο όμως που έχω εγώ στα χέρια μου, μου έκαναν την τιμή να μου το χαρίσουν και πρέπει να το διαβάσω. Πρέπει να τους πω τη γνώμη μου. Αν μ' άρεσε και γιατί. Αν όχι, πάλι "γιατί;"
....
Εγώ είπα. Θέλω το βιβλίο να με τραβήξει απ’ την πρώτη σελίδα. Όχι απ’ την δέκατη που δίνει την ευκαιρία ο σεναριογράφος Syd Field στο βιβλίο του ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ, Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ (σελίδα 17 -εκδόσεις Κάλβος). Είμαι ζόρικη αναγνώστρια και θέλω πολλά. Θέλω διαλόγους, θέλω η υπόθεση να τρέχει, θέλω απλή γλώσσα που να την καταλαβαίνω. Θέλω αγωνία, θέλω αλήθεια, θέλω να το διαβάζω και συγχρόνως να το ζω. Θέλω λίγες περιγραφές, για πρόσωπα, τόπους, πράγματα, για να είναι ελεύθερη η δική μου φαντασία να τα πλάσει όπως θέλει. Θέλω να βρω στάσεις σ’ αυτό το βιβλίο, να σημειώσω κάτι που έμαθα, κάτι που μ’ άρεσε, κάτι που μ’ άγγιξε, κάτι που με συγκίνησε.Ναι και μια στάση εκεί που μου κόπηκε η ανάσα κι εκεί που με πήραν τα δάκρυα. Γιατί όχι;Είπαμε. Δύσκολος και παράξενος αναγνώστης είμαι εγώ.
.....
Τώρα θα μου πεις, αφού το «παίζεις» κι εσύ συγγραφέας, γιατί δεν γράφεις έτσι, όπως απαιτείς απ’ τους άλλους;Και θα σου απαντήσω:
Αμ, δεν ξέρω να γράφω. Άμα ήξερα, δεν θα ήμουνα κι εγώ μια καλή συγγραφέας όπως τόσες άλλες, τις γνωστές; Εγώ γράφω βιώματά μου, όταν το έχω ανάγκη κι όταν μου την δίνει λίγο η ανάγκη της δόξας, βγάζω και κανένα βιβλίο και μετά τρέχω να κρυφτώ, γιατί οι αυτοβιογραφίες "πονάνε"
......
Ας αφήσουμε όμως εμένα. Σήμερα ερχόμενη για δουλειά στο περίπτερο με περίμενε στο γραμματοκιβώτιο ένας χοντρός φάκελος. Τον πήρα μαζί μου, γιατί με περίμενε ήδη το ταξί. Ήρθα στις 4 ενώ έπρεπε 5, αλλά αφού ξέρω ότι ο Δημήτρης πάλι θα με λυπηθεί και θα έρθει στις 4, για να μην δουλεύω εις βάρος του και για να μην τον "κλέβω" ώρες. (κι ας λέω συχνά ότι είμαι κλέφτρα)
.......
Δωδεκάωρο λοιπόν κι αν τα πάω καλά μ’ αυτό το χοντρό βιβλίο που μου χάρισε ο κύριος Νίκος, δεν θα καταλάβω πως θα περάσει το βράδυ.
Το εξώφυλλο το είχα δει στο μπλογκ του:
τον τίτλο «Η αδελφότης των στεναγμών», τον ήξερα.
Ανοίγω σελίδα, όπα! Αφιερώσεις συγκινητικές και η φωτογραφία του κ. Νίκου!Γεια σου κυρ Νίκο! Λεβέντης φαίνεσαι! Κι αν ήξερες πόσο «πάω» τους Κρητικούς!
Γυρίζω σελίδα και διαβάζω:
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, τους συνεργάτες και τους συντελεστές της επιμελημένης αυτής έκδοσης. Ειδικά αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω τον κ. Ηλία Μπαρτζουλιάνο για τη συνεργασία, τις πολύτιμες συμβουλές και τη βοήθεια που μου προσέφερε.Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ ανήκει δικαιωματικά στην κ. Φωτεινή Σαμαριτάκη που έκανε τη δακτυλογράφηση των χειρογράφων, αποκρυπτογραφώντας τα κάποιες φορές.
Μπράβο σε όλους σας κύριοι, αλλά εγώ ακόμα δεν είδα τίποτα. Όταν το διαβάσω, θα σας πω.
Σελίδα 5 η αφιέρωση:
Ένας μεγάλος, (Στέφαν Στιλς), είπε:
«Τρία πράγματα μπορεί να κάνει
κάποιος για τις γυναίκες:
να τις αγαπήσει,
να υποφέρει γι’ αυτές,
να τις κάνει λογοτεχνία»
Θέλω να πιστεύω πως έκανα και τα τρία για σένα,
Στην Αμαλία της ζωής μου.
Ωραία τα είπε ο Στέφαν Στιλς, τυχερή και η Αμαλία της ζωής σου, κύριε Νίκο μου, αφού τα έκανες και τα τρία σε ένα, για να δω εμένα τώρα τι θα μου τα κάνεις! Θα με κρατήσεις ξυπνητή να βγάλω τη βάρδια μου ή θα με πάρει ο ύπνος;
Σελίδα 7
«Κατάλαβες τώρα γιατί δεν μπορεί να γίνει αυτός ο γάμος;»
Αρχίζει!
Ώπα! Ζόρικος συγγραφέας είσαι κύρ Νίκο μου! Αμέσως μ’ έβαλες στα βαθιά! Κάτι μου λέει πως θα μ’ αρέσεις!
********
Αργότερα
-Πάλι γράφεις Κατερίνα;
-Όχι, Σάκη! Σήμερα διαβάζω!
-Τι διαβάζεις πάλι;
-Ένα πολύ ωραίο βιβλίο!
-Εμ, τι άλλο θα διάβαζες!
Του το δείχνω.
-Όλο αυτό; Ούτε σε δέκα χρόνια δεν θα το διάβαζα! Κατάλαβα! Έχεις δουλειά για μια βδομάδα!Ο Σάκης είχε όρεξη για κουβέντα, αλλά εγώ δεν έπαιρνα τη ματιά μου απ’ τη σελίδα που διάβαζα.
-Έι! Σου μιλάω. Εδώ πελάτης. Ένα ξυραφάκι θέλω!
Άσε με ρε Σάκη κι εσύ! Παίρνεις κάθε μέρα ένα ένα ξυραφάκι! Τρέχα δίπλα στο μάρκετ και πάρε μια πεντάδα! Όχι τίποτ’ άλλο και πρέπει ν’ ανέβω στα ψηλά και μου χαλάς το ντεκόρ. Πρέπει πρώτα να μαζέψω τα χαρτιά μου.
-Α, Κατερίνα, αγρίεψες!
-Έλα ρε Σάκη! Μη με καθυστερείς κι εσύ κι έχω αγωνία!
-Γιατί τι έγινε; Την σκότωσε;
-Όχι ακόμα! Φύγε γιατί θα σε σκοτώσω εγώ!
-Δεν σε πλήρωσα!
-Δεν πειράζει! Την άλλη φορά.
****
Έφυγε ο Σάκης και ήρθα στα ίσια μου. Ήρθαν κι άλλοι πολλοί πελάτες, αλλά σ’ αυτούς δεν είχα θάρρος να πω:«Άντε γρήγορα! Τσίχλες αγοράζετε! Δεν διαλέγετε αυτοκίνητο!»
Βρε, μπράβο και πάλι μπράβο στους καπνιστές. Ζητούν την μάρκα τους, την παίρνουν και φεύγουν! Και με τα "Ευχαριστώ" μας και με τα "Καληνύχτα" μας!
Άχ, κύριε Νίκο, τι μού 'κανες με την Κατερίνα σου! Και έπινε και ήταν και περιπτερού! Αμ και γυμνή στο δρόμο, κυρ Νίκο μου;
****
Δευτέρα βράδυΠώ, πω! Με πούντιασες, κυρ Νίκο μου! Όχι γιατί έμοιαζα την Κατερίνα που βγήκε γυμνή στο δρόμο, αλλά μπες βγες όλη νύχτα έξω απ’ το περίπτερο, για να εξυπηρετήσω γρήγορα τους πελάτες να φύγουν, δεν φόραγα το μπουφάν, είχε και παγωνιά και την άρπαξα την πούντα!Δυο μέρες είμαι άρρωστη, κυρ Νίκο μου, αλλά χαλάλι σας!
Το μυθιστόρημά σας είχε όλα μα όλα τα στοιχεία απ’ αυτά που ζητώ εγώ από ένα βιβλίο.
Αυτό το βιβλίο αξίζει να γίνει σήριαλ!
Άξιζε τον χρόνο που διέθεσα για να το διαβάσω!
Άξιζε ακόμα και την πούντα μου!
Χαλάλι σας και Θερμά Συγχαρητήρια!
Φιλικότατα
Κατερίνα

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2007

Χριστούγεννα 2007

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα κι αισθάνομαι μια θλίψη απέραντη να με πλημμυρίζει, αγαπητό μου blog. Μια σιχασιά για όσα συμβαίνουν γύρω μου, μια απογοήτευση, ένα βάρος ασήκωτο. Μέρες γιορτινές, ζεστές οικογενειακές στιγμές με φιλική συντροφιά γύρω από το τζάκι, πρόσωπα γελαστά, συζητήσεις ευχάριστες, γέλια, κι έξω ο βοριάς να λυσσομανά. Αυτά μας είχαν μάθει κι εγώ αυτά περίμενα σήμερα, μέρα που είναι.
Παραμονή της Γέννησης του Χριστού κι ακόμη και σήμερα, οι εφημερίδες και τα κανάλια εξακολουθούν να μας βομβαρδίζουν με το άλμα του Ζαχόπουλου στο κενό. Αλαζονικές συμπεριφορές, ίντριγκες, παράνομοι έρωτες, πάθη, εκβιασμοί, βουτιές στο κενό. Αναψυκτήρια που μετατρέπονται σε βίλες πολυτελείς, κακόμοιροι ανασφάλιστοι Ινδοί που βαφτίζονται φιλοξενούμενοι, χαμηλοσυνταξιούχοι που βλέπουν στ’ όνειρό τους βαρυφορτωμένους πάγκους με απλησίαστα, για την άδεια τσέπη τους, αγαθά, εργάτες, υπάλληλοι κι επαγγελματίες στους δρόμους για το ασφαλιστικό σε μια ύστατη προσπάθεια να περισώσουν ό,τι απόμεινε από τα λεηλατημένα ταμεία.
Ολόκληρη η χρονιά που πέρασε, κύλησε στον ίδιο ρυθμό. Από τον Βαρθολομαίο στον Ζαχόπουλο μ’ ενδιάμεσους σταθμούς υποκλοπές, κουμπάρους, πυρκαγιές, καμένους κι ομόλογα δομημένα. Στον επόμενο τόνο ένα καινούριο σκάνδαλο θα ξεσπάσει. Στον επόμενο τόνο μια νέα αποκάλυψη θ’ ακολουθήσει. Πάλι καλά που μεσολάβησαν και τα Ζωνιανά και γέλασε κάθε πικραμένος.
Φωνούλες χαρούμενες περίμενα σήμερα, αγαπητό μου blog. Παρέες από παιδάκια με τρίγωνα, με προσωπάκια χαρωπά να λένε τα κάλαντα. «Καλήν ημέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας», μόνο που ο ορισμός δεν είναι τόσο αυτονόητος στην εποχή μας και το φιλοδώρημα ταπεινό κι απελπίστηκαν τα παιδιά και τα παράτησαν. Είναι κρίμα όμως. Αμαρτία από τον Θεό να στερούμαστε την κάθε μικρή χαρά και να συρόμαστε στον αγέλαστο κόσμο που μας έχουν επιβάλει. Γι’ αυτό κι εγώ το αποφάσισα. Την αλαζονεία τους δεν θα την ανεχθώ άλλο, τον ετσιθελισμό τους, την υποκριτική ηθική τους. Στο πείσμα τους θα εξακολουθήσω να γελώ, ν’ αντιστέκομαι, να φωνάζω πιο δυνατά και θα γράψω κι ένα βιβλίο.
Καλά Χριστούγεννα!

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

"Μελί"

Δυο γιους είχε ο Δημητράκης, ο άρχοντας της Αγιά Φωτιάς. Δυο γιους, δυο παλικάρια μέχρι εκεί πάνω. Σ’ αυτούς είχε τα θάρρη του, για πάρτη τους θα τα ’βαζε και με τον κόσμο ολόκληρο αν χρειαζόταν. Και δεν είχε κι άδικο, εδώ που τα λέμε. Όλο το χωριό είχε να λέει για τους βλαστούς του Νίκου του Δημητράκη. Ο πρώτος, ο Αποστόλης, ήταν το καμάρι του. Έπαιρνε τα γράμματα και στα ’35 που τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Θα γινόταν γιατρός. Ο άλλος ο μικρός, ο Μιχάλης, ήταν ο πιο ζόρικος. Αυτός δεν ήθελε τα γράμματα με τίποτα. Όταν τέλειωσε το δημοτικό, έπιασε τα χωράφια. «Δεν πάω εγώ στο γυμνάσιο», του έλεγε. «Δε μ’ αρέσει. Κρούβομαι στο σκολειό κι η Χώρα είναι αλάργο. Εμένα μ’ αρέσουνε τα χωράφια κι οι αγροτικές δουλειές. Επαέ θ’ απομείνω, να σε βοηθώ κιόλας».
Ό,τι κι αν του έκανε, δεν μπόρεσε τελικά να τ’ αλλάξει γνώμη. Τον έπιασε με το καλό, τον αγρίεψε, τον έδειρε με το βούρδουλα, τίποτα αυτός, εκεί. Να έχει πεισμώσει σαν το πουλάρι τ’ άστρωτο, και να μην κάνει βήμα παραπέρα. Σαν είδε κι απόειδε, τον έστειλε με τους εργάτες στα χωράφια. Παράγγειλε στον αρχιεργάτη του, τον Νικολή, να τον βάζει να κάνει τις πιο βαριές δουλειές, μπας κι απελπιστεί κι αλλάξει γνώμη στο τέλος.
Κι αυτός ο μπάσταρδος το διασκέδαζε. Καμάρωνε κι από πάνω πως δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τους άλλους εργάτες. Ψημένοι τόσα χρόνια στις κακοκαιρίες και τις βαριές αγροτικές δουλειές κι όμως τους συναγωνιζόταν στα ίσια. Κρυφογελούσε από μέσα του με τις αντιδράσεις του πατέρα του, που νόμιζε πως βάζοντάς τον στα δύσκολα θα τα παρατούσε. Στο τέλος πέρασε το δικό του. Θέλοντας μη θέλοντας ο Δημητράκης, έκανε την ανάγκη του φιλότιμο και τον κράτησε κοντά του.
Μαράζι το είχε να μάθουν τα παιδιά του γράμματα. Αλλά αφού δεν τα ήθελε ο Μιχάλης, τι να τον έκανε; Να τον σκότωνε; Άρχισε να τον παίρνει μαζί του στα χωράφια, στο χωριό και τα Γιαλοπόταμα. Φρόντιζε να του μαθαίνει τα μυστικά της φύσης και της αγροτικής δουλειάς. Όμορφος και γεροδεμένος ο Μιχάλης, ψημένος στα χωράφια, γρήγορα του μύρισε γυναίκα. Άμα είδε και την Κατερίνα, την κόρη του έμπορα του Πολάκη, έκανε σαν το πρωτόβγαλτο κριάρι που δεν το σταματά καμιά μάντρα.
Σαν είδε πως δεν τον έκανε καλά ο Δημητράκης, έστειλε προξενιό με τον παπα-Κωστή και τη ζήτησε. Κι ο φαντασμένος ο Πολάκης έδιωξε κακήν κακώς τον παπά και του γύρισε πίσω την προξενιά. Μα αυτός δεν κώλωσε. Δεν τις σήκωνε τέτοιες προσβολές. Κουβέντιασε με τον Νικολή, τον αρχιεργάτη του, και πρωί πρωί την άλλη μέρα, έβαλε τον Μιχάλη του κι έκλεψε την πανέμορφη Κατερίνα. Την ώρα που έσκυβε στη βρύση να γεμίσει το σταμνί της νερό, πρόβαλε ο Μιχάλης καβάλα στο μουλάρι και την άρπαξε.
Στα Γιαλοπόταμα την πήγε. Να δεις μετά απ’ αυτό σε πόση ώρα τα γύρισε ο έμπορας ο Πολάκης και συμφώνησε να γίνει ο γάμος! Μόνο να τους έβλεπες στην εκκλησία! Στα δεκαεννιά ο Μιχάλης, δεν είχε κλείσει ακόμη η Κατερίνα τα δεκάξι, άστραφτε η εκκλησία από τα νιάτα και την ομορφιά τους. Τους βοήθησε κι έστησαν το σπιτικό τους. Αρχόντους θα τους έκανε. Φιλοτιμήθηκε κι ο Πολάκης και τους έκτισε το σπίτι. Μέχρι να πάρουν στρατιώτη τον Μιχάλη, το ’39, είχαν προλάβει κι είχαν φτιάξει μιαν ωραία οικογένεια. Είχαν και δυο παιδιά. Ζευγαράκι, αγόρι, κορίτσι.
Το καλοκαίρι του ’40 δεν κατέβηκε ο Αποστόλης στην Αγιά Φωτιά. Ύστερα κηρύχτηκε ο πόλεμος κι έχασε τα ίχνη του. Τον Μιχάλη τον πήγαν στην Αλβανία, τότε που έφυγε η Μεραρχία της Κρήτης. Με τον καημό τους ζούσε. Αγωνιούσε για τον Μιχάλη, που ήταν στο μέτωπο, λαχταρούσε να πάρει νέα κι από τον Αποστόλη που είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του.
Η γυναίκα του, η κερά Αντιγόνη, είχε πεθάνει κι είχε μείνει μόνος του. Με τους εργάτες την έβγαζε στα Γιαλοπόταμα όλη μέρα και κάθε βραδάκι ανηφόριζε στο χωριό καβάλα στο μουλάρι του. Ήταν το μόνο που του ’χε απομείνει. Δεν το παρέδωσε στην επιτροπή που πήγε να το επιτάξει. Όλα τ’ άλλα τούς τα ’δωσε με την όρεξή του. Και ζώα και χρήματα. Μαζί με την ψυχή του και τους δυο του γιους που πολεμούσαν για την πατρίδα. Γιατί κι ο Αποστόλης, δεν μπορεί, αφού δεν έδινε σημάδια ζωής, στο μέτωπο θα ήταν. Άλλωστε τους γιατρούς πρώτους τους πήραν. Αυτό τον συνέφερε κι αυτό ήθελε να πιστεύει.
Αλλά τούτο το μουλάρι, το μελί, το ’χε αναθρεμμένο ο ίδιος. Σαν παιδί του το ’χε. Τους το εξήγησε, έκαναν κι αυτοί τα στραβά μάτια, και του τ’ άφησαν. Συντροφιά το ’χε κι αποκούμπι. Κι αυτό, δυνατό και άγριο, το καταλάβαινε κι υπάκουε μόνο αυτόν. Κανέναν άλλο δεν άφηνε να το πλησιάσει σε απόσταση μεγάλη. Του μιλούσε σαν να ’ταν άνθρωπος. «Άντες εδά, ν’ ανεβούμε στο χωριό και πού το κατέχεις, μπορεί να ’χουν έρθει πράμα χαμπέρια», του ’λεγε κάθε αργά.
Λεβεντόγερος, στητός, ξεπέζευε έξω από το σπίτι του γιου του. Αφού έβλεπε την Κατερίνα και χάιδευε λίγο τα παιδιά, τους άφηνε ό,τι φαγώσιμο είχε καταφέρει να μαζέψει από τα χωράφια κι ετοιμαζόταν να φύγει. Εκεί άρχιζε να χάνει το θάρρος του. Η αγωνία τον έτρωγε αλλά ντρεπόταν και δεν ρωτούσε κάθε μέρα την Κατερίνα αν έμαθε τίποτα νέο για τον άντρα της, μόνο την κοίταζε στα μάτια με την ελπίδα να τρεμοπαίζει μέσα του. Καταλάβαινε αυτή. «Δεν έχω νέα, πατέρα», του έλεγε πικραμένη, κοκκίνιζε κι έσκυβε το κεφάλι σαν να έφταιγε η ίδια.
Χαμήλωνε τότε το κεφάλι του κι αυτός, καβαλούσε πάλι το μουλάρι κι αμίλητος γυρνούσε πίσω στα Γιαλοπόταμα.
Εκείνη η μέρα, στο τέλος του Ιούνη του ’41, δεν ήταν σαν τις άλλες. Με το που μπήκε στο χωριό, το βρήκε ολάδειανο. Σφαλιχτές πόρτες και παραθύρια, ψυχή ζώσα στον δρόμο, κι από το σπίτι του γιου του άκουσε θρήνο. Το προαισθανόταν το κακό. Μέρες τώρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί κι αν έκλεινε λίγο τα μάτια του κάποιο βράδυ αποκαμωμένος, ερχόταν αμέσως στον ύπνο του η γυναίκα του και του ’γνεφε αναστατωμένη.
Το αντιλαμβανόταν πως δεν ήταν γι’ αυτόν. Κάτι άλλο, κακό, θα του συνέβαινε. Έκανε λειτουργία στο χωριό, πήγε με τον παπά και θυμιάτισαν τον τάφο της, μα το πράμα δεν έλεγε ν’ αλλάξει. Και το Σάββατο που ’σφαξε ένα αρνί, έβαλε τον Νικολή να μελετήσει τη σπάλα του. «Δες τηνε, μωρέ εσύ, γιατί εγώ έχω κακό προαίσθημα», του είχε πει. Είχε πιάσει ο Νικολής τη σπάλα, ξεχώρισε με το χέρι του το κρέας και, πριν προλάβει να την κοιτάξει καλά καλά, πέταξε το κόκαλο του σκύλου που τ’ άρπαξε στον αέρα κι έφυγε τρέχοντας. «Ίντα ’δες;» τον είχε ρωτήσει ανήσυχος. «Πράμα. Ούλα καλά, αφεντικό». Και τι άλλο να του ’λεγε δηλαδή, πως είχε δει ορθάνοικτο τάφο στο σπιτικό του;
Έκανε πως τον πίστεψε ο Δημητράκης, αλλά η ανησυχία δεν έλεγε να τον αφήσει. Και τώρα, μόλις μπήκε στο χωριό, άκουσε θρήνο από του γιου του, του Μιχάλη, το σπίτι. Πήδηξε κάτω από το μουλάρι κι έτρεξε. Παραμέρισε άνδρες και παιδιά στην αυλή και με την ψυχή στο στόμα ανέβηκε τις σκάλες και μπήκε στο καθιστικό.
Είδε τις γυναίκες να μαδιούνται και πάνω στο τραπέζι παρατημένο ένα ανοικτό μαντήλι, λεκιασμένο από αίμα. Πρόλαβε και ξεχώρισε το ρολόι του γιου του, τον χρυσό του σταυρό και το φυλακτό του. Πήρε στην αγκαλιά του τα εγγονάκια του, που τρομαγμένα είχαν βάλει τα κλάματα, και προσπάθησε να τα παρηγορήσει. Ένιωσε να πνίγεται.
Κατέβηκε τις σκάλες και σταμάτησε στην αυλή ίσα ίσα για ν’ ανάψει ένα τσιγάρο. Τράβηξε μια ρουφηξιά, καβάλησε πάλι το μουλάρι και πήρε τον δρόμο για τα Γιαλοπόταμα. Τα μάτια του έτρεχαν και δεν ξεχώριζε καλά που πήγαινε. Μόλις βγήκε από το χωριό και πήρε το μονοπάτι που περνούσε πάνω από τους γκρεμούς, χάιδεψε με το χέρι του τον λαιμό του μουλαριού. «Κι εδά, μωρέ Μελί», του ’πε, «ίντα γίνεται; Εγώ ζωή δεν έχω μπλιο, του λόγου σου;»
Κοκάλωσε το μουλάρι απότομα λες και κατάλαβε τα λόγια και τον πόνο του. Ανατρίχιασε, ολόρθη ήρθε και στάθηκε η χαίτη στον λαιμό του, τίναξε το κεφάλι ψηλά, υπερήφανα ως είχε συνηθίσει, το ’φερε δεξά, το γύρισε ζερβά ανήσυχο, ανοιγόκλεισε με δύναμη τα ρουθούνια και χλιμίντρισε πονεμένα. Κραυγή απελπισίας, ίδιο ανθρώπινο κλάμα εισέπραξε το χλιμίντρισμα εκείνη την ώρα ο Δημητράκης. Ετούτο το σημάδι περίμενε και χωρίς να χάσει στιγμή, «εκατάλαβα, συμφωνείς κι εσύ», του ’πε. «Άντες εδά κι ο Θεός να μας -ε-συχωρέσει».
Κράτησε σφιχτά τα χαλινάρια, έβγαλε από το στόμα του το τσιγάρο, το ’πιασε προσεκτικά με τα δυο του δάχτυλα, τίναξε τη στάχτη μέχρι να φανεί ολοκόκκινη η καύτρα και σβέλτα το ’ριξε μέσα στ’ αυτί του ζωντανού. Σαν αλλοπαρμένο αυτό, τρελαμένο από τον αβάσταχτο πόνο που αισθάνθηκε στη βάση του μυαλού του, αφηνίασε και μ’ ένα σάλτο βούτηξε στον γκρεμό.
Εκεί τους βρήκε σκοτωμένους την άλλη μέρα ο Νικολής που είχε ανησυχήσει κι έψαχνε τ’ αφεντικό του όλη τη νύχτα.

Σ.Σ.
Το «Μελί» είναι απόσπασμα από το βιβλίο μου με τίτλο «Η Αδελφότης των Στεναγμών» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μπαρτζουλιάνος» και πήρε το A' βραβείο στον 24ο λογοτεχνικό διαγωνισμό του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Χανίων μαζί με το διήγημά μου «Μεσάνυχτα και κάτι»

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

Και όμως συμβαίνει

Να μη διαβάζουν δεν μπορεί, να μη βλέπουν, να μη συναισθάνονται την αγωνία του φτωχού, δε γίνεται. Όλα τ’ ακούνε κι όλα τα καταλαβαίνουν, πιστεύω, απλά δε νοιάζονται για κανέναν και για τίποτα. Και πάντα έχουν τη λύση έτοιμη κι ακολουθούν την ίδια συνταγή. Νέοι φόροι, τέλη, αυξήσεις τιμολογίων, όλα στην πλάτη του κοσμάκη, του έρημου και σκοτεινού. Δυόμισι μήνες μετά τις εκλογές κι η κυβέρνηση των «μεταρρυθμίσεων» μας έχει κιόλας έτοιμο τον πρωτοχρονιάτικο μποναμά. Φόροι στην ακίνητη περιουσία, η ΔΕΗ να μας απειλεί με ανατιμήσεις μαμούθ και στο βάθος να καραδοκεί μια αύξηση του ΦΠΑ τόοοση, με το συμπάθιο. Άσε το ασφαλιστικό που στη σκέψη του και μόνο ανατριχιάζω. Περικοπή στις παροχές, κατάργηση δικαιωμάτων, σύνταξη σαν θα ’χουμε σαλπάρει για τόπο χλοερό «ένθα ουκ έστιν πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος», που λένε κι οι παπάδες. Αυτό έχουν ενστερνιστεί εκεί απάνω και μας οδηγούν στο ερώτημα, «αξίζει, άραγε, να νοιαζόμαστε για τα επίγεια αφού στον άλλο κόσμο θ’ απολαμβάνουμε του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά μαζεμένα;»
Διάλογος για το ασφαλιστικό; Αυτό πια κατάντησε το πιο σύντομο επίκαιρο ανέκδοτο. Διάλογος με ποιον και γιατί; Μ’ ένα κράτος ανέντιμο κι αφερέγγυο, δυστυχώς, που το μόνο που το απασχολεί είναι το τι θα εισπράξει και τι θα μας στερήσει. Που πρώτα υπογράφει συμφωνίες κι εγγυάται υποκριτικά τριμερείς χρηματοδοτήσεις, που έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τηρήσει, κι ύστερα διορίζει διοικήσεις στα ταμεία για να διαχειρίζονται τα όποια αποθεματικά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κι ο λύκος φυλάει τα πρόβατα. Αλήθεια, τι απόγινε μ’ εκείνα τα περιβόητα δομημένα ομόλογα; Το «φέρτε πίσω τα λεφτά» του καλοκαιριού, τι έγινε; Ό,τι γίνεται κάθε φορά. Μόλις κάτι άλλο παρουσιαστεί, τρώει το σκοτάδι το προηγούμενο. Και τώρα έχουμε τα Ζωνιανά για να πορευόμαστε. Του παραλογισμού και της υποκρισίας το απόγειο. Λες και δεν γνώριζαν τόσα χρόνια. Λες και δεν έβλεπαν, δεν άκουγαν, δεν διάβαζαν, για να μην πω πως υπέθαλπταν και πέσει βαρύ. Και ξαφνικά ανακάλυψαν «Κολομβίες» και «άβατα», που, εν πάση περιπτώσει, τα παραβίασαν εύκολα με πενιχρά όμως, πενιχρότατα, για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, αποτελέσματα. Γιατί ’ταν οι ενέργειες σπασμωδικές ενός κράτους ανίκανου να οργανώσει μια επιχείρηση της προκοπής. Ενός κράτους που λειτουργεί με τη συνταγή τού «μη θίγετε τα κακώς κείμενα», που ανέχεται, εκτρέφει στους κόλπους του και δημιουργεί άβατα στα Εξάρχεια, τα Ζωνιανά, την Ηλεία, τη Μάνη και όπου αλλού. Που κατάντησε την Ελλάδα ολόκληρη άντρο παρανόμων. Που ο τσαμπουκάς της Αστυνομίας του εξαντλείται σε θεατρικές, τηλεοπτικά καλυμμένες, επιχειρήσεις, άντε και στην πλάτη κανενός ειρηνικού διαδηλωτή ή αγανακτισμένου φοιτητή. Που τα όπλα εκπυρσοκροτούν μόνα τους και δέρνουν οι ζαρντινιέρες. Που αφήνει τον χρόνο να κυλά, που δεν σχεδιάζει, δεν προγραμματίζει, δεν υλοποιεί.
Στολίδι
Μέσα στην κακομοιριά που μας δέρνει γενικά, τη φτώχεια και την ανοργανωσιά του δημόσιου τομέα, την κατάντια των σχολείων και των άλλων δημόσιων κτιρίων, υπάρχουν κι εξαιρέσεις. Κι αυτές, σαν φωτεινές, δεν πρέπει να μένουν ασχολίαστες. Αθόρυβα εντελώς, τέλειωσε η ανέγερση του νέου δημαρχιακού μεγάρου του Δήμου Αρκαδίου και μεταφέρθηκαν ήδη σ’ αυτό οι υπηρεσίες του Δήμου. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πώς τα κατάφερε ο αεικίνητος δήμαρχος Μανόλης Μανωλακάκης, ποιους παρακάλεσε, ποιους πίεσε κι εξασφάλισε τη χρηματοδότηση, πάντως το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό κι ο έπαινος που του αναλογεί μεγάλος. Το καινούριο δημαρχείο, μοντέρνο, άνετο, επιβλητικό χωρίς να προκαλεί, αποτελεί ένα αληθινό κόσμημα για την περιοχή κι αξίζουν συγχαρητήρια σ’ όλους – μελετητές, μηχανικούς, εργολάβους κι ανθρώπινο δυναμικό – που συνετέλεσαν σ’ αυτό. Αρκεί βέβαια να μη ρημάξει σε λίγα χρόνια, μιας και συζητιέται πάλι η συνένωση δήμων και νομαρχιών στα πλαίσια του Καποδίστρια 2.
Άσχετο
Σ’ όλους εκείνους που με σταματούν στον δρόμο και στους άλλους που τηλεφωνικά ζητούν να μάθουν τι απόγινε με την υπόθεσή μου στο ΙΚΑ, απαντώ πως ειλικρινά δεν το γνωρίζω. Κάποιες προσπάθειές μου να πληροφορηθώ σχετικά, έπεσαν στο κενό ή σκόνταψαν στο υπηρεσιακό απόρρητο (sic). Συζητήθηκε, λέει, η ένσταση στην επιτροπή αλλά δεν έχει υπογραφεί ακόμη το πρακτικό ή κάτι τέτοιο. Άλλωστε είναι νωρίς ακόμη. Μόλις στις 24 του Οκτώβρη ήταν η συνεδρίαση. Ας περάσει πρώτα κανένα εξάμηνο κι ύστερα βλέπουμε. Αυτοί είμαστε παιδιά κι όποιος δεν το έχει πάρει είδηση, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2007

Μεσάνυχτα και κάτι

Ο ψηλός πενηνταπεντάρης άντρας με την καλοχτισμένη κορμοστασιά και το όμορφο παρουσιαστικό προχώρησε με βήμα βιαστικό κι ανυπόμονο στη μεγάλη αίθουσα του αεροδρομίου «Μακεδονία». Μόλις πάτησε το πόδι του στο εσωτερικό της σήκωσε το χέρι του και χωρίς να πει λέξη ή να κοιτάξει πίσω του έκανε ένα νεύμα στο τσούρμο που τον ακολουθούσε δίνοντάς του μ’ αυτό τον τρόπο εντολή ν’ απομακρυνθεί. Πειθήνια αυτό υπάκουσε, έκανε μεταβολή, διασκορπίστηκε και χάθηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο ίδιος συνέχισε να περπατά με το ίδιο βιαστικό, μάλλον ασταθές, βήμα, μάτι γυάλινο και βλέμμα απλανές.
Η κίνηση στο αεροδρόμιο ήταν αραιή κι ακανόνιστη, όπως κι οι χτύποι της καρδιάς του, εκείνο το ζεστό μεσημέρι της Κυριακής 16 του Σεπτέμβρη. Οι λίγοι ταξιδιώτες που έτυχε να βρίσκονται εκεί, μόλις τον αντιλήφθηκαν, έτρεξαν προς το μέρος του με απλωμένο το δεξί τους χέρι, άλλοι από περιέργεια κι άλλοι από ενθουσιασμό για τη σπάνια κι απρόσμενη ευκαιρία που τους παρουσιαζόταν, να έρθουν δηλαδή πρόσωπο με πρόσωπο με το μεγάλο αφεντικό της Τhasok International.
Ο Μικρογιώργος σταμάτησε απότομα κι άρχισε ν’ ανταποκρίνεται ασυναίσθητα, μοιράζοντας χειραψίες στο άγνωστο πλήθος με την ίδια αφηρημάδα κι ένα παγωμένο χαμόγελο καρφιτσωμένο στο καλοσυνάτο, κατά τα άλλα, πρόσωπό του κι η ματιά του, ανήσυχη, διαπερνούσε τις ανθρώπινες φιγούρες που τον περιτριγύριζαν σαν κάτι να έψαχνε απεγνωσμένα.
Η σημερινή, ήταν η μεγάλη του μέρα, αυτή που χρόνια ονειρευόταν. Η εταιρεία του, η Thasok International, έδινε τον υπέρ πάντων αγώνα. Παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, πίστευε πως είχε μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει την αναμέτρηση και ν’ αναδειχτεί στη μεγαλύτερη, την ισχυρότερη, την κυρίαρχη της χώρας, κόντρα στη Νova Republica, του χοντρομπαλά Μικροκώστα. Ήταν τόσο βέβαιος πως θα νικήσει όσο κι αν τον έβαζες να στοιχηματίσει πως θα έκανε τη συνηθισμένη του διαδρομή, αυτή των δέκα χιλιομέτρων με ποδήλατο, χωρίς να κουραστεί. Επιπλέον το επιθυμούσε τόσο πολύ, είχε επενδύσει τα πάντα σ’ αυτή τη μάχη, που οτιδήποτε άλλο εκτός από τη νίκη δεν μπορούσε καν να το διανοηθεί. Όμως…, όμως ένα παράξενο συναίσθημα που του προκαλούσε υπερδιέγερση, τον έκανε ν’ ανησυχεί και να φοβάται. Δεν μπορούσε να το συγκεκριμενοποιήσει ούτε να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς ήταν αυτό, όμως αυτός ο φόβος ήταν που τον έκανε να συμπεριφέρεται έτσι περίεργα.
Οι θολές φιγούρες ερχόντουσαν κατά πάνω του από παντού. Από μπροστά, από πίσω του, από δεξιά κι αριστερά του. Μόλις τον έφταναν τον χαιρετούσαν, τον άγγιζαν, άλλοι του φώναζαν κιόλας κάτι σαν «Μικρογιώργο, προχώρα, άλλαξέ τα όλα», αντιλαμβανόντουσαν όμως αμέσως τη σαστιμάρα, το τυπικό φέρσιμο και το αφηρημένο του χαμόγελο κι απομακρυνόντουσαν από κοντά του στη στιγμή. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είχε τελειώσει η όλη διαδικασία, είχαν φύγει όλοι τους κι απόμεινε μόνος στην απέραντη αίθουσα. Και τότε, από το βάθος, ξεχώρισε ολοκάθαρα τον ακατέργαστο όγκο του Μπένι, του υπαρχηγού του, που ερχόταν φουριόζος με μεγάλες δρασκελιές προς το μέρος του. Ένα σύγκρυο τον διαπέρασε. Αισθάνθηκε να παγώνει ολόκληρος ξαφνικά, λες και τα μηχανήματα της καλά κλιματιζόμενης αίθουσας είχαν τρελαθεί κι έστελναν τη Σιβηρία μέσα, κι ύστερα, το ίδιο ξαφνικά πάλι, ένιωσε να ιδρώνει και να καίγεται, λες κι ένας λίβας καυτός και ξερός, όπως αυτός της ερήμου, τον είχε περιλούσει. Ανατρίχιασε. Οι τρίχες σηκώθηκαν ολόρθες στα μπράτσα, τον σβέρκο και τη ραχοκοκαλιά του, ο ιδρώτας στέγνωσε πάνω του στη στιγμή κι η παγωνιά που επανήλθε δριμύτερη τον έκανε να τρέμει, μένοντας καρφωμένος στο ίδιο σημείο και με το μηχανικό χαμόγελο να έχει παγώσει κυριολεκτικά και να έχει μείνει σαν απολιθωμένο στο πρόσωπό του. Με μούμια έμοιαζε, ίσως, εκείνη τη στιγμή ή μάλλον σαν ένα από τα κέρινα ομοιώματα της Madame Tussauds, αν ο κατασκευαστής του είχε φαντασία την ώρα που το έφτιαχνε.
Κατά βάθος την ήθελε αυτή τη συνάντηση με το μοιραίο. Την επεδίωκε με την ίδια ακριβώς ένταση που και μόνο η ιδέα τον απωθούσε και τον φόβιζε. Δεν γινόταν όμως διαφορετικά κι ούτε μπορούσε να την αναβάλει επ’ αόριστον. «Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει να τελειώνουμε», σκέφτηκε. Άλλωστε σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα, αυτή που θα καθόριζε την παραπέρα πορεία, τόσο τη δική του όσο και της εταιρείας που ήταν επικεφαλής.
Το μυαλό του είχε σταματήσει να λειτουργεί κι η ματιά του είχε αιχμαλωτιστεί από τη θηριώδη φιγούρα του άντρα που όλο και τον πλησίαζε. Με ολοστρόγγυλο πρόσωπο και μάτια γουρλωμένα που γυάλιζαν, ύστερα από μια αιωνιότητα, τόσο μεγάλο του φάνηκε το διάστημα της αναμονής που στην πραγματικότητα ήταν κάποια δευτερόλεπτα, ο Μπένι ήρθε και στάθηκε μπροστά του τείνοντάς του το χέρι. Ο Μικρογιώργος ανταποκρίθηκε ενστικτώδικα στο κάλεσμα κι άπλωσε ένα αφύσικα ασθενικό χέρι σ’ ένα χαιρετισμό άτονο και άψυχο. Ο Μπένι το βούτηξε και το εξαφάνισε στο τεράστιο δικό του, σφίγγοντάς το με δύναμη την ώρα που του έλεγε «Γεια σου, Μικρογιώργο, τι νέα;»
«Καλά, πολύ καλά», κατάφερε κι απάντησε και, λες και πήρε δύναμη από τα ίδια του τα λόγια, συνέχισε: «Άκουσε, Μπένι, θέλω να γνωρίζεις πως μετά από τη σημερινή μας νίκη σε θέλω κοντά μου. Πρόθεση μου είναι, από σήμερα κιόλας, να έχεις μια διακριτή θέση στην εταιρεία. Εσένα ποια είναι η άποψή σου επ’ αυτού;»
Κάτι στον τόνο της φωνής του έδινε στον συνομιλητή του να καταλάβει πως δεν ήταν και πολύ σίγουρος για τα λεγόμενά του, γι’ αυτό κι η ερώτηση του Μπένι που ήρθε ξερά κι απότομα δεν ξάφνιασε.
«Κι αν χάσεις;»
«Κι αυτό το σενάριο, παρότι απίθανο, πρέπει να εξεταστεί. Αν, παρ’ ελπίδα, χάσω, τι σκέφτεσαι στ’ αλήθεια να κάνεις; Θα εξακολουθήσεις να με στηρίζεις ή…;»
«Θα είμαι παρών», έφτασε στ’ αυτιά του η απάντηση κι αυτόματα, με την ευλυγισία πάνθηρα, αδικαιολόγητη για άνθρωπο με τον σωματότυπό του, ο Μπένι πήρε τον όγκο του κι εξαφανίστηκε.
«Τι ήθελε να πει με αυτό το θα είμαι παρών;» αναρωτήθηκε σιγανά ο Μικρογιώργος μόλις ξανάμεινε μόνος. Ήταν μια δήλωση αμφίσημη που μπορεί να σήμαινε πως ο Μπένι θα ήταν δίπλα του, αρωγός στις δύσκολες ώρες που σίγουρα θ’ ακολουθούσαν, μπορεί όμως και να εννοούσε πως θα ήταν αυτός που θα του έμπηγε, όσο πιο βαθιά γινόταν, το μαχαίρι. Θύμωσε σ’ αυτή τη σκέψη και, «δεν θα προλάβεις, χοντρέ», του ξέφυγε πιο δυνατά τώρα, «αφού εγώ θα είμαι ο νικητής και το βράδυ, το υπερφίαλο της συμπεριφοράς σου θα κατασταλεί κι ο πάνθηρας που παρουσίαζες τώρα τελευταία θα μεταμορφωθεί ξανά σε σκυλάκι άκακο που θα μου γλείφει τα παπούτσια».
Ένα χαμόγελο, χαιρέκακο αυτή τη φορά, σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, ανέκτησε το μειλίχιο, μελιστάλαχτο, ύφος του και με τη σιγουριά και τον αέρα στιβαρού ηγέτη προχώρησε προς την αίθουσα VIP. Έδωσε το χέρι του στην όμορφη αεροσυνοδό που τον περίμενε και την άφησε να τον οδηγήσει στο εσωτερικό.
***
Από νωρίς είχαν φανεί τα σημάδια πως η μέρα που ξημέρωνε δεν θα είχε την ευτυχή κατάληξη που τόσο επιθυμούσε. Η ανατολή του ηλίου στις 6.07 ακριβώς τον είχε βρει καθισμένο στην ανατολική βεράντα του σπιτιού του, στο Καστρί, ντυμένο με τ’ αθλητικά του κι έτοιμο για το πρωινό του τζόκινγκ. Τελικά δεν τα είχε καταφέρει να κοιμηθεί για άλλη μια νύχτα. Μόλις αποσύρθηκαν οι άλλοι στα δωμάτια τους, αντί να πάει κι αυτός στο δικό του και να χωθεί στην αγκαλιά της γυναικούλας του, είχε προτιμήσει τον ξενώνα. Εκεί άνοιξε από συνήθεια τον προσωπικό του υπολογιστή κι άρχισε να σερφάρει στο internet. Πρώτα ενημερώθηκε για τη διεθνή κατάσταση, ο Σαρκοζί είχε επιλέξει τη σύγκρουση με όλους και με όλα προκειμένου να εφαρμόσει το πρόγραμμά του ενώ παράλληλα συνέχιζε ν’ απογυμνώνει τους ανταγωνιστές αποσπώντας τα ικανότερα στελέχη τους, στο Ιράκ η κατάσταση ήταν ακριβώς η ίδια – βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας, νεκροί και τραυματίες αμέτρητοι – η Χίλαρι όλο και διεύρυνε την απόσταση που τη χώριζε από τον Ομπάμα, ο Αχμαντινετζάντ, κάτω στο Ιράν, απειλούσε θεούς και δαίμονες κι η εύθραυστη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή δοκιμαζόταν για μια ακόμη φορά.
Έριξε μια βιαστική ματιά στις οικονομικές ειδήσεις κι αμέσως μετά άρχισε να μελετά γκάλοπ και κυλιόμενες δημοσκοπήσεις. Η Νova Republica εξακολουθούσε να προηγείται σταθερά, γύρω στις 3,5 μονάδες, της δικής του εταιρείας. Αυτό κι αν δεν μπορούσε να το χωνέψει! Εντελώς αδιανόητο του φαινόταν. Τόσο αυτό καθαυτό το προϊόν που λανσάριζε η εταιρεία του, όσο και το αμπαλάζ και το σέρβις, ήταν σαφώς καλύτερα της αντίπαλης εταιρείας, άφησε που κάποιοι από το άλλο μαγαζί είχαν μπερδευτεί σε ενέργειες δόλιες, σκάνδαλα και ρεμούλες, κι είχε βγει και τους είχε καταγγείλει δημόσια. Βέβαια κι η εταιρεία του είχε τα προβλήματά της, διαγκωνισμούς, πολυφωνίες και τέτοια, και το τελευταίο διάστημα κάποιες από τις ενέργειες των υψηλόβαθμων στελεχών του δεν του καλάρεσαν και τον είχαν προβληματίσει. Παρόλα αυτά είχε εμπιστοσύνη στους καταναλωτές και πίστευε βαθιά μέσα του πως, έστω την τελευταία στιγμή, θα γινόταν κάτι που θα τους έκανε να δείξουν ξεκάθαρα την προτίμησή τους στην εταιρεία του. Ήταν τόση η δύναμη της επιθυμίας του που τελικά πίστεψε πως θα γινόταν πραγματικότητα γι’ αυτό και παράτησε ανοιχτό τον υπολογιστή πάνω στο γραφείο και προχώρησε θαρρετά προς την ευρύχωρη βεράντα.
Την ώρα που άνοιγε την μπαλκονόπορτα ένα νυχτοπούλι ακούστηκε να σκούζει κάτω στον κήπο κι αυτό το απαίσιο κρώξιμο τον αναστάτωσε. Σε θάνατο παρέπεμπε. Ναι, αλλά αυτός αγωνιζόταν για την επικράτηση της εταιρείας του, δεν έδινε δα και μάχη ζωής ή θανάτου! Κάπως τον παρηγόρησε αυτή η ιδέα, παρόλα αυτά όμως η ανησυχία ήρθε και φώλιασε βαθιά μέσα του. Αυτή η αβεβαιότητα που τον κατάτρωγε κι ο φόβος πως κάτι κακό θα συμβεί, χωρίς να ξέρει μάλιστα το πότε ακριβώς και τι συνέπειες θα είχε, τον έκανε να κοιτάξει ανήσυχος το ρολόι του. Η ώρα ήταν 5.59 και 29 δευτερόλεπτα, και 30, και 31… Τι σημασία είχε ο χρόνος που έφευγε; Ίσα ίσα που θεωρούσε πως τον έφερνε όλο και πιο κοντά, βασανιστικά κοντά, στο αναπόφευκτο.
Με μια αποφασιστική κίνηση, στην προσπάθειά του ν’ αλλάξει παραστάσεις και διάθεση, άφησε τη βεράντα, μπήκε μέσα και σε χρόνο μηδέν έφτασε στο γυμναστήριο του σπιτιού του. Με γρήγορες κινήσεις φόρεσε φόρμα, αθλητικά παπούτσια και πήρε την αντίθετη διαδρομή. Έφτασε ξανά στην ανατολική βεράντα την ώρα που το ρολόι έδειχνε 6.06 ακριβώς. Ξημέρωνε Κυριακή 16 του Σεπτέμβρη κι η Εκκλησία μας, λέει, γιόρταζε ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ. Δεν καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό, όμως ο σταυρός που είχε μπροστά και τα κεφαλαία γράμματα παρέπεμπαν σε μεγάλη γιορτή. «Μετά την ύψωση τι;» αναρωτήθηκε. Προφανώς η Εκκλησία αναφερόταν στον Τίμιο Σταυρό χωρίς όμως να μπαίνει στον κόπο να επεξηγεί ή να δίνει με κάποιον τρόπο την ερμηνεία. Μετά την ύψωση του Σταυρού, ακολουθούσε πόνος και μαρτύριο, ας πούμε, ή λύτρωση;
Με τις σκέψεις ανάκατες η ματιά του έπεσε στην ανατολή. Ο ήλιος ήταν έτοιμος να προβάλλει και σκόρπιζε πλήθος χρωμάτων και ματωμένες αχτίνες παντού που, παράδοξο, αισθάνθηκε να τον διαπερνούν. Αναστατώθηκε σε σημείο πανικού, σχεδόν. Τι έπρεπε να κάνει στη συνέχεια; Θα έμενε εκεί άπρακτος να κλαίει τη μοίρα του ή θα το αποφάσιζε επιτέλους ν’ ασχοληθεί με κάτι πιο ευχάριστο; Προτίμησε το δεύτερο κι έτσι βρέθηκε στον κήπο για την πρωινή του γυμναστική. Γρήγορα διαπίστωσε πως είχε πάρει τη σωστή απόφαση. Η επαφή με τη φύση τον αναζωογόνησε σε σημείο τέτοιο που ανέκτησε δυνάμεις και τονώθηκε η αυτοπεποίθησή του. Όλα του φαινόντουσαν πιο εύκολα τώρα. Γύρισε στο σπίτι, ετοιμάστηκε, πέταξε για Θεσσαλονίκη, έκανε επαφές, είδε ανθρώπους, εισέπραξε χειροκροτήματα και το μεσημέρι πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
«Θα είμαι παρών», του είχε δηλώσει ο Μπένι κατά τη διάρκεια εκείνης της δραματικής συνάντησης στο αεροδρόμιο, με ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Επέστρεψε στο σπίτι του προβληματισμένος και, παρά τις προσπάθειες που είχε καταβάλει, κακόκεφος. Αρνήθηκε την ενημέρωση που σκόπευαν να του κάνουν οι συνεργάτες του από την εταιρεία κι έμεινε να χαλαρώνει κλεισμένος στο γραφείο του μέχρι τις επτά παρά ένα το απόγευμα. Τότε και μόνο τότε άνοιξε την τηλεόραση. Ήδη τα κανάλια μετέδιδαν τα πρώτα exit polls από τη μεγάλη ψηφοφορία που διεξαγόταν από το πρωί σ’ ολόκληρη τη χώρα και που από τα αποτελέσματά της θα κρινόντουσαν όλα. Πανωλεθρία! Συντριβή! Η Νova Republica νικούσε κατά κράτος τη δική του εταιρεία. Άλλαξε κανάλι κι έπεσε πάνω σε ίδια περίπου προγνωστικά. Άκουσε σχολιασμούς, αλλά, δυστυχώς γι’ αυτόν, οι αναλυτές συμφωνούσαν όλοι πως η εταιρεία του βρισκόταν στη δεύτερη θέση και μάλιστα σε μεγάλη απόσταση απ’ αυτήν του χοντρομπαλά Μικροκώστα.
Το απευκταίο είχε επέλθει. Κάτι έπρεπε να κάνει. Με κάποιον τρόπο έπρεπε ν’ αντιδράσει. Πετάχτηκε όρθιος, ίσιωσε τη γραβάτα του και βγήκε αγέρωχος στο μεγάλο καθιστικό, εκεί που οι επιτελείς του καθόντουσαν σαν τις θλιμμένες χήρες. «Πάμε γρήγορα στα κεντρικά. Τίποτα δεν χάθηκε ακόμη», τους πέταξε για να τους ενθαρρύνει και προχώρησε αποφασιστικά. Οι άλλοι τον ακολούθησαν αμίλητοι.
Τα κεντρικά της Τhasok International στη Χαριλάου Τρικούπη ήταν έρημα και σκοτεινά. Πού τα μεγαλεία παλιότερων καιρών! Ούτε δάσος από σημαίες ούτε πλήθος αμέτρητο ούτε κλακαδόροι και συνθήματα ατέλειωτα. Τώρα ο δρόμος μπροστά από τα γραφεία ήταν άδειος, στελέχη κι υπάλληλοι κατηφείς, βουβαμάρα στους χώρους. Κάποια μεσαία στελέχη σκυμμένα πάνω από υπολογιστές σχολίαζαν χαμηλόφωνα.
«Το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει, αφεντικό», έσπευσε να τον πληροφορήσει ένας κλητήρας κι όπως τον έβλεπε να κατευθύνεται προς το γραφείο του αμίλητος, «σε περιμένουν», συνέχισε.
«Θα είμαι στο γραφείο μου. Θα σας ενημερώσω εγώ για το τι πρέπει να γίνει όταν έλθει η ώρα. Μέχρι τότε όμως δεν θέλω να με ενοχλήσει κανείς. Κατάλαβες;» κατάφερε και του απάντησε κοφτά κι απότομα.
Ο κλητήρας τον κοίταξε παραξενεμένος μιας και δεν τον είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους αντιμετώπιση κι ύστερα κούνησε το κεφάλι του γνέφοντας καταφατικά. «Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες», σχολίασε μόλις χάθηκε από το οπτικό του πεδίο.
Ο Μικρογιώργος όρμησε στην κυριολεξία στο γραφείο του, βροντώντας πίσω του την πόρτα, κι έπεσε βαρύς στην πολυθρόνα του. Σήκωσε τ’ ακουστικό του προσωπικού του τηλεφώνου, σχημάτισε έναν αριθμό, κάτι ρώτησε, πήρε την απάντηση, διέκοψε απότομα τη σύνδεση κι επανέλαβε αρκετές φορές την ίδια διαδικασία. Καταστροφή! Οι αντιπρόσωποι των επαρχιών ήταν ανήσυχοι. Του επιβεβαίωναν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο το αποτέλεσμα και τον ενημέρωναν για το κλίμα που είχε ήδη διαμορφωθεί. Παντού επικρατούσε θλίψη και κατήφεια μαζί με αγωνία για τα επακόλουθα της ήττας, του έλεγαν. Κάποιοι μάλιστα του ανέφεραν εμπιστευτικά πως ο Μπένι, ο υπαρχηγός του, τον κατηγορούσε ανοικτά για ανεπάρκεια κι ανικανότητα, έριχνε πάνω του όλο το φταίξιμο και ζητούσε εδώ και τώρα την καθαίρεσή του από τη θέση του μεγάλου αφεντικού. «Πότε πρόλαβε;» αναρωτήθηκε, αλλά τη σκέψη του διέκοψαν οι φωνές κι οι διαπληκτισμοί έξω από το γραφείο του. Ήταν σίγουρο πως κάποιοι καβγάδιζαν εκεί απέξω. Την ώρα που προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε, όρμησε στο γραφείο του ο υπεύθυνος της προσωπικής του ασφάλειας. «Ο Μπένι, αφεντικό, ο Μπένι», ψέλλιζε πανικόβλητος.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε ψυχρός κι ανέκφραστος σαν Άγγλος Λόρδος.
«Ο Μπένι απειλεί να μπει στο γραφείο σου και να σε πετάξει έξω αμέσως τώρα».
«Συγκρατήστε τον. Δώστε μου δέκα λεπτά μονάχα να συγκεντρωθώ και θα σας ανακοινώσω εγώ ο ίδιος τις αποφάσεις μου».
«Μην τον αφήσεις, αφεντικό, μην του κάνεις το χατίρι. Έχει εξαγριωθεί. Κάνει σαν να τον έχουν αμολήσει μόλις», τον άκουσε να λέει την ώρα που έβγαινε από το γραφείο.
Ο Μικρογιώργος κάθισε στην πολυθρόνα του ψύχραιμος, με όση ψυχραιμία μπορεί να διαθέτει ο άνθρωπος που, πριν αυτοκτονήσει, γράφει σημείωμα κι επεξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν σ’ αυτή του την πράξη και σημειώνει μάλιστα και τις τελευταίες του επιθυμίες. Ξεχώρισε μια κόλλα χαρτί, πήρε τον στυλογράφο του κι άρχισε να γράφει: «Συνάδελφοι και φίλοι, σύντροφοι στον αγώνα για την επέκταση της εταιρείας μας. Μετά το σημερινό αρνητικό αποτέλεσμα δεν μου απομένει τίποτα άλλο από το να αναλάβω εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη της ήττας και να παραιτηθώ από τη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου».
Η σκέψη του έτρεχε πιο γρήγορα από το χέρι του και δεν προλάβαινε ν’ αποτυπώνει στο χαρτί το σύνολο των δεδομένων που πλημμύριζαν με ταχύτητα αστραπής τον εγκέφαλό του. Δεν είχε ανάγκη αυτή την ώρα ούτε τους εξειδικευμένους γραμματικούς ούτε τους συμβούλους που ήταν επιφορτισμένοι με τη συγγραφή των λόγων και των ανακοινώσεων που κατά καιρούς ήταν υποχρεωμένος να εκφωνεί ή να δίνει στη δημοσιότητα. Μόλις όμως σχηματίστηκαν στο χαρτί οι λέξεις « να παραιτηθώ», το χέρι του κοκάλωσε κι η ματιά του έπεσε στο πορτρέτο του πατέρα του, του ιδρυτή και ισόβιου Προέδρου της εταιρείας. «Αχ, βρε πατέρα», μονολόγησε, «ποιος το περίμενε πως θα έφτανε τόσο γρήγορα αυτή η στιγμή!»
«Ποιος σου ζήτησε να το κάνεις; Μόνο οι δειλοί τα παρατούν στην πρώτη δυσκολία. Ξέχασες τι πέρασα εγώ; Αλλά ποιος γιος καταλαβαίνει τον γονιό του, μου λες; Άκου να παραιτηθεί!»
Αν είναι ποτέ δυνατόν! Το πορτρέτο του πατέρα του, του Γενάρχη, ήταν αυτό που του μιλούσε με τη γνωστή χαρακτηριστική φωνή που ξεσήκωνε τα πλήθη και τα έκανε να παραληρούν. Κι όχι απλά του μιλούσε αλλά τον έκρινε για την απόφαση που μόλις είχε πάρει. Τον καλούσε μάλιστα να θυμηθεί τα δικά του. Ο Μικρογιώργος ακούμπησε τον στυλογράφο στο χαρτί, έτριψε πρώτα τα μάτια του και με τα δυο του χέρια και μετά τα επικέντρωσε στο πορτρέτο. Ένωσε τον αντίχειρα με τον δείκτη του αριστερού του χεριού και τσίμπησε το δεξί. Σίγουρα ήταν ξυπνητός αφού αισθάνθηκε το τσίμπημα. Όμως αυτό που έβλεπε μπροστά του, αν δεν ήταν όνειρο, που δεν ήταν, σίγουρα ήταν κάτι το υπερφυσικό κι ανεξήγητο και θα έπρεπε να το αναφέρει το συντομότερο στον Χαρδαβέλλα. Ο Γενάρχης, ολοζώντανος, με ύφος επιτιμητικό, κρατούσε στο ένα του χέρι το τσιμπούκι και με το άλλο χειρονομούσε επικρίνοντάς τον και θυμίζοντάς του την καταγωγή, τη θέση και το χρέος του.
***
Δεκαπέντε χρονών ήταν ο Μικρογιώργος την εποχή που μια συμμορία βαριά οπλισμένων ληστών είχαν εισβάλει στη μεγάλη εταιρεία που διατηρούσε ο παππούς του, ο πατέρας του Γενάρχη. Δεν έφτανε που τα είχαν κάνει ρημαδιό, δεν αρκούσε που είχαν οικειοποιηθεί παράνομα το βιος και τους κόπους μιας ζωής, είχαν επιτεθεί και στο σπίτι κι είχαν πιάσει ομήρους τόσο το γέρο παππού όσο και τον Γενάρχη. Πέρασαν μέρες βασανιστικές και μήνες εφιαλτικοί αφού κανείς από την υπόλοιπη οικογένεια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν οι δικοί τους ζούσαν φυλακισμένοι έστω ή αν είχαν θανατωθεί βίαια. Και βέβαια για την εταιρεία ούτε λόγος. Αυτή, μαζί με τις ανταγωνιστικές, είχε περάσει οριστικά και αμετάκλητα στον έλεγχο των αδίσταχτων ληστών που τις είχαν συνενώσει κι είχαν φτιάξει μία που είχε το μονοπώλιο και εκμεταλλευόταν ολόκληρη τη χώρα. Τι κι αν φώναζαν οι ξένοι προμηθευτές, τι κι αν διαμαρτυρόντουσαν, τι κι αν απειλούσαν! Οι αγράμματοι ληστές δεν χαμπάριζαν από τέτοια. Το μόνο, ας πούμε, παρήγορο στην ιστορία ήταν πως, ύστερα από μήνες πολλούς, άφησαν ελεύθερο τον Γενάρχη, με τον όρο να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα. Έτσι βρέθηκε η οικογένεια στα ξένα αφήνοντας πίσω της μόνο κι αβοήθητο τον γέρο παππού.
Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν με την οικογένεια να περιπλανιέται σε διάφορες χώρες του εξωτερικού μέχρι που οι ανίδεοι ληστές, στην προσπάθειά τους να πουλήσουν δια της βίας το εμπόρευμα στους νέους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους φοιτητές στο Πολυτεχνείο που αντιστάθηκαν πεισματικά. Οι νέοι ζητούσαν ποιοτικότερο εμπόρευμα κι ελεύθερο ανταγωνισμό κι οι παρανοϊκοί ληστές αντί να έλθουν σε κάποιου είδους συνδιαλλαγή μαζί τους, έκαναν χρήση των όπλων τους με τραγικά αποτελέσματα. Σκότωσαν και σακάτεψαν νέα παιδιά, φυλάκισαν πολύ περισσότερα κι αλυσόδεσαν ακόμη πιο σφιχτά τη χώρα. Η συμπεριφορά τους αυτή εξαγρίωσε τον κόσμο κι ατσάλωσε το ηθικό του. Στην ουσία αυτή ήταν η αρχή του τέλους τους. Σε λίγους μήνες βάρεσαν κανόνι και τα κατάφεραν να βρεθούν κλεισμένοι πίσω από τα κάγκελα. Τώρα πια ο δρόμος ήταν ανοικτός κι η απόφαση για επιστροφή, παρά τις δυσκολίες, άμεση.
Στην πατρίδα ο Γενάρχης δεν είχε τίποτα. Ούτε εταιρεία ούτε περιουσία. Ακόμη κι ο γέρο παππούς είχε πεθάνει πριν από τρία χρόνια. Ο Γενάρχης όμως είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, πίστη στην εταιρεία κι αγάπη για τον τόπο και τους καταναλωτές, όπως ακριβώς νοιάζεται ο καλός επιχειρηματίας για τους πελάτες του. Γι’ αυτό πήρε θάρρος και μόλις έφτασε στην πρωτεύουσα κι αντίκρισε όλο αυτό το πλήθος με το μέγα πάθος που είχε κατακλύσει το αεροδρόμιο για να τον υποδεχτεί και να τον επευφημήσει, η επιθυμία του να τους υπηρετήσει γιγαντώθηκε.
«Γενάρχη, κουνήσου, οι νέοι είναι μαζί σου», ήταν μόνο ένα από τα συνθήματα που δονούσαν τον χώρο κι έκαναν τον Γενάρχη να χαίρεται σαν μικρό παιδί.
Έτσι κι αλλιώς αυτός το είχε αποφασίσει. Απλά πήρε περισσότερη δύναμη και κουράγιο από όλον αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί, του συμπαραστεκόταν και τον αποθέωνε. Την άλλη μέρα το πρωί δεν πήγε στα γραφεία της, διαλυμένης πια, εταιρείας που κάποιοι είχαν προσπαθήσει να ξαναστήσουν και τον περίμεναν πως και πως για ν’ αναλάβει την προεδρία και να την οδηγήσει ξανά στη θέση που της άξιζε. Το πάθημα, του είχε γίνει μάθημα. Δεν μπήκε καν στον κόπο να τους ειδοποιήσει πως δεν θα πάει. Αντίθετα έμεινε στο σπίτι του, κατέστρωνε σχέδια κι επικοινωνούσε με ανθρώπους της αγοράς και στελέχη της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Το νέο του εγχείρημα χρειαζόταν μελέτη, οργάνωση άψογη κι αμέτρητο ψυχικό σθένος. Σε λίγες μέρες το σχέδιο ήταν έτοιμο. Θα έφτιαχνε μόνος του μια καινούρια εταιρεία στηριζόμενος αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, στην αγάπη των καταναλωτών και στους λίγους έμπιστους που τον είχαν πλαισιώσει. Η νέα προσπάθεια έμοιαζε τρομαχτικά δύσκολο να επιτύχει κι αυτό γιατί ήδη είχαν ανοίξει τέσσερα πέντε ομοειδή μαγαζιά και τη μεγάλη, τη μονοπωλιακή εταιρεία, αυτήν που κυριαρχούσε στην αγορά, την είχε αρπάξει στο τσακ ο Καρακώστας, ο πανούργος παλιός αντίπαλος του γέρο παππού.
Το γεγονός ότι όλες οι εταιρείες απευθυνόντουσαν στο ίδιο περίπου καταναλωτικό κοινό με τα ίδια προϊόντα, μάλλον δυσκόλευε την κατάσταση. Ιδέες φανταχτερές εμπορευόντουσαν όλοι, οράματα παχιά, φούσκες, φούμαρα, φύκια πολύχρωμα και κορδέλες γυαλιστερές που ήθελαν να τις λανσάρουν για μεταξωτές. Το περιτύλιγμα διέφερε μόνο και το πλασάρισμα. Κι όταν ο Γενάρχης σκέφτηκε να βγει να τα βάλει με τους μεγάλους ξένους προμηθευτές έγινε ο μεγάλος χαμός. Για συνδικάτα που εκμεταλλεύονται τον κόσμο μίλησε, κατάγγειλε τα μονοπώλια και τις εξαρτήσεις κι ευαγγελιζόταν ένα αύριο διαφορετικό που θα στηριζόταν στις δυνάμεις των καταναλωτών και μόνο αυτών. Η Thasok Νational ήταν ήδη γεγονός.
Ελάχιστους μήνες μετά την ίδρυσή της η εταιρεία του Γενάρχη σκαρφάλωσε στην τρίτη θέση κι ο ίδιος μπήκε δυναμικά στην αγορά αφήνοντας πίσω του παλιά τζάκια κι εταιρείες με ιστορία δεκαετιών. Έπιασε τον παλμό του καταναλωτή, κέντρισε το ενδιαφέρον του κι απέσπασε την εμπιστοσύνη του. Φυσικό επακόλουθο ήταν ν’ αποχτήσει τέτοια δυναμική που τρόμαξε ακόμη και τον πανούργο Καρακώστα. Η δεύτερη θέση ήταν πια γεγονός κι ο Καρακώστας διαβλέποντας τον κίνδυνο που τον απειλούσε, εγκατέλειψε άρον άρον την προεδρία της εταιρείας του και προτίμησε την ασφάλεια που του προσέφερε η θέση του Προέδρου της Ένωσης των Εταιρειών.
Όλον αυτό τον καιρό ο Γενάρχης δεν είχε καθίσει με σταυρωμένα χέρια ν’ απολαμβάνει τις δάφνες του. Αντίθετα είχε επεκτείνει την εταιρεία, που τώρα πια είχε γίνει International, όργωνε τη χώρα απ’ άκρου εις άκρον, πλησίαζε εμπόρους και παραγωγούς κι έμπαινε στους χώρους δουλειάς και ξεσήκωνε εργαζόμενους και νέους. Κανένας και τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει κι ούτε ήταν σε θέση ν’ ανακόψει την ξέφρενη πορεία της εταιρείας του. Η πρώτη θέση ήταν φυσικό επακόλουθο κι η ψηφοφορία που ακολούθησε επιβεβαίωσε απλά αυτό που όλοι από καιρό γνώριζαν. Ο άνεμος της αλλαγής που φυσούσε ούριος παράσερνε στο πέρασμά του ξεπερασμένες ιδέες και παλιομοδίτικες συνήθειες. Ο πράσινος ήλιος που είχε ξεπροβάλλει έμενε κολλημένος στην ανατολή, σημάδι πως η μέρα που μόλις είχε ξημερώσει θα είχε ποιότητα και διάρκεια τέτοια που όμοιά της δεν είχε ξαναζήσει ποτέ και κανείς.
Ο Γενάρχης ήταν πια ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η αγορά τον εμπιστευόταν κι οι καταναλωτές τον λάτρευαν. Δυο ολόκληρες περιόδους κράτησε αυτή η μεγαλειώδης κυριαρχία. Ο Γενάρχης αντιμετώπιζε τις όποιες δυσκολίες με μαεστρία, προσπερνούσε εύκολα τις κακοτοπιές κι απόφευγε έξυπνα τις τρικλοποδιές και τα εμπόδια που φρόντιζαν ν’ απλώνουν στο διάβα του οι ανταγωνιστές. Αλλά κι ο Γενάρχης ήταν άνθρωπος και μάλιστα από τη φύση του ευάλωτος στις ασθένειες. Κάτι το άγχος του να κρατηθεί στην κορυφή που τον κατέβαλε, κάτι οι παλιότερες ταλαιπωρίες που τον είχαν εξασθενήσει, κάτι η ηλικία του, οδήγησαν τον Γενάρχη αδύναμο σ’ ένα νοσοκομείο με σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα και όχι μόνο. Αυτή την ευκαιρία περίμεναν οι ανταγωνιστές του, τόσο στις αντίπαλες όσο και μέσα στην ίδια του την εταιρεία, για να τον πολεμήσουν αποτελεσματικά.
Πράματα και θάματα έγιναν. Ανίερες συμμαχίες, κατασκευασμένες κατηγορίες, υπόγειες συνεννοήσεις και σχέδια δόλια για να ξεκάνουν τον Γενάρχη μια ώρα αρχίτερα. Μέχρι δικαστήρια έστησαν και δικαστές με τηβέννους και γουνάκια για να τον δικάσουν. Κι ο Γενάρχης εκεί. Να κρατά με πείσμα μετερίζια, να υπερασπίζεται την τιμή και την υπόληψή του και ν’ ανθίσταται μέχρι θανάτου. Λίγο, μια τόση δα σταλίτσα, καλυτέρεψε η υγεία του κι ο Γενάρχης τους ξανανίκησε όλους μαζί πανηγυρικά. Αποκατέστησε μια κι έξω το κύρος του και ταυτόχρονα αναπτέρωσε το ηθικό των πιστών του καταναλωτών που είχε τρωθεί επικίνδυνα. Το ίδιο επικίνδυνα όμως είχε κλωνιστεί η ήδη βεβαρημένη υγεία του. Ετοιμοθάνατος μεταφέρθηκε ξανά στο νοσοκομείο κι οι αντίπαλοί του, με πρώτο τον Κοντοκώστα, έναν μικροκαμωμένο ανθρωπάκο, έστησαν χορό.
Στο κρεβάτι του πόνου, μεταξύ ζωής και θανάτου, του μετέφεραν οι πιστοί του συνεργάτες πως για το καλό της εταιρείας θα πρέπει να παραιτηθεί και να περάσει το μαγαζί σ’ άλλα χέρια πιο νέα και περισσότερο δυνατά. Συμφώνησε με κρύα καρδιά γιατί, σαν έξυπνος, συναισθανόταν πως το τέλος ήταν κοντά. Μια προϋπόθεση έβαζε μόνο. Με κανένα τρόπο και με τίποτα δεν ήθελε να περάσει η εταιρεία που με τόσους κόπους έστησε, στα χέρια του Κοντοκώστα. Ο ίδιος δεν εξέφραζε ιδιαίτερες προτιμήσεις αρκεί η εταιρεία που ίδρυσε να εξακολουθούσε να είναι μεγάλη, πρωταγωνίστρια στην αγορά και τα στελέχη της αδελφωμένα κι ενωμένα. Στις εξελίξεις και τις διαβουλεύσεις που θ’ ακολουθούσαν κανονικά θα έπρεπε να έχει λόγο, και μάλιστα αποφασιστικό, ο φυσικός διάδοχός του, ο Μικρογιώργος. Ηλικία είχε, τα σαράντα τα είχε περάσει προ πολλού, μεθοδικά τον προωθούσε ο ίδιος όλα τα προηγούμενα χρόνια και τον είχε ανεβάσει σκαλί σκαλί στα υψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας. Αυτός όμως για τους δικούς του λόγους δεν τον άκουσε, δεν έπιασε τον σφυγμό και την αγωνία του και πήγε και συμμάχησε με τον βασικότερο αντίπαλο του. Έτσι πέρασε η προεδρία της εταιρείας στα χέρια του Κοντοκώστα, του επονομαζόμενου και Κινέζου επειδή ήταν κιτρινιάρης κι είχε μάτια μικρά και σχιστά. Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα κι ο Γενάρχης πικραμένος παραιτήθηκε ένα βράδυ από τη ζωή κι έγινε κάδρο στο γραφείο του καινούριου προέδρου.
***
«Εγώ σου τα ’λεγα από τότε αλλά εσύ, πού!» συνέχιζε το κήρυγμα ο Γενάρχης από το πορτρέτο του. «Φρόντισε τουλάχιστον τώρα να αρθείς στο ύψος των περιστάσεων και να κρατήσεις την εταιρεία, διαφορετικά σε βλέπω πολύ σύντομα περίγελο των ανταγωνιστών σου.
Ο Μικρογιώργος χαμήλωσε το κεφάλι. «Έχεις δίκιο, δεν σ’ άκουσα τότε», είπε σιγανά. «Τώρα τι γίνεται, μου λες;»
«Αγωνίσου. Δείξε επιτέλους πως είσαι άντρας και γιος μου».
«Θα προσπαθήσω να μη σ’ απογοητεύσω», αποκρίθηκε ο Μικρογιώργος και κάρφωσε ξανά τα μάτια του στο πορτρέτο του Γενάρχη.
Το διάλειμμα τέλος. Η μορφή του πατέρα του είχε εξαφανιστεί και στη θέση της υπήρχε ένα κάδρο με τη ζωγραφιά του Γενάρχη σε όρθια στάση με χαμογελαστό πρόσωπο και το τσιμπούκι στο ένα του χέρι.
Σαν αστραπή πέρασε από μπροστά του ολόκληρη η προηγούμενη ζωή του. Πάντα του, σ’ όποια κατάσταση και να βρισκόταν, ένιωθε προστατευτική την παρουσία του πατέρα του. Μεγάλωσε, σπούδασε, μπήκε στην εταιρεία, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Διαμόρφωσε έναν ήπιο χαρακτήρα και κοσμοπολίτικο προφίλ. Απόχτησε γνωριμίες, ταξίδεψε τον κόσμο ολόκληρο, άκουσε, είδε, έμαθε, έγινε σ’ όλους αγαπητός. Το καλό παιδί που πολλοί θα ζήλευαν. Όμως αυτό σε τίποτα δεν άλλαζε την πραγματικότητα. Όλα τα έβρισκε έτοιμα στη ζωή του. Στρωμένο το τραπέζι πάντα που περίμενε το πριγκιπόπουλο, τον εκλεκτό.
Τα έβλεπε αυτά ο Γενάρχης και μαράζωνε. «Δεν έχει νεύρο», σκεφτόταν, «δεν έχει την απαραίτητη πονηριά και στην πρώτη ευκαιρία θα πέσει θύμα των επιτηδείων». Και να που αποδεικνυόταν περίτρανα πως είχε δίκιο. Ο Μικρογιώργος είχε εμπιστευτεί τον Κοντοκώστα και τον είχε βοηθήσει ν’ αναλάβει το μαγαζί. Πίστεψε πως είχε την εμπειρία και τις δυνατότητες να το κρατήσει μεγάλο και να του παραδώσει ακμαία την εταιρεία όταν θα ερχόταν εκείνη η ευλογημένη ώρα. Όμως ο Κοντοκώστας για το μόνο που νοιαζόταν ήταν η Προεδρία. Ούτε το εμπόρευμα φρόντισε ν’ ανανεώσει ούτε όλα τα στελέχη της εταιρείας αγκάλιασε. Ξεχώρισε και πήρε δίπλα του κάποιους που τον υπηρετούσαν χωρίς αντίλογο και παραμέρισε τους άλλους. Η εξουσία και το εύκολο κέρδος έγινε αυτοσκοπός. Λογιστική διαχείριση των πραγμάτων κι όπου βγει. Άλλωστε αυτός το κέφι του το είχε κάνει. Είχε, παρ’ ελπίδα, αναρριχηθεί στον θώκο του προέδρου της μεγαλύτερης εταιρείας της χώρας κι έβλεπε αφ’ υψηλού τους πάντες και τα πάντα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως θάμπωσαν τα οράματα, πάλιωσε το εμπόρευμα κι οι καταναλωτές άρχισαν να γυρίζουν την πλάτη στην εταιρεία. Μόνο κάποιοι λίγοι, από υποχρέωση, εξακολουθούσαν να παραμένουν πιστοί στο πάλαι ποτέ κραταιό συγκρότημα του Γενάρχη. Οι σφυγμομετρήσεις, η μια χειρότερη από την άλλη, κατέγραφαν τη δυσαρέσκεια του καταναλωτικού κοινού. Εκεί, λίγο πριν από την καινούρια αναμέτρηση, η Thasok International έφτασε να υπολείπεται της Nova Republica πάνω από δέκα μονάδες. Ο Κοντοκώστας, προκειμένου ν’ αποφύγει την προσωπική του συντριβή και για να ’χει να καυχιέται πως δεν νικήθηκε ποτέ, κάλεσε εσπευσμένα τον Μικρογιώργο και του ζήτησε ν’ αναλάβει την εταιρεία.
«Μα είναι διαλυμένο το μαγαζί, δεν είχαμε συμφωνήσει έτσι», τόλμησε ν’ αντιτάξει δειλά.
Τι ήταν να το πει αυτό; Ο Κοντοκώστας κόντεψε να τον φάει ζωντανό.
«Βγες κι υπερασπίσου το έργο μου», του φώναζε. «Η εταιρεία είναι υγιής και βαδίζει στον σωστό δρόμο. Αυτόν να συνεχίσεις και μην ξεχνάς πως θα παρακολουθώ από κοντά την πορεία σου κι αν ξεστρατίσεις κάπου, δεν θα διστάσω να επέμβω».
Ευκολόπιστος κι απονήρευτος ο Μικρογιώργος τον πίστεψε, ανάλαβε το μαγαζί μαζί με τις ευθύνες κι άρχισε τις προσπάθειες της ανασυγκρότησης. Η πορεία όμως ήταν προδιαγεγραμμένη. Η εταιρεία, όπως ήταν αναμενόμενο, έχασε την πρωτοκαθεδρία κι ο Μικρογιώργος βρέθηκε εν μέσω αντικρουόμενων εισηγήσεων κι αντιμαχόμενων ομάδων. Προσπάθησε να κρατήσει ισορροπίες για να μη διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη η εταιρεία, να μη δυσαρεστήσει τον ένα, να συγκρατήσει τον άλλο, να προσελκύσει ξανά τους καταναλωτές. Χάθηκε μέσα στον κυκεώνα θολών καταστάσεων και γκρίζων ζωνών κάνοντας λάθη και παίρνοντας πρωτοβουλίες που ελάχιστα άγγιζαν τον πολύ κόσμο. Παρά τις δυσκολίες η εταιρεία έδειχνε έτοιμη ν’ ανακάμψει χάρις στα απανωτά λάθη, τις παραλείψεις και τις αδυναμίες της Νova Republica. Σε κάποιους, και πρώτα στον Κοντοκώστα, δεν άρεσε αυτό. «Δεν βαδίζεις στον δρόμο που χάραξα, δεν υπερασπίζεσαι το έργο μου», γκρίνιαζε κάθε τρεις και λίγο.
Και δεν έφτανε που φώναζε ο ίδιος, έβαζε κι άλλους να το κάνουν για πάρτη του επιτείνοντας την αβεβαιότητα και τη σύγχυση. Ο Μπένι, όλο αυτό το διάστημα, έτριβε τα χέρια του. Πανέξυπνος όπως ήταν, καταλάβαινε πως η όλη κατάσταση τον ευνοούσε. Δούλευε, έκανε θόρυβο, τραβούσε τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Πληθωρικός, εύστροφος κι ετοιμόλογος τα κατάφερε και χρίστηκε μόνος του υπαρχηγός προτού προλάβουν ν’ αντιδράσουν οι άλλοι. Όταν συνειδητοποίησε ο Μικρογιώργος σε ποια κατάσταση βρισκόταν ήταν ήδη αργά. Μόνη του ελπίδα η νίκη. Πάλεψε με νύχια και με δόντια και να που πίστεψε πως θα τα καταφέρει στο τέλος. Όμως κι αυτό το όνειρο αποδείχτηκε απατηλό. Η ήττα ήταν συντριπτική. Ο Μικροκώστας τον είχε νικήσει κι ο Αννίβας, συγνώμη ο Μπένι, ήταν προ των πυλών. Προς στιγμήν είχε δειλιάσει. «Δεν μου απομένει τίποτα άλλο από το να αναλάβω εξ ολοκλήρου την ευθύνη και να παραιτηθώ», είχε γράψει πριν από λίγη μόνο ώρα. Έτοιμος ήταν να το κάνει μέχρι που φανερώθηκε ο Γενάρχης και τον συντάραξε.
Θύμωσε, τσαλάκωσε το χαρτί, πήρε άλλο κι άρχισε να γράφει. Η εισαγωγή ήταν η ίδια. Αναλάμβανε την ευθύνη αλλά αντί του «να παραιτηθώ» που είχε γράψει αρχικά, τώρα ζητούσε επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του. Η απόφαση είχε παρθεί. Θα πάλευε για τη θέση του, για την εταιρεία, για τους καταναλωτές. Σηκώθηκε από το γραφείο του και με αυτοπεποίθηση άνοιξε την πόρτα. Στον από κάτω όροφο κάποιοι προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τον Μπένι. Δεν τους έδωσε σημασία. Αυτοί όμως σταμάτησαν κάθε συζήτηση με το που τον είδαν. Ακολούθησε νεκρική σιγή κι όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω του. Ψύχραιμος κι αγέρωχος ξεδίπλωσε το χαρτί και με σταθερή φωνή τους διάβασε το περιεχόμενό του. Αντιλήφθηκε τη σαστιμάρα που προκάλεσαν τα λόγια του στους εμβρόντητους επιτελείς του και την εκμεταλλεύτηκε. Χωρίς να περιμένει να συνέλθουν και να μπορέσουν ν’ αντιδράσουν, «πάω στο Ζάππειο να το ανακοινώσω στους δημοσιογράφους», είπε και προχώρησε. Πίσω του άκουσε φωνές και τον Μπένι να ωρύεται. «Τι πράγματα είναι αυτά;» φώναζε. «Πρέπει να παραιτηθεί αμέσως, να φύγει τώρα».
Την ώρα που έβγαινε από το Ζάππειο, όπου είχε κάνει δηλώσεις, πήρε το μάτι του τη θηριώδη φιγούρα του Μπένι που έφτανε. Τι ζητούσε εκεί; Τι είχε στο μυαλό του; Πρόλαβε και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο παρακολουθώντας τον προσεκτικά. Με γρήγορες δρασκελιές, βλέμμα εξαγριωμένο και λόγο ασυγκράτητο ο Μπένι τον κατακεραύνωνε. «Αυτός είναι ο υπεύθυνος», έλεγε, «και πρέπει να φύγει αμέσως. Στην εταιρεία μας ταιριάζει ένα καλύτερο μέλλον κι εγώ δηλώνω παρών».
«Να την η εξήγηση», σκέφτηκε. «Τελικά αυτό εννοούσε το μεσημέρι».
Εκείνη την ώρα ένα ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές κι ένα νυχτοπούλι έσκουξε με τον ίδιο ανατριχιαστικό τρόπο που το είχε ακούσει να κρώζει και το ξημέρωμα. Μεσάνυχτα. Η ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα. Ο Μικρογιώργος ξεπέρασε γρήγορα τον αρχικό φόβο που πήγε να τον καταλάβει και βγήκε στο μισοσκότεινο χωμάτινο δρομάκι. Ο Μπένι εντωμεταξύ είχε τελειώσει με τους δημοσιογράφους κι έφευγε με την ίδια φόρα. Ανάθεμα κι αν ήξερε πού πήγαινε. Η υπερβολική σιγουριά για τις δυνατότητές του τον είχε τυφλώσει. Γι’ αυτό δεν είχε επεξεργαστεί κάποιο ολοκληρωμένο σχέδιο. Θεωρούσε αυτονόητο να συστρατευτούν μαζί του όλοι για να επιτύχουν αυτό που ο ίδιος έκρινε σωστό και καλό. Η αλαζονεία που τον είχε καταλάβει δεν του επέτρεπε να βλέπει τα πράγματα καθαρά και να υπολογίζει πιθανές δυσκολίες. Ο Μικρογιώργος που πετάχτηκε μπροστά του ξαφνικά και του ’κοψε τον δρόμο, τον αιφνιδιάσε.
«Δεν θα σ’ αφήσω», τον άκουσε να του δηλώνει αποφασιστικά, «είμαι κι εγώ παρών».
Ο Μπένι τον κοίταξε απαξιωτικά.
«Και τι μπορείς να κάνεις;» τ’ αντέτεινε. «Δεν το κατάλαβες ακόμη πως είσαι τελειωμένος; Κάνε στην άκρη να περάσω».
Ο Μικρογιώργος θόλωσε. Η προσβολή ήταν μεγάλη κι η αντίδρασή του άμεση.
«Σε καλώ σε μονομαχία», είπε αγριεμένος.
«Δέχομαι», απάντησε ο Μπένι χωρίς να σκεφτεί.
«Με πιστόλι».
«Με πιστόλι. Κάνε πίσω».
Ο Μικρογιώργος άρχισε να πισωπατεί το ίδιο κι ο Μπένι. Την ίδια στιγμή δυο φιγούρες γλίστρησαν πίσω από τα δέντρα κι ήρθαν και πήραν θέση δίπλα τους. Δίπλα στον Μικρογιώργο ο Μπάρμπα Αποστόλης, πλάι στον Μπένι ο Κοντοκώστας. Φαίνεται πως τους παρακολουθούσαν από ώρα κι εμφανίστηκαν την κρίσιμη στιγμή.
«Ψυχραιμία! Τι πάτε να κάνετε εκεί;» φώναξε με όση δύναμη είχε ο Μπάρμπα Αποστόλης κι η βραχνή του φωνή διαπέρασε τη σιγαλιά της νύχτας κι ακούστηκε σαν διαταγή.
Πάγωσαν κι οι δυο. Τα χέρια τους λύγισαν μπροστά στην προσταγή κι οι κάνες των πιστολιών στράφηκαν στο χώμα. Όλα έδειχναν πως η κρίση ήταν έτοιμη να εκτονωθεί.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε αμήχανος ο Μπένι τον Κοντοκώστα.
«Χτύπα τον».
«Πρόσεχε!» φώναξε την ίδια στιγμή στον Μικρογιώργο ο Μπάρμπα Αποστόλης που τ’ αντανακλαστικά του λειτουργούσαν στην εντέλεια.
Ο Μπένι με χέρι σταθερό σήκωσε το πιστόλι και σημάδεψε. Το ίδιο κι ο Μικρογιώργος. Ακούστηκαν δυο πυροβολισμοί ταυτόχρονα κι οι δυο άντρες έπεσαν ανάσκελα στο έδαφος χτυπημένοι, στο στήθος ο Μικρογιώργος, στην κοιλιά ο Μπένι.
«Αναπνέει!» ψιθύρισε ανακουφισμένος ο Μπάρμπα Αποστόλης πεσμένος όπως ήταν πάνω στο πληγωμένο στήθος του Μικρογιώργο.
«Αναπνέει!» μουρμούρισε φανερά απογοητευμένος ο Κοντοκώστας σκυμμένος πάνω από τον Μπένι.
«Κι η εταιρεία;» αναρωτήθηκε ο Μπάρμπα Αποστόλης την ώρα που οι νοσοκόμοι ταχτοποιούσαν στα φορεία τους δυο τραυματίες.
«Μην νοιάζεσαι. Είμαστε κι εμείς εδώ», απάντησε ο Κοντοκώστας που θεώρησε πως του είχε δοθεί η ευκαιρία που έψαχνε απεγνωσμένα για την παλινόρθωσή του στην εταιρεία.

Α΄ βραβείο πεζογραφίας 24ου λογοτεχνικού διαγωνισμού τού Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Χανίων

Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2007

Κινούν και παν’, και παν’…

«Τέσσερις στρατηγοί κινούν και παν’, για πόλεμο… μακριά στα Ζωνιανά», μου ήρθε αυθόρμητα να παραφράσω τους στίχους του τραγουδιού των νεανικών μου χρόνων. Μόνο που η συνέχεια είναι περισσότερο επίκαιρη. «Ο ένας από πόλεμο δεν κάτεχε, ο δεύτερος στις κακουχιές δεν άντεχε, ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο, κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο». Γελάτε; Για κλάματα είναι η όλη κατάσταση, ή πιο σωστά, για γέλια και για κλάματα μαζί. Τώρα, ποια είναι η αντιστοίχηση του καθενός δεν έχει και τόση σημασία αφού το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
«Κατελήφθησαν τα Ζωνιανά, κατελύθη το άβατον, εάλω η Πόλις», πανηγυρίζουν της Ελλάδας οι ακοίμητοι φρουροί. Νίκησαν! Σοβαρά; Την κάθε φορά που η οργανωμένη πολιτεία βρίσκεται αντιμέτωπη με οποιοδήποτε πρόβλημα, είτε είναι πανσπουδαστικό συλλαλητήριο, είτε διαδήλωση, είτε πλημμύρες, είτε φωτιές, είτε συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος, νικιέται. Κι εντωμεταξύ μετράμε ζημιές και θύματα. Άνθρωποι καμένοι, τραυματίες, άλλοι που χαροπαλεύουν επειδή το κράτος της πλάκας, της ανοργανωσιάς, της μίζας, των πελατειακών σχέσεων, δεν ήταν ικανό να τους προστατέψει.
Με τα Ζωνιανά τα ’βαλαν και με το Μυλοπόταμο και με την Κρήτη ολόκληρη. Λες και φταίει ο φιλήσυχος κάτοικος της περιοχής, ο αγρότης, ο επαγγελματίας, ο μεροκαματιάρης, ο οικογενειάρχης που αγωνίζεται να τα φέρει βόλτα. Λες και δεν είναι μια μικρή μειοψηφία οι παρανομούντες. Λες και δεν τους γνωρίζουν έναν έναν χρόνια ολόκληρα. Λες και δεν είναι οι ίδιοι οι πολιτικοί κι οι αστυνομικοί που τους προστατεύουν. Λες κι είναι η πρώτη φορά. Λες και δεν μαίνεται ένας ακήρυχτος πόλεμος που διαθέτει απ’ όλα. Από ελικόπτερα που έχουν βληθεί μέχρι αθώα θύματα.
Το κράτος της πλάκας εναντίον οργανωμένων συμμοριών. Οι στρατηγοί της συμφοράς εναντίον σκληροτράχηλων υπερασπιστών του ιδιότυπου καθεστώτος. Στρατηγοί που διαπραγματεύονται την είσοδο στα όρια ενός χωριού της ελληνικής επικράτειας! Ταξίαρχοι που την κρίσιμη ώρα εγκαταλείπουν τη θέση τους και βρίσκονται σε άδεια για να λάβουν μέρος στον Μαραθώνιο!
«Κατελήφθησαν τα Ζωνιανά». Με πολεμικό σχηματισμό. Με τζιπ, τεθωρακισμένα, ελικόπτερα, και πεζοπόρα τμήματα εισέβαλαν στο χωριό. Με το ύφος και τη νοοτροπία καταχτητή για να καλύψουν της ανεπάρκειάς τους το έλλειμμα. Να βρουν τι, ύστερα από τόσες μέρες; Εισβολή έκαναν για το θεαθήναι. Για την τιμή των όπλων, και με την ευκαιρία να πουλήσουμε και λίγο τσαμπουκά, εκ του ασφαλούς, στην πλειοψηφία των κατοίκων που δεν ευθύνονται σε τίποτα. Συνελήφθησαν επειδή ήταν Ζωνιανοί. Προπηλακίστηκαν επειδή η καταγωγή τους ήταν από τα Ζωνιανά. Αντιμετωπίστηκαν σαν εγκληματίες επειδή έκαναν τροχαία παράβαση! Εκεί τους παίρνει, εκεί πουλούν μαγκιά, γιατί αυτοί που είχαν κάτι να φοβηθούν ή τίποτα να κρύψουν, είχαν όλο τον χρόνο και να πάρουν τα βουνά και να εξαφανίσουν τα όπλα, τα ναρκωτικά κι οτιδήποτε άλλο παράνομο είχαν.
Ηρεμήστε, κύριοι της κυβέρνησης. Χαλαρώστε, κύριοι της δημόσιας τάξης. Σας πήραμε είδηση. Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Το κάθε πράγμα τον κύκλο του κάνει. Θα περάσει κι αυτό. Σε λίγες μέρες θα φύγει από τα παράθυρα των καναλιών και θα εξαφανιστεί από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Κι ύστερα, όλα θα γυρίσουν στην πρότερη, ένδοξη, κατάσταση. Στη γαλήνη και τη μακαριότητα. Ανενόχλητοι θα πουλήσουν την παραγωγή τους ξανά οι καλλιεργητές των ναρκωτικών. Και το εμπόριο των όπλων και των πυρομαχικών θα συνεχιστεί κι η εκμετάλλευση των γυναικών κι η ζωοκλοπή κι η καταπάτηση της δημόσιας περιουσίας. Κι οι στρατηγοί θ’ αναπαυτούν πάνω στις δάφνες τους κι οι κυβερνώντες θα πανηγυρίζουν τη νίκη τους. Μόνο που οι δάφνες αυτές είναι βρώμικες κι η νίκη ψεύτικη. Οι κάτοικοι του νησιού, οι φιλήσυχοι πολίτες αισθάνονται, για μια ακόμη φορά, προδομένοι, ανασφαλείς και προβληματισμένοι για το μέλλον.

ΥΓ. Είναι τουλάχιστον κωμικό να εμφανίζονται αυτές τις μέρες όλοι εκείνοι που είχαν την εξουσία και τη δύναμη να πατάξουν το φαινόμενο και δεν το έκαναν. Είναι θλιβερό να βγαίνουν και να κάνουν δηλώσεις οι υπεύθυνοι της μεγέθυνσης του προβλήματος. Κι αν δεν το καταλαβαίνουν, κάποιος θα πρέπει να τους το πει. Επιτέλους, δεν είναι όλα για το θέαμα και τη φθηνή δημοσιότητα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007

Το άλλο με τον Τοτό, το ξέρετε;

«Όσον αφορά το πρόσωπό μου, ίδρυσα το ΠΑΣΟΚ και θα παραμείνω μέλος του ΠΑΣΟΚ», δήλωσε ο κ. Σημίτης κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο φημισμένο «London School of Economics» του Λονδίνου, γράφουν τα ΝΕΑ κι οι φλεγματικοί Άγγλοι ακόμη γελούν.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2007

Ετσιθελισμός; Σωπάτε, καλέ!

Ιστορίες καθημερινής τρέλας, επίδειξης δύναμης κι αυταρχισμού ακούμε πολλές την κάθε μέρα, την κάθε ώρα. Κάποιες απ’ αυτές ξεπερνούν και τη φαντασία ακόμη και μας κάνουν να στεκόμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στον δύστυχο που τις εκμυστηρεύεται. Να όμως που τα πράγματα είναι έτσι κι ακόμη χειρότερα. Θέλετε ένα μικρό παράδειγμα; Απολαύστε το!
Το ΙΚΑ στην προσπάθειά του να καταπολεμήσει την εισφοροδιαφυγή και τη μαύρη εργασία, βγάζει κλιμάκια για να ελέγχουν τις επιχειρήσεις. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σωστό είναι το μέτρο και πρέπει να επαινεθεί γιατί ούτε τα ασφαλιστικά ταμεία δεν πρέπει να χάνουν πόρους ούτε οι εργαζόμενοι τα ένσημά τους. Για τον λόγο αυτό έχει επιβληθεί στις επιχειρήσεις να τηρούν ειδικό βιβλίο στο οποίο είναι υποχρεωμένες να αναγράφουν τα στοιχεία των εργαζομένων, την ημερομηνία πρόσληψης κλπ, και το οποίο θα πρέπει να επιδεικνύεται στους ελεγκτές σε κάθε ζήτηση. Ας έλθουμε στην πράξη τώρα. Διατηρώ μια μικρή επιχείρηση ενοικιαζομένων διαμερισμάτων στο Σφακάκι του Δήμου Αρκαδίου. Πρωί 6 Μαΐου του 2004. Η επιχείρηση δεν έχει αρχίσει να λειτουργεί ακόμη κι έχει μόλις προσληφθεί μια καμαριέρα για τον καθαρισμό. Αυτήν βρίσκει το κλιμάκιο. Τη ρωτά πότε προσλήφθηκε, του απαντά αυτή και στη συνέχεια της ζητά το ειδικό βιβλίο του ΙΚΑ για να δει αν είναι καταχωρημένη.
«Α, δεν ξέρω εγώ απ’ αυτά», τους απαντά.
Το κλιμάκιο σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε, για να μην πω πως ήταν υποχρεωμένο, ν’ αναζητήσει τον υπεύθυνο ή να της ζητήσει να με πάρει ένα τηλέφωνο. Αν γινόταν αυτό, το ζήτημα θα είχε λυθεί κι όλα θα ήταν μια χαρά. Έλα, όμως, που είμαστε στην Ελλάδα! Έλα που έχουμε τη νοοτροπία χωροφύλακα της δεκαετίας του ’50 που συνοψίζεται στο «θα σε τυλίξω εγώ σε μια κόλλα χαρτί, να δεις τι θα πάθεις».
Αυτή τη νοοτροπία, δυστυχώς, είχε και το περί ου ο λόγος κλιμάκιο κι έτσι βρέθηκα «γραμμένος» χωρίς να το πάρω είδηση.
Μπλεγμένος στα γρανάζια
Πρωί πρωί την άλλη μέρα πάω στο ΙΚΑ να παραπονεθώ, να τους δώσω τα απαραίτητα στοιχεία και να λήξει η υπόθεση εκεί. Έτσι νόμιζα.
«Α, αυτό το κλιμάκιο ήταν από την Αθήνα και θα πρέπει να περιμένεις να λάβεις την έκθεση ελέγχου», με πληροφόρησαν, ευγενικά δεν μπορώ να πω, κι εγώ μη έχοντας άλλον τρόπο ν’ αντιδράσω, πήρα τα παράπονά μου κι έφυγα.
Πέρασαν κάποιοι μήνες και πράγματι έλαβα μια ειδοποίηση που με καλούσε να πληρώσω 500 ευρώ πρόστιμο. Πήρα μαζί μου ξανά το βιβλίο του ΙΚΑ, την πρόσληψη της υπαλλήλου, την κατάσταση του επόπτη εργασίας, την αναγγελία του ΟΑΕΔ κι ότι άλλο απαιτείται και καμαρωτός καμαρωτός, σίγουρος πως θα βρω το δίκιο μου, πήγα στο κατάστημα του ΙΚΑ Ρεθύμνης.
«Τώρα ήρθες! Το πρόστιμο έχει επιβληθεί κι η προθεσμία για ένσταση έχει περάσει», μου είπαν.
Άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. «Βρε παιδιά, πότε έγιναν όλ’ αυτά;» ρώτησα ο αφελής. «Πότε ήλθε η έκθεση, πότε έληξε η προθεσμία, πότε τα είπατε, πότε τα συμφωνήσατε», που έλεγε κι ο Σταυρίδης σε μια παλιά καλή ελληνική ταινία.
«Σας στείλαμε την απόφαση με απόδειξη παραλαβής κι έχουμε και τ’ αποδεικτικό », με κατακεραυνώνουν.
«Πού ’ν’ το;»
«Να, το», μου λένε και μου πασάρουν ένα δελτίο με μια άγνωστη σε μένα υπογραφή. Τους το λέω, «δεν είμαστε γραφολόγοι», μου απαντούν κι «εν πάση περιπτώσει, υπεύθυνο είναι το ταχυδρομείο. Εμείς από τη στιγμή που έχουμε την απόδειξη, είμαστε εντάξει».
Να το καταπιώ πάει πολύ, και, μη έχοντας τι άλλο να κάνω, παίρνω δρόμο και να ’μαι στα ΕΛΤΑ, στη Μοάτσου.
«Αυτά τα χειρίζονται στη διαλογή στον Κουμπέ», μου λένε έκπληκτοι για την άγνοιά μου. Εξακολουθώ να επιμένω να βρω την άκρη, πεισμώνω και φτάνω στον Κουμπέ. Εξηγώ την κατάσταση, κοίταζε ο ένας αρμόδιος τον άλλο, «θα το ερευνήσουμε, μείνε ήσυχος», μου λένε στο τέλος. Εγώ όμως πιο ανήσυχος απ’ όσα είδα, ξαναγυρίζω στο ΙΚΑ. «Κάνε μια ένσταση κι ας είναι εκπρόθεσμη», με συμβουλεύουν τώρα «και πες τα στην επιτροπή». Μάλλον για να με ξεφορτωθούν το ’καναν. Όχι που θα καθόμουνα με σταυρωμένα χέρια. Πιάστηκα απ’ αυτό και μια και δυο έτοιμη η ένσταση, κατατεθειμένη και πρωτοκολλημένη. Δεν ήταν τόσο για το ποσόν, για το γαμώτο ήταν.
Ετσιθελισμός Νο 2
Πέρασαν έντεκα μήνες από τότε. Χρειάστηκα ασφαλιστική ενημερότητα, δεν μου την έδιναν, έκανα ρύθμιση, αναγκάστηκα και πλήρωσα το τίμημα του ετσιθελισμού τους. Και πάνω εκεί να την και την ειδοποίηση για την εκδίκαση της ένστασης. Την Τετάρτη 24 του Οκτώβρη 2007 και ώρα 15.00 καλείσθε και τα λοιπά και τα λοιπά. Η ευκαιρία που έψαχνα για να τους αποδείξω πανηγυρικά το λάθος τους είχε φτάσει.
Τρεις παρά πέντε βρίσκομαι στον προθάλαμο του γραφείου του διευθυντή του ΙΚΑ, όπου θα συνεδρίαζε η επιτροπή, μαζί με αρκετούς άλλους ταλαίπωρους. Στον πίνακα ανακοινώσεων βλέπω αναρτημένες διάφορες εγκυκλίους. Μιας και περιμένω λέω να ρίξω μια ματιά. Ανάμεσα στις άλλες βρίσκονται και δυο προσκλήσεις. Η μια για ώρα 15.00 αναφέρει πως η επιτροπή θα εξετάσει τις ενστάσεις 6 εργαζομένων κι άλλων τόσων εταιρειών. Πρώτη στη σειρά η δική μου. «Καλά πάμε», σκέφτηκα. «Τουλάχιστον θα ξεμπερδέψω γρήγορα». Κοιτάζω και τη διπλανή. Αυτή αναφέρει ίδια μέρα και ώρα 15.30 κι έχει άλλες τόσες υποθέσεις.
Η ώρα περνά, έρχεται η επιτροπή κι αρχίζει να καλεί τους εργαζομένους. Εξαντλείται ο κατάλογος, φτάνει η σειρά μου. Έτσι νόμιζα, αλλά ο αρμόδιος είχε άλλη γνώμη. Κι αφού την εξουσία την είχε αυτός, αρχίζει να καλεί τους εργαζόμενους από την άλλη πρόσκληση. Δεν αντιδρώ. «Πάει στα κομμάτια», σκέφτομαι, «εργαζόμενοι είναι και σαν τέτοιοι ίσως και να πρέπει να προηγούνται». Εξαντλείται κι αυτός ο κατάλογος. «Έφτασε η σειρά μου», σκέφτομαι ξανά και κάνω ένα βήμα μπροστά. Έλα όμως που ο αρμόδιος, αυτός με την εξουσία, φωνάζει τον τελευταίο της δεύτερης πρόσκλησης. Κεραμίδα μου ’πεσε στο κεφάλι. Στην επιτροπή συμμετέχει δικαστικός, εκπρόσωποι του ΙΚΑ, της επιθεώρησης εργασίας, των εργαζομένων. «Δεν μπορεί», σκέφτομαι, «κάποιο λάθος θα ’γινε». Πάνω εκεί, ξαναβγαίνει ο αρμόδιος, αυτός με το ύφος της εξουσίας, και καλεί τον προτελευταίο της δεύτερης πρόσκλησης. «Ακόμη τούτ’ η άνοιξη, ραγιάδες ραγιάδες», που λέει κι ο ποιητής. Διαμαρτύρομαι. Αρχίζω να φωνάζω. Με καλούν μέσα. «Σήμερα θα εκδικάσουμε το αν η ένστασή σας είναι εκπρόθεσμη ή όχι. Αν την κερδίσετε θα σας καλέσουμε ξανά». Ελλάς 2007!
Τι απόγινε; Ειλικρινά, δεν το γνωρίζω. Θα σας ενημερώσω πάντως.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2007

Εναντίον του λαού

Μεγάλη προσπάθεια θα πρέπει να καταβάλω και σ’ ασκήσεις αυτοπειθαρχίας να υποβληθώ για να τα καταφέρω να παρακολουθήσω τα δελτία ειδήσεων έτσι όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση τελικά. Ένα μήνα μόλις και κάτι μέρες μετά τις εκλογές λες κι έπεσαν πάνω μας όλες οι πληγές του Φαραώ μαζεμένες κι ήρθε το κράτος και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του λαού.
Ανατιμήσεις τεράστιες, φρικιαστικές, παντού, επιβολή νέων φόρων, αυξήσεις στους ήδη υπάρχοντες, συντάξεις που δεν θα πάρουμε ποτέ, απειλές, οικονομική τρομοκρατία τέτοια που από μόνη της είναι ικανή να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση. Θα μου πεις, δεν το ήξερα; Δεν το περίμενα; Αναμενόμενο ήταν αλλά όχι κι έτσι. Μια αδύναμη κυβέρνηση, με ισχνή πλειοψηφία, να προχωρήσει τόσο σύντομα σε μια τόσο γενικευμένη επίθεση που τρόμαξε ακόμη και βουλευτές κι υψηλόβαθμα στελέχη της, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορούσα να το φανταστώ. Και το κακό είναι πως δεν φαίνεται διέξοδος. Μια τόσηδα αχτίδα έστω που θα δώσει κουράγιο σ’ ένα λαό παραζαλισμένο. Με το 20%, σύμφωνα με τις σφυγμομετρήσεις, κάτω από τα όρια της φτώχειας και τους άλλους, τους πολλούς, να προσπαθούν μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, να τα φέρουν βόλτα. Κι η αντιπολίτευση; Αυτή που θα έπρεπε να δίνει μάχες καθημερινές, τι κάνει; Αυτή κι αν σφυρίζει αδιάφορα στον δικό της ρυθμό!
Πιάνεται η ψυχή μου κάθε βράδυ, κι ελπίδα καμιά, από πουθενά. Τα κόμματα της Αριστεράς, βολεμένα από το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα, συνεχίζουν τη στείρα πολιτική της καταγγελίας και της άρνησης των πάντων, αφήνοντας στην ουσία ανενόχλητη την κυβέρνηση ν’ αλωνίζει και στο ΠΑΣΟΚ, απ’ όπου ίσως θα είχαμε κάτι να περιμένουμε, γίνεται της επί πληρωμή εκδιδομένης γυναικός, για να χρησιμοποιήσω έναν κάπως πιο ευπρεπή όρο. Όλοι εναντίον του λαού;
Δεν είχα σκοπό ν’ ασχοληθώ με τα εσωκομματικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν το μπορώ το θέμα. Με πονά και με χαλά. Όμως τα όσα απίστευτα βλέπουμε να διαδραματίζονται καθημερινά δεν μπορούν και δεν πρέπει να μείνουν ασχολίαστα. Φταίει ο κ. Σημίτης κι η κυβέρνησή του ισχυρίζονται οι μεν, φταίει η ανεπάρκεια του σημερινού προέδρου αντιτείνουν οι δε. Τα μεγάλα συμφέροντα, επιχειρήσεις τύπου και ΜΜΕ, είναι πίσω από την κρίση καταγγέλλει ο κ. Παπανδρέου, «όφειλες να τους έχεις νικήσει», του απαντά ο κ. Βενιζέλος. Και το ΠΑΣΟΚ, βρε παιδιά; Ο κόσμος του; Οι αστείρευτες δυνάμεις τού ελληνικού λαού που έλεγε ο μακαρίτης ο Ανδρέας, πού πήγαν; Τι έγιναν; Κάποιοι την έκαναν μ’ ελαφρά πηδηματάκια απογοητευμένοι, λέω εγώ, κι οι υπόλοιποι, αποσβολωμένοι, παρακολουθούν έναν αδελφοκτόνο αγώνα του παράλογου που οδηγεί στον αλληλοεξευτελισμό και την αλληλοεξόντωση. Εναντίον του λαού στην ουσία.
Με νύχια και με δόντια πάλεψαν κάποιοι μετά τις εκλογές του 2004 για να μη γίνει συζήτηση για τα αίτια της ήττας. Την ενότητα χρησιμοποιούσαν σαν πρόσχημα και τότε. Να μη θιγούν κάποιοι, να μην αποδοθούν ευθύνες. Το κουκούλωμα των εγκληματικών λαθών, της αλαζονείας, του καθεστωτισμού, όρος για μια επίπλαστη ενότητα. Απαγορευμένη συζήτηση το γιατί το ΠΑΣΟΚ έπαψε να είναι κίνημα λαού. Γιατί έχασε τον εργάτη, τον μικρομεσαίο, τον ελεύθερο επαγγελματία και γιατί ξεφούσκωνε τα λάστιχα των τρακτέρ για να κάμψει την αγωνιστικότητα του αγρότη.
Αποκρατικοποιήσεις στη λογική να πουλήσουμε ό,τι πουλιέται-μέχρι αποθέματα χρυσού πούλησε η Τράπεζα της Ελλάδος-φορομπηχτικές πολιτικές, λιτότητα για τον πολύ λαό και πάλι λιτότητα, την ώρα που οι έξυπνοι πλούτιζαν και δημιουργούσαμε καινούρια τζάκια και γιάπις πολυάσχολους. Απαγορευμένη ακόμη κι η αναφορά για να μη θιγεί, τρομάρα μας, η ιστορία και το έργο του ΠΑΣΟΚ.
Για όλα φταίει ο κ. Σημίτης; Σίγουρα όχι. Κι αν καταλογίζονται πολλά στη διακυβέρνησή του, σίγουρα δεν ήταν ο μόνος υπαίτιος. Και συμφέροντα τον στήριξαν και εταιρείες τύπου και ΜΜΕ. Τον στήριξαν όμως και πάρα πολλά στελέχη και η τότε πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ. Η περίοδος Σημίτη άφησε τεράστιο έργο. Το τίμημα όμως ήταν μεγάλο. Ξεστράτισε το ΠΑΣΟΚ από τον δρόμο του, θάμπωσε το όραμα και ξέφτισε κι έχασε το στίγμα και την ιδεολογία του. Το κοινό συμφέρον υποτάχθηκε στο ατομικό, ατόνησαν οι οργανώσεις και χάθηκε η συντροφικότητα.
Αυτό το ΠΑΣΟΚ παράλαβε ο κ. Παπανδρέου για να πούμε και του στραβού το δίκιο. Ένα κόμμα (;) που πλειοψηφούσε στην Εκάλη και στου Παπάγου κι έχανε στις φτωχογειτονιές και την περιφέρεια. Ένα ΠΑΣΟΚ κατασυκοφαντημένο, διαλυμένο, αφερέγγυο, και μετά από λίγο, ηττημένο. Φταίει ο κ. Παπανδρέου για την παραπέρα πορεία; Και ναι και όχι. Έχει ευθύνη γιατί δεν τόλμησε να κάνει ρίξεις, να το κάνει ομοιογενές και να του δώσει έναν ξεκάθαρο προσανατολισμό. Βοηθήθηκε σ’ αυτό; Όχι όσο έπρεπε. Κάποιοι δεν προσπάθησαν αρκετά, κάποιοι ολιγώρησαν, κάποιοι του την είχαν στημένη.
Το ΠΑΣΟΚ σήμερα είναι σε κρίση βαθύτατη. Όμως κρίσεις έχει περάσει πολλές και ξέρει να τις ξεπερνά, αρκεί να θέλει. Η 11 του Νοέμβρη είναι ανάγκη να αναδείξει έναν Παπανδρέου ισχυρό κι ένα ΠΑΣΟΚ αληθινά ενωμένο. Κι ο κ. Βενιζέλος χρειάζεται, κι ο κ. Σκανδαλίδης, κι εσύ, κι ο καθένας. Να διαλυθούν οι στρατοί, να πέσουν οι τόνοι, και να γίνουν οι απαραίτητες συζητήσεις, οι αναλύσεις κι οτιδήποτε άλλο απαιτηθεί, με στόχο να βγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα που θα το βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσει θέσεις και ιδεολογίες και θα το οδηγήσουν σε νέους, νικηφόρους αυτή τη φορά, αγώνες.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007

Διεθνές «δίκαιο»

Λήγει η θητεία της Κάρλα Ντε Πόντε, τη θυμάστε βέβαια την ξινή εισαγγελέα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, αυτή την ανέραστη νευρωτική «κυρία» που είχε βάλει σκοπό της ζωής της να καθαρίσει την τέως Γιουγκοσλαβία απ’ ό,τι ξέφυγε από τους αμερικάνικους πυραύλους και τους βομβαρδισμούς από τα αόρατα αεροπλάνα, στέλνοντας στο Διεθνές Δικαστήριο τους Σέρβους ηγέτες και μόνον αυτούς.
Ένας πόλεμος είναι πάντα πόλεμος με εγκλήματα κι από τη μια μεριά κι από την άλλη, θηριωδίες, φοβερές καταστροφές, πόνο και πολύ θάνατο. Πολλοί οι εγκληματίες, πολλοί κι οι υπεύθυνοι αφού όλοι τους χρησιμοποιούν τα ίδια όπλα και τις ίδιες μεθόδους. Σφαγές έκαναν οι Σέρβοι, σφαγές κι οι Μουσουλμάνοι ή μήπως σκορπούσαν ροδοπέταλα οι τελευταίοι; Την πληρώνουν πάντα όμως μόνο οι χαμένοι. Αυτοί που είδαν τη χώρα τους να διαμελίζεται, να σωριάζεται σε ερείπια, οι αδύναμοι, οι νικημένοι, οι καταχτημένοι, αυτοί που τελικά δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. «Ουαί τοις ηττημένοις». Το δίκαιο του ισχυρού σε όλο του το μεγαλείο. Η δικαιοσύνη της σκοπιμότητας, του συμφέροντος και της Pax Americana.
Στην άκρη η Ντε Πόντε κι αναζητούν ήδη τον κατάλληλο διάδοχο, αυτόν που θα φέρει σε πέρας τη βρώμικη δουλειά που είχε αναλάβει, τη διατεταγμένη υπηρεσία που θα ντύσει με νομικά επιχειρήματα ειλημμένες εκ των προτέρων καταδικαστικές αποφάσεις.
Ανακουφίστηκα προς στιγμήν και χάρηκα σαν διάβασα την είδηση. «Στα κομμάτια», σκέφτηκα, «ο νέος μπορεί να είναι καλύτερος», αλλά αμέσως, «Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο / Μην πεις πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως / Πως θα 'ναι το λυκόπουλο, καλύτερο απ’ τον Λύκο / Τότε μονάχα να χαρείς: σαν φύγει ο τελευταίος», θυμήθηκα τους πάντα επίκαιρους στίχους του Βάρναλη.

Μποναμάς

6 δις ευρώ είναι ο μετεκλογικός μποναμάς της κυβέρνησης. Τόσα θα πληρώσουμε επιπλέον εγώ, εσύ, όλοι μας, με τον καινούριο προϋπολογισμό. Δεν μπορώ να πω τίποτα, δεν μου επιτρέπεται να παραπονεθώ, ούτε και να κατηγορήσω τον κ. Καραμανλή ή τον κ. Αλογοσκούφη. Κι οι δυο μάς είχαν προειδοποιήσει κι οι δυο μέσες άκρες μάς είχαν πει τι μας περιμένει μετά τις εκλογές. Φόροι στα ακίνητα, φορολογική κλίμακα χωρίς τιμαριθμοποίηση που εκμηδενίζει την όποια αύξηση δοθεί, πάγωμα μισθών, φτώχεια και μιζέρια στα κονδύλια για την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό, άνοιγμα του ασφαλιστικού με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ασφαλισμένους και τα δικαιώματά τους.
Το αδηφάγο τέρας, το κράτος που διαμορφώσαμε, θέλει έσοδα ατέλειωτα για να τραφεί κι όχι ό,τι κι ό,τι. Θέλει φόρους που να αγγίζουν τους πολλούς για να εισπράττει περισσότερα χωρίς να θίγει τους οικονομικά ισχυρούς. Θέλει εξομοίωση των πάντων. Καταργείται π.χ. ο φόρος κληρονομιάς σ’ όλα τα ακίνητα, είτε πρόκειται για ένα ταπεινό δυαράκι είτε αφορά πολυτελείς βίλες των δύο και τριών χιλιάδων τετραγωνικών των βορείων προαστίων, πανάκριβα διαμερίσματα του Κολωνακίου και όχι μόνο. 160 εκατομμύρια ευρώ είναι η απώλεια εσόδων από την κατάργηση αυτή, 660 εκατομμύρια θ’ αποφέρει το 1% επί των ακινήτων, χώρια ο ενιαίος φόρος κατοχής μικρών και μεγάλων ιδιοκτησιών. Εξομοίωση και στη φορολογία των καυσίμων. 1 ευρώ θα πωλείται πλέον το πετρέλαιο θέρμανσης για την αντιμετώπιση, τάχα μου, της λαθρεμπορίας και της απώλειας σημαντικών εσόδων κι ο επιπλέον φόρος θα επιστρέφεται, λέει, από τις εφορίες ή τις τράπεζες, δεν έχουν ξεκαθαρίσει ακόμη από πού. Περίεργος είμαι να δω πώς θα λειτουργήσει το νέο μέτρο. Να δω ουρές να φτάνουν στους δρόμους, ταλαιπωρία, διαπληκτισμούς, φασαρία. Να δω τον γεράκο ή τη γριούλα που θα πάει με το μπιτόνι ν’ αγοράσει πετρέλαιο για τη θερμάστρα να στέκεται στην ουρά για να της επιστρέψουν 12 ευρώ. Να δω τον ξύπνιο με την καρότσα του 4Χ4 γεμάτη βαρέλια να φορτώνει πετρέλαιο που θα το χρησιμοποιήσει για την κίνηση του θηρίου που οδηγεί και των υπόλοιπων μηχανημάτων του να παίρνει το τιμολόγιο και να εισπράττει πίσω τον φόρο. Να δω, να δω, τι άλλο να δω από την τύφλα μας τη μαύρη.