Πέμπτη, Οκτωβρίου 16, 2008

To ναυάγιο

Έβρεχε όλη τη νύχτα κι έκανε τσουχτερό κρύο εκείνο το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου 1966. Τρία παιδιά όλα κι όλα, δυο κορίτσια κι ένα αγόρι, εγώ ήμουν αυτός, πρόβαλαν στο μισοσκόταδο σαν φαντάσματα και τρέχοντας χώθηκαν στο παλιό αστικό που είχε μόλις φτάσει. Ήταν κιόλας μούσκεμα αφού οι γαλότσες και τα φτηνά αδιάβροχα με την κουκούλα, ελάχιστα τα είχαν προστατέψει από το κατακαίρι.
Όρθιος στη μέση του διαδρόμου ο εισπράχτορας, τυλιγμένος σ’ ένα βαρύ παλτό, με μάλλινο σκούφο στο κεφάλι και κασκόλ στον λαιμό, γκρίνιαζε.
«Από δω, από δω», έλεγε, τα καθοδηγούσε και τα έβαλε να στριμωχτούν στο πρώτο κάθισμα, πίσω ακριβώς από τον οδηγό. «Μόνο εδώ είναι στεγνά», συνέχισε να μουρμουρίζει μόνος του. «Όλο το υπόλοιπο στάζει, αν κι απ’ ότι βλέπω δεν έχετε ανάγκη εσείς».
Τι ανάγκη είχαν αλήθεια; Καμιά. Αφού για να μάθουν πέντε κολλυβογράμματα ήταν υποχρεωμένα να σηκώνονται από το μαύρο χάραμα για να προλάβουν το λεωφορείο που θα τα μετέφερε από το μικρό τους χωριό, στο Ρέθυμνο που είχε γυμνάσιο. Έξι και μισή το πρωί έφτανε το ρημάδι. Μισή ώρα η διαδρομή, γύρω στις επτά ήταν στη Χώρα κι ας άρχιζαν τα μαθήματα από τις οκτώ κι ύστερα. Κι έμενε μια ολάκερη ώρα για σουλάτσο και χαζολόγημα στη Λεωφόρο. Θα μου πεις ποιος είχε όρεξη για βόλτα πρωινιάτικα; Ας ήταν καλός ο καιρός και σου ’λεγα εγώ! Αλλά με κρύο και βροχή, αναγκαστικά κάπου έπρεπε να τη βγάλουν μέχρι ν’ αποφασίσει ο επιστάτης να ξεκλειδώσει το λουκέτο και ν’ ανοίξει τη μεγάλη καγκελόπορτα του πέριαυλου. Βέβαια κι αυτοί στο ΚΤΕΛ είχαν τα δίκια τους. Τα πιο βολικά δρομολόγια και τα πιο καινούρια αυτοκίνητα τα κρατούσαν για τα μεγαλύτερα χωριά που είχαν πιο πολλά παιδιά και περισσότερους επιβάτες.
«Επλημμύρισενε, μωρέ κοπέλια, ο Πλατανιανός ποταμός και να δούμε πώς θα περάσομε», σχολίασε ο οδηγός, ένας μεσοκαιρίτης, μαυριδερός με φουσκωμένο στομάχι και στριφτές μουστάκες, μόλις έλυσε το χειρόφρενο κι έπιασε την κατηφόρα.
Μπροστά στους Τέσσερις Μάρτυρες τ’ άφησε κι εκεί χωρίστηκαν. Τα κορίτσια βρήκαν απάγκιο στην είσοδο της εκκλησίας κι εγώ κούρνιασα τουρτουρίζοντας στην είσοδο του πρώτου μαγαζιού που βρήκα μπροστά μου. Κρύωνα. Όμως μια παγωμάρα πιο δυνατή έβγαινε από μέσα μου. Ένα κακό προαίσθημα, σαν να περίμενα πως κάτι πολύ άσχημο θα συμβεί, με βασάνιζε. Τα δόντια μου χτυπούσαν κι ένας ανεξήγητος πανικός που με κατέλαβε ξαφνικά, μ’ έκανε να τρέχω σαν παλαβός μέσα στη βροχή και το κρύο.
Ευτυχώς που βρήκα ανοιχτό το σχολείο και χώθηκα μέσα. Άφησα βιαστικός τη σάκα και το αδιάβροχο στην Γ2, χτύπησα δυνατά τα πόδια μου στο πάτωμα για να διώξω από πάνω μου τα πολλά νερά και κατευθύνθηκα προς τον πάγκο του κυρ Χαράλαμπου, του επιστάτη του Α΄ Αρρένων.
«Έκειε ξάνοιξε ’ναν καιρό», τον άκουσα να μονολογεί.
«Τι έπαθες, κυρ Χαράλαμπε;»
«Έσπασε ο αέρας το τζαμάκι και γέμισε ο τόπος νερά».
«Σου ’κανε ζημιά;»
«Λίγα πράματα αλλά τώρα πρέπει να σφουγγαρίσω. Και κάνει και μια κρυγιότη!»
Ο θεολόγος που έφτασε κατηφής εκείνη την ώρα έδωσε μια άλλη διάσταση στην κουβέντα.
«Τα μάθατε τα νέα;» ρώτησε με πένθιμο ύφος μόλις έβγαλε το παλτό και το καπέλο του.
«Ίντα γίνηκε;» πρόλαβε και τον ρώτησε ο επιστάτης.
«Το “Ηράκλειο”, λέει, δεν έφτασε στον Πειραιά. Ανήσυχοι με πήραν τηλέφωνο κάποιοι συγγενείς μου πριν λίγο. Αν δεν έδεσε από νωρίς σε κάποιο άλλο λιμάνι, δεν θα ’ναι για καλό του».
Ούτε οι άλλοι καθηγητές που έφταναν ένας-ένας γνώριζαν τίποτα περισσότερο. Χτύπησε το κουδούνι, άρχισαν τα μαθήματα, αλλά το μούδιασμα και το σφίξιμο που ένιωθα από το πρωί δεν έλεγε να μ’ αφήσει και πού μυαλό για Ιστορίες και Αρχαία! Ταξίδευε ένας ξάδελφός μου με το “Ηράκλειο”. Φτωχόπαιδο κι αυτός σαν κι όλους μας. Ηλεκτρολόγος ήταν. Είχε απολυθεί κάποιους μήνες πριν από τον στρατό κι ανέβαινε για δουλειά στην Αθήνα. Αν είχε βουλιάξει το καράβι; Τη μάνα του, τη θεια μου την κακομοίρα, σκεφτόμουν.
Μεσημέριασε όταν έφτασαν τα μαντάτα. Το είπε το ράδιο, λέει. Ναυάγησε το “Ηράκλειο” στη Φαλκονέρα και πάει! Πένθος στα Χανιά, σπαραγμός στο Ρέθυμνο. Νεκρίκιες χτυπούσαν οι καμπάνες στην πόλη κι οι καρδιές κόντευαν να σπάσουν από αγωνία και πόνο. Υπάρχουν διασωθέντες; Πόσοι είναι και προπάντων ποιοι;
Πέρασαν μέρες μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Ο επίσημος απολογισμός; 217 νεκροί και μόλις 46 οι διασωθέντες. Ανάμεσά τους κι ο ξάδελφός μου που τη γλίτωσε από θαύμα. Οι απώλειες ήταν μεγάλες. Μαυροφορέθηκε στα καλά καθούμενα η μισή Κρήτη με τόσες ψυχές χαμένες άδικα. Κι όταν σταμάτησαν τα πολλά δάκρυα, η οργή που ξεχείλιζε και η αγανάκτηση ήταν τέτοια, που ταρακούνησε κάποιους.
«Δεν είμαστε οζά», φώναζαν, «να μας λαλούνε οι Τυπάλδοι κι οι Ευθυμιάδηδες. Από πάππου προς πάππου κάποιοι την Κρήτη την έχουν για να την αρμέγουν μόνο. Και στο τέλος μας πνίγουν κι από πάνω. Κάτι πρέπει να κάνουμε διαφορετικά είμαστε άξιοι της τύχης μας».
Το είπαν, το φώναξαν, το πίστεψαν. Μπήκε μπροστάρης ο Ειρηναίος, ο Δεσπότης της Κισσάμου, φτιάχτηκαν επιτροπές, άρχισε ο αγώνας. Να κάνουμε εταιρεία δική μας. Να ορίζουμε τις τύχες μας, επιτέλους. Ανοίχτηκαν κατάλογοι, άρχισαν οι εγγραφές. Όλοι έδιναν. Κι οι πλούσιοι κι οι φτωχοί. Μέχρι κανίστρες με λάδι πουλήθηκαν για ν’ αγοραστούν μετοχές. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός που σε χρόνο ρεκόρ, στις 10 Απριλίου 1967, η Ναυτιλιακή Εταιρεία Κρήτης, η γνωστή μας ΑΝΕΚ, είχε γίνει πραγματικότητα. Τα πάντα πήραν τον δρόμο τους. Αγοράστηκε πλοίο, βγήκαν οι άδειες και το 1970 το μεγαλόπρεπο οχηματαγωγό ΚΥΔΩΝ δρομολογήθηκε στη γραμμή Χανιά-Πειραιάς. Τίποτα πια δεν έμοιαζε με το χτες. Οι Κρητικοί πραγματικά είχαν πάρει την τύχη στα χέρια τους και την κατεύθυναν όπως ήθελαν αυτοί. Η επιτυχία της εταιρείας έκανε τους Ηρακλειώτες να ζηλέψουν κι έστησαν κι αυτοί τη δικιά τους εταιρεία, τις Μινωικές Γραμμές.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Μέσα στη γενική ευμάρεια ξεχάστηκε κι η Φαλκονέρα κι οι πνιγμένοι κι οι ταλαιπωρίες. Ξέφτισαν τα οράματα κι η λήθη κατάπιε τους λόγους που οδήγησαν τους Κρητικούς να στραφούν στις θάλασσες. Άλλωστε τώρα πια τα κρητικά καράβια δεν όργωναν μόνο το δικό τους πέλαγος, αλλά ήταν κυρίαρχα και στα δρομολόγια της Αδριατικής. Τώρα αυτοσκοπός είχε γίνει το κέρδος. Γέρασε κι ο Ειρηναίος και τα παράτησε. Η μικρούλα «Ρεθυμνιακή» που εντωμεταξύ είχε μπει σφήνα ανάμεσά τους, απορροφήθηκε από την ΑΝΕΚ και μεγάλα αφεντικά είχαν βάλει στο μάτι και τις δύο εταιρείες που είχαν απομείνει. Το Ρέθυμνο την πλήρωσε πρώτο που απόμεινε χωρίς καράβι αποκομμένο από θάλασσα. Έτσι κι αλλιώς από αέρα πάντα του ήταν. Γιατί η απόσταση, λέει, είναι μικρή και μια χαρά το εξυπηρετούν τα δυο αεροδρόμια του νησιού.
Τώρα που είδαμε τα σκούρα φωνάζουμε πάλι. Θέλουμε να στήσουμε καινούρια εταιρεία που θα μας βγάλει από την απομόνωση. Όμορφα λόγια που χαϊδεύουν τ’ αυτιά και τονώνουν τον θιγμένο εγωισμό μας. Είναι εύκολο όμως να γίνει πραγματικότητα και πολύ περισσότερο μπορεί να πετύχει; Εδώ σε θέλω! Που οι εποχές άλλαξαν. Που η παγκοσμιοποίηση και ο άκρατος φιλελευθερισμός έχουν επιβάλει τους δικούς τους κανόνες. Που οι εταιρείες λαϊκής βάσης ήταν όνειρο που χάθηκε. Διάλυσε η ΔΑΝΕ, πλέει τα λοίσθια η ΝΕΛ, έδεσε και τα δυο καράβια της η ΛΑΝΕ. Η ΑΝΕΚ μόνο σαν λαϊκής βάσης δεν λειτουργεί κι οι Μινωικές πέρασαν σε ιταλικά χέρια.
Το Ρεθυμνάκι από μόνο του είναι σε θέση να κάνει το θαύμα; Με μεγάλη δυσκολία θα πω, ναι. Κι αυτό μόνο αν πεισμώσουμε. Αν θυμηθούμε τα παλιά και βάλουμε βαθιά το χέρι στην τσέπη. Και πάλι, υπό την προϋπόθεση, πως ποτέ και για τίποτα δεν θα μπορούν να συγκεντρωθούν μεγάλα πακέτα μετοχών σε λίγα χέρια. Μόνο τότε. Αν είμαστε αποφασισμένοι να στηρίξουμε την εταιρεία, ακόμη κι αν αντί για κέρδη, γράφει ζημιές. Διαφορετικά

Δευτέρα, Οκτωβρίου 13, 2008

Kραχ

Κραχ ονομάζεται η στάση πληρωμών που συνοδεύεται από πανικό. Κι όταν μιλούμε για κραχ, όλων η μνήμη γυρίζει στην εφιαλτική 24η Οκτωβρίου του 1929, την επιλεγόμενη «Μαύρη Πέμπτη» που τίναξε στον αέρα την Wall Street, παρέσυρε στην άβυσσο την αμερικάνικη οικονομία και μαζί της τράβηξε στον όλεθρο και το χάος τον κόσμο ολόκληρο. Αξίζει νομίζω να πούμε δυο λόγια για το τι έγινε τότε.
Το 1929 ξεκινούσε με τις καλύτερες προοπτικές. Ήταν μια ακόμη χρονιά της δεκαετίας που οι ΗΠΑ ζούσαν το όνειρο, καθισμένες αναπαυτικά πάνω σ’ ένα σύννεφο οικονομικής ευημερίας και τεχνολογικής προόδου. Στις εκλογές της 4ης Μαρτίου της ίδια χρονιάς, Πρόεδρος είχε αναδειχθεί ο Χέμπερτ Χούβερ και η παρατήρησή του πως «οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται τόσο κοντά στον τελικό θρίαμβο επί της φτώχειας όσο καμιά χώρα δεν είχε βρεθεί ποτέ στο παρελθόν», μόνο σαν μεγάλα, κούφια λόγια δεν θεωρήθηκε. Αντίθετα, ήταν μια μάλλον μετριοπαθής περιγραφή αυτού που πίστευαν και ζούσαν όλοι. Το ηλεκτρικό ρεύμα γινόταν μαζικό αγαθό, η χρήση του αυτοκινήτου γενικευόταν και τα νοικοκυριά εξοπλιζόντουσαν με ραδιόφωνα και οικιακές συσκευές (πλυντήρια-ψυγεία-ηλεκτρικές σκούπες κλπ), αγαθά που μόνο στη φαντασία τους υπήρχαν μέχρι τότε.
Κάποιους μήνες αργότερα, στις 3 Σεπτεμβρίου, ο δείκτης Dow Jones του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης έκανε ιστορικό ρεκόρ ανόδου, φτάνοντας αισίως τις 381,17 μονάδες. Είχε ακολουθήσει μια ξέφρενη πορεία που τον είχε οδηγήσει σ’ αυτά τα δυσθεώρητα ύψη από τα χαμηλά των 40 μονάδων που βρισκόταν το 1921. Στο διάστημα αυτό είχε δημιουργηθεί μια νέα τάξη εκατομμυριούχων που κερδοσκοπούσαν με την αγοραπωλησία μετοχών. Κανείς και τίποτα δεν ήταν ικανό να ανακόψει τη φρενίτιδα που είχε καταλάβει τις μεσαίες, κυρίως, τάξεις. Ούτε βέβαια η Ομοσπονδιακή Τράπεζα που ανεβάζοντας τα επιτόκια προσπαθούσε να βάλει φρένο στην εντεινόμενη δίψα για κερδοσκοπία.
Την ίδια ώρα που η Ευρώπη παρακολουθούσε εκστασιασμένη το οικονομικό θαύμα που βρισκόταν σε εξέλιξη στην αντίπερα του Ατλαντικού μεγάλη χώρα, οι Αμερικάνοι είχαν επιδοθεί στην, πέραν και εκτός των δυνατοτήτων τους, κατανάλωση. Ξόδευαν ασυλλόγιστα και αγόραζαν τα πάντα. Μόνο που όλα αυτά στηριζόντουσαν σ’ έναν πολύ εύθραυστο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, μηχανισμό.
Μέσα σε κλίμα γενικής ευφορίας ο κόσμος σπαταλούσε χρήματα που δεν είχε και δανειζόταν συνεχώς, υπολογίζοντας πως εύκολα θα καλύψει τις υποχρεώσεις του από τα κέρδη του χρηματιστηρίου. Είχε φτάσει στο σημείο το 85% των επίπλων και το 80% των φωνογράφων, για παράδειγμα, να έχουν αγοραστεί με δάνεια.
Ο παροξυσμός του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού είχε καταλάβει τους πάντες. Επιχειρηματίες, μικροϋπάλληλοι, εργάτες, οδηγοί, ακόμη και καθαριστές γραφείων ή στιλβωτές είχαν παραδοθεί αμαχητί. Το μόνο τους μέλημα ήταν πώς να στήσουν αυτί ή να συλλέξουν πληροφορίες για το «καλό χαρτί», αυτό που θα τους απέδιδε τα μεγαλύτερα κέρδη και θα τους έβγαζε μια και καλή από τη μιζέρια. Και βέβαια πρόθυμοι χρηματιστές από κοντά, τους αφιόνιζαν και τους έδιναν τη δυνατότητα να ρισκάρουν το 10πλάσιο των όσων διέθεταν. Ελάχιστες ψύχραιμες φωνές που ακουγόντουσαν σποραδικά αντί για σύνεση και προβληματισμό επέσυραν την απαξίωση και τη λοιδορία. Λέγεται πως ο Joseph Kennedy, ο πατέρας του κατοπινού Προέδρου, πούλησε τα πάντα και γλίτωσε την καταστροφή όταν ο λούστρος που του γυάλιζε τα παπούτσια τού μίλησε για «σίγουρο χαρτί».
Τελικά το αναπόφευκτο συνέβη στις 24 του Οκτώβρη. Την άνοδο ακολούθησε βίαιη πτώση και την πτώση γενικευμένος πανικός. Επικράτησε το απόλυτο χάος. Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Κολοσσοί κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα, μεγαλόσχημοι επιχειρηματίες και γνωστοί τραπεζίτες, πάνω στην απελπισία τους, πηδούσαν από τα παράθυρα και τον άκρατο καταναλωτισμό διαδέχτηκε η φτώχεια και η εξαθλίωση. Η ύφεση που ακολούθησε ήταν επώδυνη και μακρόχρονη. Η βιομηχανική παραγωγή έπεσε κατά 50%, το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μειώθηκε κατά 80% και ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε από 2 σε 15 εκατομμύρια. Ουρές ατέλειωτες ανθρώπινων σκιάχτρων εκλιπαρούσαν τώρα πια για ένα πιάτο σούπα στα συσσίτια που είχαν στηθεί.
Στην Ελλάδα οι επιπτώσεις ήταν καταλυτικές. Εκτός των άλλων έθεσαν τέλος στην πολιτική σταδιοδρομία του Ελευθερίου Βενιζέλου και ήταν αυτές που οδήγησαν σε βίαιες κοινωνικές αναταραχές στα όρια γενικευμένης εξέγερσης. Η άνοδος του φασισμού ήταν φυσικό επακόλουθο. Στην Ελλάδα ο Μεταξάς, στη Γερμανία ο Χίτλερ, στην Ιταλία ο Μουσολίνι. Εντωμεταξύ τα σύννεφα του πολέμου πύκνωναν απειλητικά. Άλλωστε στα κύρια αίτια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συγκαταλέγεται το Κραχ του 1929.
Σήμερα μια απρόβλεπτων διαστάσεων παγκόσμια οικονομική κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία έχει βρεθεί εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα που η ίδια δημιούργησε. Το πρόσκαιρο οικονομικό θαύμα καταρρέει και στα μεγάλα χρηματιστήρια, από τη Δύση μέχρι την Άπω Ανατολή, επικρατεί πανικός. Τραπεζικοί κολοσσοί, ασφαλιστικοί οργανισμοί και επενδυτικοί οίκοι απαξιώνονται εν μια νυκτί, θύματα των golden boys, αυτών των σοβαροφανών γιάπηδων με τα γκρι κοστούμια, το περισπούδαστο ύφος, τα ακριβά γούστα και τα γιγαντιαίων διαστάσεων bonus.
Το πρόβλημα που εμφανίστηκε δειλά στην αρχή υποτιμήθηκε, θεωρήθηκε μικρό και εύκολο στην αντιμετώπισή του. Όμως το μέγεθός του, ακόμη και σήμερα, είναι άγνωστο γιατί δεν έχει κατανοηθεί πλήρως και ως εκ τούτου δεν έχει αποτιμηθεί. Όλα ξεκίνησαν αφελώς. Οι τράπεζες εθισμένες στα συνεχώς αυξανόμενα κέρδη, έδιναν αφειδώς στεγαστικά δάνεια χωρίς την παραμικρή εξασφάλιση. Στη συνέχεια τα τιτλοποιούσαν και πάνω τους στήριζαν διαφόρων ειδών επενδυτικά προϊόντα, μια μορφή των οποίων είναι και τα γνωστά μας δομημένα ομόλογα. Μόνο που αυτά στην πορεία αποδείχτηκαν ιδιαίτερα τοξικά. Όταν οι τιμές πήραν την ανηφόρα και εκτινάχτηκε απότομα το κόστος ζωής λόγω της ανόδου της τιμής του πετρελαίου, η φούσκα έσκασε με θόρυβο παταγώδη. Οι δανειολήπτες αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια κι οι τράπεζες να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Κάποιες εξαγοράστηκαν όσο-όσο και κάποιες απλά έβαλαν λουκέτο. Το ντόμινο ωστόσο μόλις είχε αρχίσει. Σήμερα τα χρηματιστήρια βυθίζονται, αξίες εκμηδενίζονται και κράτη όπως η Ισλανδία, βρίσκονται αντιμέτωπα με τη χρεοκοπία.
Έφτασε το τέλος του καπιταλισμού; Αυτό είναι ένα ερώτημα που βασανίζει όλο και περισσότερους. Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων δείχνουν να τα έχουν προς το παρόν χαμένα, αφού το μέτρο της συνεχούς χρηματοδότησης του συστήματος αδυνατεί να δώσει τέλος στην κρίση. Οι σπασμωδικές τους κινήσεις επιτείνουν το πρόβλημα και έντρομοι εγκαταλείπουν άρον-άρον τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό στον οποίο ήταν δογματικά προσηλωμένοι και θέτουν σ’ εφαρμογή μέτρα που μέχρι τώρα αποκήρυτταν μετά βδελυγμίας. Τον κρατικό παρεμβατισμό δηλαδή και τις κρατικοποιήσεις. Με τα λεφτά των φορολογουμένων βεβαίως, βεβαίως. Γιατί τις ζημιές πρέπει να τις επιμεριστούν οι πολλοί ενώ τα άνομα κέρδη λίγοι. Θα επιτύχουν τον στόχο τους; Κανείς δεν το γνωρίζει αυτή την ώρα. Για τον άνθρωπο βέβαια δεν νοιάζεται κανείς τους. Για τους νεοάστεγους και τους νεόπτωχους που δημιούργησαν δεν υπάρχει έλεος. Για τις τράπεζες γίνονται όλα και γι’ αυτούς που δημιούργησαν την κρίση, γιατί «το σύστημα» πρέπει πάση θυσία να διασωθεί.
Εδώ στην Ελλάδα τα πράγματα δείχνουν να είναι κάπως καλύτερα. Ίσως και να μας λυπήθηκε ο Θεός. Ίσως πάλι να ήμασταν τυχεροί μέσα στην καντεμιά που μας δέρνει γενικότερα. Το σκάνδαλο των ομολόγων που ξέσπασε έγκαιρα μας προφύλαξε από τα χειρότερα. Άκουγα χθες τον υπουργό οικονομίας να δηλώνει περίπου ευτυχής. Το ξεκαθάρισε πάντως. Η πολιτική του δεν αλλάζει. Την ώρα που ακόμη κι οι αμερικάνοι μιλούν για την ανάγκη φοροελαφρύνσεων και για ενίσχυση των ασθενέστερων τάξεων, εμείς επιμένουμε σε μια αδιέξοδη πολιτική βασισμένη στην αφαίμαξη. Η κρίση, κρίση δηλαδή και οι φόροι, φόροι.
Άντε, κι όπου βγει!

Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2008

Το καράβι

Ήταν η Ρεθυμνιακή κάποτε. Η ναυτιλιακή που στήθηκε με τον μόχθο και τον οβολό των Ρεθεμνιωτών. Η εταιρεία που μας έκανε να νιώθουμε κάποιοι. Πέρασε δυσκολίες η Ρεθυμνιακή. Φουρτούνες μεγάλες. Από τον «Νέαρχο», τα δικαστήρια, τις οικονομικές δυσχέρειες. Άντεξε όμως, έκανε το σκατό της παξιμάδι και τα έβγαλε πέρα. Γιατί παρά το μακρύ και το κοντό που λέγαμε στην πρώτη ευκαιρία, τις γκρίνιες και την εύκολη κριτική, άλλος λίγο άλλος πολύ, τη στηρίξαμε.
Μετά από χίλια βάσανα αγόρασε το «Αρκάδι». Γερό σκαρί και καλοτάξιδο. Ομορφοσχεδιασμένο και άνετο που έκανε το περιπετειώδες, μέχρι τότε, ταξίδι για τον Πειραιά να μοιάζει με εκδρομούλα ευχάριστη. Στα σαλόνια του σμίγαμε γνωστοί και άγνωστοι. Παραπονιόμασταν, σχολιάζαμε την επικαιρότητα, λέγαμε τον καημό μας και καμαρώναμε σαν γύφτικα σκεπάρνια που είχαμε πάψει επιτέλους να είμαστε τα αποπαίδια της Κρήτης, παραπεταμένα στα μεγάλα λιμάνια του Κάστρου και της Σούδας. Ταξιδιώτες φτωχοί, παρακατιανοί, με τις βαλίτσες και τα δέματα στα χέρια και τα κοφίνια στους ώμους. Ενώ τώρα; Μεγαλεία να δούνε τα μάτια σου! Με ντόπιο το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού που μας υποδεχόταν πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Όλους. Νέους και γέρους, επώνυμους και μη. Επιβάτες του «μια στο τόσο» και περισσότερο τακτικούς, αυτούς που πεταγόντουσαν κάθε τρεις και λίγο στην Αθήνα για μια μέρα - με δύο διανυκτερεύσεις – κι είχαν κανονισμένο το πονηρό ραντεβουδάκι στο πλοίο. Δυο νύχτες ζάχαρη μακριά από μάτια αδιάκριτα, χωρίς υποψίες και κινδύνους γιατί ήταν «στη μια μπάντα» η Αθήνα. Μεγαλεία, σου λέω!
Άντεξε στις αναποδιές η εταιρεία. Έκανε αυξήσεις κεφαλαίου, πήρε δάνεια, μεγάλωσε κι αγόρασε και το δεύτερο καράβι, το «Πρέβελη». Εκεί να δεις καμάρι το Ρεθυμνάκι που έγινε ξαφνικά μικρομέγαλο και στεκόταν στα ίσια απέναντι στην ΑΝΕΚ και τη ΜΙΝΟΑΝ που μέχρι τότε μόνο δέος αισθανόταν σαν τις ατένιζε. Είχαμε καθημερινή σύνδεση με την Αθήνα. Το ένα πλοίο έφευγε κι ερχόταν το άλλο για να μη μείνει άδειο το λιμάνι της άμμου και το πιάσει το παράπονο. Γιατί, μη νομίζετε, ψυχή είχε κι αυτό. Στα πιο παλιά χρόνια το σνομπάριζαν τα ατμόπλοια που περνούσαν αραιά και που στ’ ανοιχτά και δεν του έδιναν σημασία ή έριχναν άγκυρα στα βαθιά και μας κουβαλούσαν, ανθρώπους και κτήνη, οι βάρκες ίσαμε την ανεμόσκαλα. Κι αυτό κατά διαστήματα και καλοκαίρι μόνο, γιατί τον χειμώνα σαν φρένιαζε ο βοριάς και σφύριζε, κάτι τεράστια κύματα, αφρισμένα, το κοπανούσαν με μανία. Σαν να είχαν προηγούμενα μαζί του κούκλωναν τον μόλο, που, ανήμπορος, αντιστεκόταν όσο μπορούσε κι άλλοτε άντεχε κι άλλοτε πάλι όχι.
Και τώρα, χειμώνα καλοκαίρι, με ζέστη και με κρύο, με μπουνάτσα και φουρτούνα, το Ρέθυμνο είχε κάθε μέρα καράβι. Κι ήταν ολοζώντανο το λιμάνι. Με φασαρία, φωνές, στριμωξίδι, βρισιές αλλά και με ανοιχτές αγκάλες και βουρκωμένα μάτια, ανάλογα με την περίπτωση. Κόσμος πολύς που πηγαινοερχόταν, συνεχές αλισβερίσι, κύριοι με samsonite, ακριβά κουστούμια και γραβάτες και φτωχοτουρίστες φορτωμένοι σαν γαϊδούρια τα ασήκωτα ογκώδη σακκίδια, με μακριά μαλλιά και σαγιονάρες. Αυτό ήταν το Ρέθυμνο τότε.
Θα μου πεις τώρα κι εσύ, και με το δίκιο σου, πού τα θυμήθηκες όλα αυτά; Γιατί σ’ αρέσει να ξύνεις πληγές; Γιατί είμαι Ρεθεμνιώτης, απαντώ, και πονώ, φίλε μου. Γιατί δεν αντέχω την εγκατάλειψη και την τόση κοροϊδία. Πολλοί θα πουν πως εμείς οι ίδιοι φταίμε. Την ξεπουλήσαμε τη Ρεθυμνιακή. Τη δώσαμε και πήραμε σαν αντίδωρο λίγες μετοχές προσδοκώντας υπεραξίες και γρήγορα κέρδη, που τελικά δεν ήρθαν ποτέ. Διαλύθηκε η ναυτιλιακή και πάει. Το «Αρκάδι» πουλήθηκε πρώτο κι ούτε ξέρουμε τι απόγινε. Άλλοι λένε πως κάηκε κι άλλοι πάλι, οι πιο ρομαντικοί, το θέλουν να πλέει μακριά, σ’ άλλες θάλασσες, παραπονεμένο και να ρωτά τ’ άλλα πλεούμενα, σαν τη γοργόνα του θρύλου, όχι για τον Μεγαλέξανδρο αλλά για το μικρό, επισφαλές, λιμανάκι της άμμου. Το «Πρέβελη» από την άλλη το ξαπόστειλαν άρον άρον σ’ άλλα λιμάνια, εκεί που οι γραμμές είναι, λέει, πιο κερδοφόρες κι απόμεινε το λιμανάκι της άμμου αδειανό και ξεχασμένο. Πάνε τα μεγαλεπήβολα σχέδια που έκανε πως θ’ αποκτήσει, τάχαμου, αδελφάκι, τη Μαρίνα, που θ’ άραζαν κότερα πολυτελή, πάνε οι κρουαζιέρες, πάνε οι χοροί, οι δεξιώσεις κι οι επίσημες τελετές στα καταστρώματα των πλοίων του.
«Τίποτα δεν θ’ αλλάξει», μας διαβεβαίωναν μετ’ επιτάσεως οι φίλοι μας της ΑΝΕΚ. Άλλωστε με τόσες μετοχές που είχαν οι Ρεθεμνιώτες στα χέρια τους, με σημαντική εκπροσώπηση στο διοικητικό συμβούλιο, τι είχαμε να φοβηθούμε; Από την άλλη το Χρηματιστήριο ανέβαινε συνεχώς. Περιουσίες ολόκληρες κέρδιζε ο κόσμος από τη μια μέρα στην άλλη, εμείς κορόιδα ήμασταν να μείνουμε με χέρια σταυρωμένα; Και μείναμε, ως συνήθως, στην «απέξω». Και τώρα; Τι γίνεται τώρα;
Δειλά στην αρχή, πιο δυνατά στη συνέχεια, άρχισαν ν’ ακούγονται κάποιες φωνές για τη δημιουργία μιας νέας ναυτιλιακής εταιρείας. Που θα φέρει καράβι. Που θα σπάσει τον αποκλεισμό του Ρεθύμνου. Που θα μας δώσει πίσω τη χαμένη μας αξιοπρέπεια. Όμορφες κουβέντες. Γλυκιές, μυρωδάτες κι αφράτες σαν παξιμάδι εφτάζυμο. Μαζί τους κι εγώ, σκέφτηκα. Μαζί τους κι όπου βγει.
Ώπα! Όπου βγει; Τι πάει να πει αυτό; Πάει να πει πως ενέχει ρίσκο μεγάλο η όλη προσπάθεια. Το 2008 δεν είναι η δεκαετία του ’80. Η αγορά γονάτισε από το τόσο βάρος που της φόρτωσαν και στενάζει. Ο κόσμος τα φέρνει δύσκολα βόλτα και λεφτά δεν μαζεύονται εύκολα. Ας πούμε όμως πως πεισμώνουμε, ανοίγουμε σεντούκια, βάζουμε χέρι στα «για ώρα ανάγκης» και μαζεύουμε και 30 και 50 εκατομμύρια. Τι γίνεται από κει κι ύστερα; Τώρα πια δεν υπάρχει προστατευτισμός κι ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος. Θεριά ανήμερα είναι οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς κι είναι έτοιμοι να κάνουν μια χαψιά τον πρώτο μικρό που θα συναντήσουν στο διάβα τους. Δείτε τι συμβαίνει γύρω μας. Διάλυσε η ΔΑΝΕ, πλέει τα λοίσθια η ΝΕΛ, την ίδια ώρα που κάνει γιουρούσι στις θάλασσες ο Βγενόπουλος με τη ΜΑRFIN του. Αυτά τα σημάδια έβλεπε από νωρίς ο μακαρίτης ο Σφηνιάς και προσπάθησε να γιγαντωθεί και να μονοπωλήσει το Αιγαίο. Όμως τα όνειρά του βούλιαξαν, δυστυχώς, μαζί με το «Σάμινα» κι αυτός είχε το γνωστό, άδοξο, τέλος.
Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε και τα ζούμε. Ακόμη κι οι σκληροτράχηλοι Ηρακλειώτες, με τον άκρατο εγωισμό, τον τόσο κόσμο, τον τόσο πλούτο και την τόση επιρροή, δεν τα κατάφεραν να κρατήσουν την εταιρεία τους μέχρι τέλος κι έχουν τώρα έναν Ιταλό, τον Grimaldi, να τους κάνει κουμάντο. Θ’ αφήσουν όλοι αυτοί την όποια εταιρειούλα στήσουμε να ορθοποδήσει; Χλωμό, πολύ χλωμό, το βλέπω. Τι πρέπει να κάνουμε τότε; Ούτε κι εγώ το γνωρίζω. Νομίζω ωστόσο πως πρέπει να το βασανίσουμε το πράγμα πολύ. Να ερευνήσουμε προσεκτικά όλα τα ενδεχόμενα και να εξετάσουμε όλες τις πιθανές λύσεις. Και πάνω απ’ όλα να σπάσουμε το συντομότερο, με κάθε τρόπο, την απομόνωση του Ρεθύμνου. Να απαιτήσουμε δυναμικά από το Υπουργείο να βρει λύση. Ας επιδοτήσουν τη γραμμή, ας κάνουν ό,τι θέλουν. Στο κάτω της γραφής εκτός από το να βάζουν συνέχεια φόρους, ας κάνουν και καμιά δουλειά της προκοπής.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

Συμπαράσταση

Όλους εσάς, τους άγνωστους φίλους bloggers, που αφήσατε σχόλιο με αφορμή την άδικη και αδικαιολόγητη μήνυση που κατατέθηκε τόσο εναντίον μου όσο και εναντίον της εφημερίδας «Κρητική Επιθεώρηση», σας ευχαριστώ.
Ειλικρινά με συγκίνησε το κύμα συμπαράστασης που εκδηλώθηκε αυθόρμητα, είτε με τη μορφή τηλεφωνημάτων και σχολίων είτε με μια απλή επίσκεψη στις ΑΘΙΒΟΛΕΣ.
Ήδη εκατοντάδες είναι αυτοί που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο μού έχουν εκδηλώσει τη συμπάθεια και τη συμπαράσταση τους και είμαι υποχρεωμένος γι’ αυτό.
Νομίζω πως το θέμα μάς ενδιαφέρει όλους και πως μόνο ενωμένοι θα μπορέσουμε να καταφέρουμε κάτι. Σε ότι με αφορά, εξακολουθώ να είμαι ο ρομαντικός που πιστεύει, όπως και όλοι μας άλλωστε, πως προσφέρει υπηρεσία με το να δημοσιοποιεί και να σχολιάζει τα κακώς κείμενα.
Στο θέμα μας τώρα. Απολογήθηκα χθες στα πλαίσια της ΕΠΕΙΓΟΥΣΑΣ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ. Και βέβαια αρνήθηκα την κατηγορία, γιατί δεν θεωρώ τον εαυτό μου ούτε συκοφάντη ούτε δυσφημιστή ούτε διασπορέα ψευδών ειδήσεων.
Προς το παρόν εξακολουθώ να κυκλοφορώ ελεύθερος, βαθιά προβληματισμένος
, όμως.


Ψηφοφορία εδώ: όχι στη φίμωση

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 23, 2008

Προσοχή !!! Μηνύσεις!

Πολλά πράγματα έχουμε παραξηγήσει σ’ αυτόν τον τόπο. Τον τρόπο που ζούμε και πολιτευόμαστε. Τον τρόπο που κάποιοι έχουν την απαίτηση να ασκούν την όποια εξουσία διαθέτουν. Την ανοχή του πολίτη, που τη θεωρούν δεδομένη, και που, σαν πληβείος την εποχή της ρωμαιοκρατίας, είναι υποχρεωμένος να σκύβει το κεφάλι και να δέχεται το αποτέλεσμα της αλαζονείας τους αδιαμαρτύρητα. Σ’ ένα κράτος της πλάκας που επικρατεί ΤΟ μπάχαλο, που ακόμη και υπουργοί αναγκάζονται να παραιτηθούν κάτω από το βάρος πρωτοφανών σκανδάλων, πώς να μη γιγαντωθεί το θράσος κι ο κάθε Προϊστάμενος της όποιας Δημόσιας Υπηρεσίας να μην παραξηγήσει τον ρόλο που του έχει αναθέσει η πολιτεία και που δεν είναι άλλος από την εφαρμογή των νόμων και την εξυπηρέτηση του πολίτη;
Δεν διαθέτω τίτλους και αξιώματα. Διεκδικώ όμως τον τιμητικό τίτλο του ενεργού, σκεπτόμενου και σκληρά φορολογούμενου έλληνα πολίτη, γι’ αυτό και διαθέτω αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο μου προκειμένου να ενημερώσω, να σχολιάσω και να κριτικάρω πράξεις και παραλείψεις, στα πλαίσια πάντα των νόμων και του συντάγματος, μιας και, ευτυχώς από το 1974 και μετά, αυτός ο τόπος με τα όποια προβλήματά του, κυβερνάται δημοκρατικά.
Στα πλαίσια αυτά αρθρογραφώ σε τοπικές και αθηναϊκές εφημερίδες, μεταφέρω τον προβληματισμό μου και σχολιάζω, πολλές φορές δηκτικά, τα κακώς κείμενα. Δεν διεκδικώ του Πάπα το αλάθητο ούτε και εκχωρώ όμως το αυτονόητο αυτό δικαίωμά μου σε κανέναν. Το να μπορώ δηλαδή ελεύθερα και ανεμπόδιστα να εκφέρω την άποψή μου και θαρρετά να λέω τη γνώμη μου. Κι όμως κι αυτό το αναφαίρετο δικαίωμά μου επιχειρήθηκε να τεθεί πρόσφατα εν αμφιβόλω. Και να πώς. Μπαίνοντας στο γραφείο μου την Παρασκευή 19/9/2008 βρήκα να με περιμένει μία κλήση για ανάκριση μηνυομένου-εγκαλουμένου. Η αλήθεια είναι πως παραξενεύτηκα αφού δεν έχω διαφορές με κανέναν κι ούτε γνωρίζω να έχω διαπράξει κάποια αξιόποινη πράξη. Γι’ αυτό και περίεργος συνέχισα την ανάγνωση και με έκπληξη διαπίστωσα πως με είχε μηνύσει ο κ. Μιχάλης Δεληγιαννάκης, Προϊστάμενος της Πολεοδομίας Ρεθύμνου, επειδή θεώρησε πως αφορά αυτόν το άρθρο μου με τίτλο «Περί οικισμών, συνέχεια» που δημοσιεύτηκε στην «Κρητική Επιθεώρηση» της Τρίτης 1 Ιουλίου 2008 στη σελίδα 4.
Εκεί σχολίαζα το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί με τη Ζώνη των 800 μέτρων που έχει οδηγήσει στην απόγνωση εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, συμπολίτες μας και το έγγραφο του Νομάρχη που έθετε σε αμφισβήτηση και το Πολεοδομικό Σχέδιο των οικισμών Πανόρμου, Μπαλί, Πλακιά και της Αγίας Γαλήνης. Αντί δηλαδή να προσπαθήσουμε να λύσουμε ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, εξαιτίας λάθους χειρισμών και μόνο, ανοίγαμε μέτωπα νέα. Απορημένος έγραφα : «Κι εγώ, τώρα, ο αφελής, αναρωτιέμαι. Για κάτσε, κάτι δεν πάει καλά σ’ αυτή την ιστορία. Ή πάθαμε όλοι μαζί ομαδική παράκρουση ή χρειαζόμαστε επειγόντως ξεματιάστρα. Τον Νομάρχη, τον Γιώργη τον Παπαδάκη, τον γνωρίζω προσωπικά δεκαετίες ολόκληρες. Είναι άνθρωπος, κατά γενική ομολογία, σοβαρός, χαμηλών τόνων, δραστήριος. Κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για επιπολαιότητα ή για αψυχολόγητες ενέργειες.
»Εκτός αν, άνθρωπος είναι κι αυτός, παρασύρθηκε από κακούς κι ανίκανους συμβούλους που όταν δεν μπορούν να παράξουν έργο βάζουν στόχο να χαλάσουν των άλλων για να τονίσουν έτσι την ύπαρξη και την ασημαντότητά τους. Και δεν εννοώ, βέβαια, την Αντινομάρχη, που χωρίς λόγο και αιτία, κάποιοι προσπαθούν να τη βάλουν στο μάτι του κυκλώνα. Άλλους εννοώ. Αυτούς που από το 2004 έχουν αρχειοθετήσει έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ χωρίς να κάνουν την παραμικρή ενέργεια» και έθετα κάποια ερωτήματα συγκεκριμένα. Έγραφα, λοιπόν: «Του τα είπαν; Από τότε έχουν περάσει 4 χρόνια. Έγινε κάτι; Μας ενόχλησε κάποιος ή μόνοι μας προσπαθούμε να βγάλουμε τα μάτια μας;» και τελείωνα με τη φράση «Ελάχιστα με ενδιαφέρει η αποκάλυψη αυτών που απεργάζονται κακά για την πόλη. Γνωστοί είναι σε όλους, όπως είναι γνωστός ο βίος και η πολιτεία τους. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που με καίει. Πώς να μικρύνει το κακό, δηλαδή, κι όχι να σωπληθιάνει».
Αυτές τις παρατηρήσεις έκανα κι αυτά τα ερωτηματικά έθετα χωρίς να αναφέρομαι σε κανέναν ονομαστικά, πράγμα που δεν με ενδιέφερε άλλωστε. Με αγωνία περίμενα όλο αυτό το διάστημα κάποια επίσημη απάντηση κι αντί γι’ αυτήν εισέπραξα μια μήνυση από τον προαναφερόμενο κύριο που, χωρίς να αναφέρεται το όνομά του πουθενά επαναλαμβάνω, θεώρησε πως αυτόν αφορά.
Έτσι είναι, κύριοι, αν έτσι νομίζετε, αφού κάθε δημόσιος υπάλληλος αντί για υπηρέτης του πολίτη που πρέπει να είναι, θεωρεί τον εαυτό του υπεράνω πάσης αμφισβήτησης και κριτικής.






Ανανεωμένο: Nέα ανάρτηση 24/09/2008

Δηλώσεις συμπαράστασης από :

Κυκλάμινο βουνού

Φωτεινή S

Άνεμος-Εpanastato

Μάνος-Βusy bee

Eλληνικό Καφενείο

Άλκης-Άνεμος

Exastal

Info press

Kαταγγελίες

Αργολίδα

Τaxalia


HeLLeNiCReVeNgE

Πεντανόστιμη

Studio A-blog

Mamalia

Anti-hooliguns

Kouklinos

Eλευθερία και Ελευθερία

Hmerologiamotosykletas

Tα ασημένια μου

Bollywood

Citypress-gr




Σάββατο, Σεπτεμβρίου 13, 2008

Βρε, πάτε καλά;

Σε σας που ασκείτε κάθε μορφής εξουσία σ’ αυτόν τον τόπο απευθύνομαι.
Στους κυβερνώντες, στους αντιπολιτευόμενους, στους τοπικούς άρχοντες.
Έχετε καθόλου επαφή με την πραγματικότητα, ή μήπως ζείτε κάπου αλλού; Τη διαλύσατε, τη ρημάδα, την Ελλάδα! Το καταλάβατε; Την καταντήσατε περίγελο διεθνώς, ενώ παράλληλα οδηγήσατε τον πολύ κόσμο στην απόγνωση και την εξαθλίωση.
Σεμνά και ταπεινά διακήρυττε σε όλους τους τόνους ο πρωθυπουργός σας πως θα κυβερνήσει. Σαν αρχάγγελος επαγγελόταν πως θα φέρει την κάθαρση και θα ξεβρομίσει τη χώρα από το «άγος» της εποχής Σημίτη. Οι πολλοί, αηδιασμένοι από τα καμώματα της κυβέρνησης του «σοσιαλιστή» πρωθυπουργού, τον πίστεψαν και τον ψήφισαν. Θα επανασυστήσει το κράτος, υποσχόταν, θα συγκρουστεί με τα διαπλεκόμενα και τους νταβατζήδες, θα βάλει τάξη στο μπάχαλο, θα φέρει την ηθική στην πολιτική, θα, θα, θα… Κι από τότε μετράμε σκάνδαλα. Μικρά και μεγάλα, τόσα και με συχνότητα τέτοια, που είναι αδύνατον στον καθένα από μας να τα συγκρατήσει στη μνήμη του.
Σκάνδαλα οικονομικά, σκάνδαλα πολιτικά, περιβαλλοντικά, ηθικά, σκάνδαλα παντός καιρού και παντός είδους, που να σου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο στην αναφορά τους και μόνο. Είδαμε τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων να γίνονται ομόλογα δομημένα, κουμπάρους να περιφέρονται με χειροπέδες στους δρόμους, βίλλες να βαφτίζονται αναψυκτήρια, οικονομικούς μετανάστες να χαρακτηρίζονται φιλοξενούμενοι υπουργών, υπέργηρους επίδοξους εραστές να πεθαίνουν στα σκαλοπάτια της ανομίας και άλλους να πηδούν από τα μπαλκόνια των σπιτιών τους μέρα μεσημέρι, χωρίς να ιδρώνει το αυτί κανενός. Κι εγώ, ο αφελής, αναρωτιέμαι: Βρε, είσαστε με τα καλά σας ή να βάλω τις φωνές; Που μου βαφτίσατε μεταρρύθμιση το ξεπούλημα του ΟΤΕ στους Γερμανούς, των λιμανιών στους Κινέζους, το ξεχαρβάλωμα στην Παιδεία, τη διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων και το άγριο πετσόκομμα των πάσης φύσεως ασφαλιστικών δικαιωμάτων;
Μόλις στο προηγούμενο άρθρο μου έγραφα πως κάθε σκάνδαλο που ξεσπά ξεχνιέται μόλις σκάσει μύτη το επόμενο. Αλήθεια, ποιος θυμάται σήμερα την υπόθεση Παυλίδη και τα όσα του καταμαρτυρούσαν; Ποιος θυμάται τις υποκλοπές, ποιος νοιάζεται για τη Siemens, τις off shore εταιρείες και τα νησιά Keyman; Ουδείς! Γιατί είναι η μπόχα του Βατοπεδίου τόσο μεγάλη που αναγκαστικά κλείσαμε μύτες, βουλώσαμε αυτιά και πατήσαμε delete στη μνήμη. Η κυβέρνηση της μηδενικής ανοχής μετεξελίχθηκε τάχιστα σε κυβέρνηση μηδενικής αντοχής στην πρόκληση του χρήματος. Αλαζόνες εν ενεργεία βουλιμικοί και άρπαγες υπουργοί, πλουτίζουν ακόμη και διά των συζύγων τους. Άλλος μέσω των ΜΜΕ, άλλος μέσω real estate κι άλλος ελέω συμβολαιογραφείων και ανταλλαξίμων. Βρε, πάτε καλά;
Στην Ελβετία τέθηκε προ ημερών σε εφαρμογή το πείραμα των πειραμάτων με τον γιγάντιο επιταχυντή που θα αποκαλύψει τα μυστικά της δημιουργίας του σύμπαντος κι εδώ στην Ελλαδίτσα το μέγα πείραμα του γρήγορου πλουτισμού των επιτηδείων βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με σχετική, μέχρι την ώρα, επιτυχία. Κι οι θεσμοί; Η δικαιοσύνη, ο τύπος, η αντιπολίτευση τι κάνουν; Πολύ καλά, ευχαριστώ! Έχουν πήξει στη δουλειά όλοι τους. Οι δικαστές δεν προλαβαίνουν να στέλνουν υποθέσεις στο αρχείο, τα ΜΜΕ κάνουν, ως συνήθως, τα παιχνιδάκια τους κι η αντιπολίτευση περί άλλων τυρβάζει. Κι όταν παραζορίσει το πράγμα και παραιτηθεί κανένας υπουργός, έτσι για ξεκάρφωμα, το γαϊτανάκι των τηλεοπτικών παραθύρων καλά κρατεί.
Εδώ το παιχνίδι έχει παραχοντρύνει κι αν η κατάσταση δεν ήταν τόσο τραγική θα έβγαζε πολύ γέλιο. Το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει, αντί να σημάνει γενικό συναγερμό ενάντια στην πιο άθλια διακυβέρνηση της μεταπολεμικής τουλάχιστον περιόδου, αρκείται σε χλιαρές ανακοινώσεις και πέφτει γονατιστό στα πόδια του Τσίπρα και του Αλαβάνου εκλιπαρώντας τους για μια συνεργασία που αυτοί δεν θέλουν, γιατί απλά δεν έχουν ούτε τη θέληση ούτε τη μπόρεση να αναλάβουν ευθύνες. Δεν έχουν ιδέες και δεν μπορούν να δώσουν όραμα και διέξοδο στα πιεστικά προβλήματα των πολιτών. Ένα κόμμα διαμαρτυρίας και ρητορικών σχημάτων είναι, που το εκφράζουν ο ένας με μάγκικο κι ο άλλος με αλάνικο ύφος ,διανθισμένο με μπόλικη αφ’ υψηλού αντιμετώπιση και ψευτοκουλτούρα. Βρε, πάτε καλά;
Για το ΚΚΕ έτσι κι αλλιώς τα πράγματα είναι πιο απλά. Όλη τη φαντασία, όλη τη ρητορική και την όποια αγωνιστικότητα του έχει απομείνει, δεν την στρέφει ενάντια στην επικίνδυνη και αντιλαϊκή κυβέρνηση των σκανδάλων, αλλά εγκλωβισμένο στη λογική «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» που το βασανίζει χρόνια, ενάντια στα λοιπά αντιπολιτευόμενα κόμματα, γιατί απ’ αυτά θεωρεί πως κινδυνεύει. Μην του πάρει την πρωτοκαθεδρία του αριστερισμού ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται, και στάξει η ουρά του γαϊδάρου. Βρε, είσαστε με τα καλά σας; Εδώ διαλύεται το σύμπαν, βάζουν φόρους ακόμη και στον αέρα που αναπνέουμε, η ακρίβεια εξωθεί όλο και περισσότερους στα όρια της φτώχειας, στα υψηλά κλιμάκια όλοι έχουν στρωθεί στο μεγάλο φαγοπότι κι εσείς ασχολείστε με τέτοια;
Η ακρίβεια που πνίγει τους πάντες και τσακίζει οικογενειακούς προϋπολογισμούς είναι εισαγόμενη, μας λένε. Η ανικανότητά τους όμως είναι εδώδιμη και εγχώρια. Θέλετε ένα μικρό παράδειγμα; Όταν είχε 147 δολάρια το βαρέλι το πετρέλαιο, η βενζίνη έφτασε στα 1,38 ευρώ το λίτρο. Τώρα που το πετρέλαιο έπεσε κάτω από τα 100, η βενζίνη πόσο πήγε; Στα 1,32 με το καλό και πολύ μας είναι.
Στα δικά μας τώρα. Ασφυκτιά το Ρέθυμνο απομονωμένο χωρίς το πλοίο που είχαμε συνηθίσει καθημερινά. Χωρίς έργα πουθενά, χωρίς προγραμματισμό τουλάχιστον, χωρίς προοπτική καμιά. Με τον τουρισμό να ακολουθεί συνεχή πτωτική πορεία, την αγορά να στενάζει-κι είναι καλοκαίρι ακόμη-και τις δημόσιες υπηρεσίες σε διάλυση πλήρη. Κι όμως επικρατεί τόση ησυχία, λες και ζούμε στη χώρα των Μακάρων. Ευτυχής ο, συμπαθής κατά τα άλλα, Νομάρχης, στο ρελαντί οι βουλευτές, σε αδράνεια πλήρη οι δήμαρχοι και τα σωματεία. Κι ύστερα ασχολούμαστε με το πού θα κοιτάζει ο Άγνωστος Στρατιώτης. Βρε, είμαστε με τα καλά μας;

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2008

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ιουστίνη Φραγκούλη


Η Ιουστίνη Φραγκούλη έγραψε

για το βιβλίο μου

"Η Αδελφότης των Στεναγμών" και

την ευχαριστώ πολύ γι' αυτό.

Παρασκευή, Αυγούστου 29, 2008

Ελλάς της μεταρρύθμισης-Ελλάς των φόρων-Ελλάς της ντόπας γενικώς και των «αδήλων πόρων»

Πήξαμε στη μεταρρύθμιση, ρε παιδιά. Ειλικρινά κάποιος πρέπει να τους πει να ανακόψουν ταχύτητα, γιατί με τη φόρα που έχουν πάρει θα ζαλιστούμε στο τέλος. Μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια, επανασυστάθηκε το κράτος και, περιέργως πώς, αναγεννήθηκε σαν τον Φοίνικα. Σεμνά και ταπεινά καταπολεμήθηκε η γραφειοκρατία, ανασυγκροτήθηκε ο δημόσιος τομέας, μπήκε τάξη στα οικονομικά και μια ασφάλεια και μια τάξη επικρατεί απ’ άκρου εις άκρον της χώρας.
Μειώθηκε η ανεργία, αυξήθηκε το κατά κεφαλήν εισόδημα και ενώ πλήθος από κοινωνικά προγράμματα τρέχουν ήδη, συνεχώς εξαγγέλλονται νέα κι η Ελλάδα επάξια κατακτά τις πρώτες θέσεις στον κατάλογο των πλέον ευνομούμενων και οικονομικά εύρωστων χωρών.
Η αλήθεια είναι πως με είχε πάρει για λίγο ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω και ξύπνησα απότομα. Στο υπνοδωμάτιό μου η τηλεόραση ήταν ακόμη ανοιχτή και μια γνώριμη φυσιογνωμία, αυτή του κ. Αλογοσκούφη, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, έκανε δηλώσεις. Κάτι για φορολογική μεταρρύθμιση και ελάφρυνση των ασθενέστερων πήρε τ’ αυτί μου και, ήθελα δεν ήθελα, άνοιξα διάπλατα τα μάτια. Έτοιμος ήμουν να πεταχτώ πάνω πανηγυρίζοντας, όταν άρχισε η εξειδίκευση των μέτρων.
-Καταργείται το αφορολόγητο των μικρομεσαίων εμπόρων και λοιπών ελεύθερων επαγγελματιών, με το ατράνταχτο επιχείρημα πως φοροδιαφεύγουν και το κράτος αδυνατεί να τους ελέγξει.
-Επιβάλλεται ενιαίο τέλος ακινήτων ίδιο για όλους. Πλούσιους και φτωχούς.
-Αυξάνονται κατά 20% τα τέλη κυκλοφορίας των πάσης φύσεως τροχοφόρων.
-Αυξάνεται στο 80% η προκαταβολή του φόρου Ανωνύμων Εταιρειών.
-Επιβάλλεται πρόσθετος φόρος 10% στα μερίσματα από μετοχές.
-Φορολογούνται τα stock options,
κι αυτά είναι μόνο η πρώτη δόση, λέει. Από τον Οκτώβριο, με το καλό, όταν θα αρχίσει η σύνταξη του νέου προϋπολογισμού, θα έλθει η αύξηση στον φόρο κατανάλωσης καυσίμων, θα ακολουθήσουν οι συνήθεις ύποπτοι, τσιγάρα και ποτά, και πάει λέγοντας. Όσο για τον ΦΠΑ, αυτός παίζεται. Ε, να μην έχουμε και μια κάποια σχετική αγωνία να πορευόμαστε;
Πετάχτηκα πάνω. Αυτό δεν είναι φορολογική ελάφρυνση, φώναξα. Φοροκαταιγίδα είναι, φορομπηχτική πολιτική του κερατά. Ναι, αλλά εγώ το άκουσα με τ’ αυτιά μου. Άκουσα για εξορθολογισμό των φορολογικών εσόδων και για ελάφρυνση των ασθενεστέρων.
«Α, αυτό;» μου απαντά μια φωνή.
Είναι μια εξαγγελία, λέει, για μείωση του φορολογικού συντελεστή που θα ξεκινήσει από το 2010 και θα ολοκληρωθεί το 2014. Ζήσε Μάη μου, δηλαδή. Κι εντωμεταξύ δεν τιμαριθμοποιείται η φορολογική κλίμακα, κάτι που από μόνο του σημαίνει επιπλέον φόρους.
«Κι οι μεταρρυθμίσεις που μου κοπανάνε κάθε τόσο;»
«Δεν τις είδες;» μου απαντά η ίδια φωνή.
«Πού, ρε παιδιά;»
«Στο ασφαλιστικό, στην παιδεία, στον ΟΤΕ, στα λιμάνια, στα νερά, παντού. Εδώ χώνεψες την καλοκαιρινή φοροκαταιγίδα, που σου πλασάρισαν σαν ελάφρυνση, στις μεταρρυθμίσεις κόλλησες; Δεν έχεις καταλάβει ακόμη πως τα πάντα είναι θέμα σερβιρίσματος; Το περιτύλιγμα είναι που κάνει τη διαφορά, φίλε μου».
Ξάγρυπνος έμεινα όλη τη νύχτα περιμένοντας μάταια τις αντιδράσεις που δεν ήρθαν. Ξεσηκωμό περίμενα. Διαμαρτυρίες έντονες, συλλαλητήρια και απεργίες γενικές. Κι αντί γι’ αυτό, κάτι πήγε να ψελλίσει το ΠΑΣΟΚ κι όπως κάθε φορά βρέθηκε κολλημένο στον τοίχο με την μόνιμη επωδό «Εσείς κάνατε χειρότερα», να το ’χει πάρει στο κατόπι. Και με το δίκιο τους, εδώ που τα λέμε, του συμπεριφέρονται έτσι. Αφού αυτό το ίδιο δεν βγήκε πρώτο να καταδικάσει την εποχή Σημίτη, που γιγάντωσε τη διαφθορά κι άφησε πίσω της έργο σπουδαίο μεν, αλλά στάχτη και μπούρμπερη στην οικονομία, το κράτος και τα δημόσια ταμεία, καλά να πάθει. Από την αρχή, από το 2004, θα έπρεπε να έχει πάρει αποστάσεις και σιγά-σιγά, δειλά-δειλά, να έχει αρχίσει να ξεδιπλώνει ένα πρόγραμμα που να δίνει ελπίδα στον λαό, αλλά πού!
Όσο για το ΚΚΕ, εκεί πραγματικά η κατάσταση είναι «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε». Έτσι κι αλλιώς, τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, ποτέ του δεν είδε σαν αντίπαλο τη Δεξιά. Με την αντιπολίτευση τα βάζει, τα συνδικάτα αντιμάχεται και τον ΣΥΡΙΖΑ, που τον θεωρεί επικίνδυνο επειδή του έσπασε το μονοπώλιο. Είπα ΣΥΡΙΖΑ και θυμήθηκα Τσίπρα και Αλαβάνο. Αυτοί πάλι, φίλε μου, ζουν σ’ ένα κόσμο μαγικό, λες κι ήρθαν από το υπερπέραν. Τους βλέπετε; Τους ακούτε; Μόνιμα με την απορία είναι. Εκφέρουν έναν λόγο καταγγελτικό, με ύφος δασκαλίστικο, σαν να μας μαλώνουν. Βλέπουν κάποια στραβά κι ανάποδα, τα επισημαίνουν, αλλά κρατούν επτασφράγιστο μυστικό τη λύση και δεν τη λένε για να μην τους την κλέψουμε.
Τι να κάνει κι ο έρμος ο λαός μόνος του, έτσι όπως τον κατάντησαν; Παραζαλισμένος παρακολουθεί τις εξελίξεις και προσπαθεί να τα φέρει βόλτα. Το «άρπαξε να φας και κλέψε να ’χεις» κατάντησε δόγμα. Σ’ όλες τις βαθμίδες. Σ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις. Από τους δικαστές που αποφασίζουν για πάρτη τους αυξήσεις 80% την ώρα που γύρω τους καταρρέει το σύμπαν, μέχρι τους «κουμπάρους» και τους κάθε λογής μιζαδόρους.
Φταίνε κι αυτοί που τους τα δίνουν, θα πουν κάποιοι. Φταίμε κι εμείς που τους ανεχόμαστε, λέω εγώ. Ένα καινούριο σκάνδαλο έρχεται κάθε φορά για να επισκιάσει το προηγούμενο που πέφτει στην αφάνεια, ξεχνιέται και πάμε γι’ άλλα. Μεγαλόσχημα στελέχη, διοικητές και πρόεδροι, δραστήριοι σύμβουλοι και ιδιαίτεροι υπουργών πιάστηκαν στα πράσα. Άλλοι απ’ αυτούς απλώς έπαιρναν δώρα ή δεχόντουσαν εξυπηρετήσεις κι άλλοι απαιτούσαν «άδηλους πόρους», σαν την αλήστου μνήμης Φρειδερίκη, και δεν ιδρώνει το αυτί κανενός. Η δραστήρια, κατά τα άλλα, και υπερκινητική Δικαιοσύνη, συνήθως επιλαμβάνεται ανόρεχτα, για την τιμή των όπλων, θα έλεγα, και μόλις σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας στοιβιάζουν τις δικογραφίες στο αρχείο που δεν λέει να γεμίσει. Κι έρχεσαι τώρα εσύ, συμπολίτη αφελή, κι αναρωτιέσαι αν πρέπει να αμφισβητήσεις τα λόγια τού φτωχού, επίδοξου, Ολυμπιονίκη πως τάχα μου του έκαναν σαμποτάζ και δεν τον τσάκωσαν τίγκα στην ντόπα.
Α, ρε Παπακωνσταντίνου, με τα ωραία σου! Μόνο που εκείνο το «Οδός Ελλήνων, οδός εκείνων…» θα πρέπει να το μετατρέψεις σε «Ελλάς της μεταρρύθμισης, Ελλάς των φόρων, Ελλάς της ντόπας γενικώς, και των «αδήλων πόρων».


Οδός Ελλήνων-Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Δευτέρα, Αυγούστου 25, 2008

Ένα «συγγνώμη, ρε φίλε», είναι αρκετό

Τόσο απλό, αλλά και τόσο δύσκολο να ειπωθεί. Η ζωή μας όλη είναι κρεμασμένη τελικά σε μια λέξη τόσο εύκολη που όμως, εντέλει, δεν εκφέρεται, και να το αποτέλεσμα. Τρελάθηκε ο κόσμος ξαφνικά το φετινό καλοκαίρι. Καβγάδες άγριοι, συμπλοκές βίαιες, μαχαιρώματα, πιστολίδι, φονικά παράλογα με τόση μανία εκτελεσμένα που να σου σηκώνεται η πέτσα από την περιγραφή και μόνο.
Λέτε οι ζέστες να είναι η αιτία; Από την άλλη δεν είχαμε καύσωνες βασανιστικούς φέτος, τέτοιους που να δικαιολογούν ομαδική παράκρουση. Τότε, τι φταίει; Η κακή μας ανατροφή, λέω εγώ. Η αγωγή που λείπει, η έλλειψη σεβασμού προς τον συνάνθρωπο, η παντελής απουσία αστυνόμευσης, η πολλή δημοκρατία που βλάπτει. Η κακώς νοούμενη ελευθερία που ο καθένας την αντιλαμβάνεται όπως τον συμφέρει.
«Ελευθερία για τον Έλληνα θα πει ανελευθέρως
ουρείν τε και συνέρχεσθαι εις όποιο θέλει μέρος», έγραφε σκωπτικά ο Σουρής κάποτε.
Εντάξει, το κατανοήσαμε αυτό. Πλήρως. Δεν κατουράμε πια στους δρόμους και στις γωνίες των σπιτιών, σαν τα σκυλιά. Όσο για τις συναθροίσεις, αυτές δεν ενοχλούν τώρα, τουλάχιστον όσο παλαιότερα. Με τα άλλα όμως τα μικρά, τα καθημερινά, τι γίνεται;
Παρακολούθησα το επεισόδιο με τη Φωτεινή Πιπιλή που πήρε σβάρνα τα κανάλια και μας έκραζε με αφορμή ένα πρόχειρα παρατημένο ποδήλατο που έπεσε (;) και τη χτύπησε στο χέρι. Τα «πήρε στο κρανίο» η γυναίκα από την αδιαφορία και το θράσος, λέει, και δεν άφησε ΜΜΕ παραπονεμένο. Ευτυχώς που ο Δήμαρχος, ο Γιώργος Μαρινάκης, βγήκε και της απάντησε πολύ εύστοχα και πολύ διπλωματικά. Και πολύ καλώς έπραξε, εδώ που τα λέμε. Σαν Δήμαρχος της πόλης και σαν δικηγόρος έμπειρος που είναι, το έφερε από δω το γύρισε από κει, τα μπάλωσε τα πράγματα, αν και επί της ουσίας πιστεύω πως κι ο ίδιος είχε πειστεί πως η κ. Πιπιλή είχε δίκιο, άσχετα τώρα αν με την αντίδρασή της το έχασε.
Όμως ο άλλος, ο ποδηλάτης, τι έκανε; Τον ακούσατε; Τον διαβάσατε; Χάρη τής έκανε που δεν την έδειρε στο τέλος. Τόσο απλά, τόσο εύκολα. Γιατί έτσι μας έχουν μάθει ν’ αντιδρούμε. Το να πεταχτεί πάνω στη στιγμή, ας πούμε, να βοηθήσει τη χτυπημένη γυναίκα, να ενδιαφερθεί γι’ αυτήν και να της πετάξει κι ένα «συγγνώμη» από πάνω, δεν του πήγαινε; Η μύτη θα του έπεφτε; Κι αν στη θέση τής κ. Πιπιλή ήταν κάποιος «τρελός» τι θα γινόταν; Να σας πω εγώ. Πάλι θα χυνόταν αίμα στο Ρέθυμνο έτσι όπως το έχουμε καταντήσει. Πάλι ανταποκρίσεις θα είχαμε, πάλι ψηφίσματα καταδικαστικά, δημοσιεύματα και σιωπηλές πορείες. Τέτοιοι είμαστε, δυστυχώς, κι αν δεν με πιστεύετε, ακούσετε και τούτο.
Η σκηνή είναι αυθεντική. Σάββατο απόγευμα στον Παλιό Εθνικό δρόμο, στου Σταυρωμένου. Δυο θηριώδη, διπλοκάμπινα 4Χ4 είναι σταματημένα με τη μηχανή αναμμένη. Ένα σε κάθε λωρίδα κυκλοφορίας. Κλειστός, αναγκαστικά, ο δρόμος κι οι οδηγοί τους, σαν να έκαναν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου, είχαν τα τζάμια κατεβασμένα και το είχαν ρίξει στη συζήτηση. Πίσω από το ένα, σταματημένος εγώ.
«Θα τελειώσουν», σκέφτομαι, «ας κάνω λιγάκι υπομονή».
Η συζήτηση, ωστόσο, τραβάει σε μάκρος κι εγώ βιάζομαι. Αποφασίζω να πατήσω την κόρνα. Ένα χέρι βγαίνει από το αυτοκίνητο που είναι σταματημένο μπροστά μου και μου κάνει νόημα να περιμένω. Συμμορφώνομαι, τι άλλο να κάνω; Κάποτε αγανακτώ και τολμώ να κορνάρω ξανά. Το ίδιο χέρι ξαναβγαίνει από το παράθυρο, μόνο που αυτή τη φορά μου δίνει μια μούτζα μεγαλόπρεπη, πεντάλφα βασιλική, που έλεγε ο αμίμητος Τάσος Γιαννόπουλος στην παλιά καλή ελληνική ταινία «Η σωφερίνα» με Παπαγιαννόπουλο, Αυλωνίτη και Βουγιουκλάκη.
Πριν τρελαθώ εντελώς, κάνω όπισθεν, γυρίζω πίσω κι εξαφανίζομαι, ενώ στο μυαλό μου στριφογυρίζει η εντεκάτη εντολή, αυτή που λέει, «ου μπλέξεις».
Σκηνή δεύτερη, αυθεντικότατη. Φρέσκια αυτή, της ημέρας, σαν ψάρι σπαρταριστό. Παρασκευή 22 του μήνα, ώρα 4,35 το απόγευμα. Βγαίνω από το γραφείο μου στη Σήφη Βλαστού, ανεβαίνω την 44ου Συντάγματος και σταματώ στο τέλος της για να βγω στη λεωφόρο. Στα δεξιά μου, επί της λεωφόρου, με πρόσωπο προς τα Χανιά, είναι σταματημένο ένα 4Χ4. Εντελώς απρόσμενα τη δίνει του οδηγού του και κάνει πίσω, για να μπει με την όπισθεν στην 44ου Συντάγματος.
«Θα πέσει πάνω μου», προλαβαίνω να σκεφτώ κι αρχίζω να κορνάρω με μανία για να με αντιληφθεί. Σιγά να μη με άκουγε. Μόνο τον χτύπο κατάλαβε και κοκάλωσε. Ανοίγω το τζάμι του συνοδηγού.
«Δεν με είδες, χριστιανέ μου;» του λέω αγανακτισμένος. «Δεν άκουσες τα κορναρίσματα;»
Με κοιτά ατάραχος. «’εν έπαθες πράμα, μόνο σάλεβγε!» μου απαντά.
Κατεβαίνω κάτω. Βλέπω το 4Χ4 σφηνωμένο στην πίσω δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου μου.
«Κάμε μια ολιά πίσω και δρόμο!» συνεχίζει.
Λύνω το χειρόφρενο, μετακινώ λίγο το αυτοκίνητο και κατεβαίνω ξανά.
«Πώς δεν μου έκανες ζημιά;» τον ρωτώ. «Δεν βλέπεις;»
«Εγούγια σου, καημένε!» ήρθε πληρωμένη η απάντηση.
Του ρίχνω μια ματιά. Είναι δεν είναι 30 χρονών. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι γιος μου. Ο λόγος του αψύς και στο πρόσωπό του αποτυπωμένη κακία ανάμεικτη με αγριάδα.
Μπαίνω στ’ αυτοκίνητο κι εξαφανίζομαι, ενώ το «ου μπλέξεις» του νεοέλληνα με καταδιώκει. Ευτυχώς που η ζημιά ήταν μικρή γιατί ούτε για ασφάλειες νοιάστηκα ούτε νούμερα συγκράτησα.
Αυτοί είμαστε, φίλε μου, Δήμαρχε κι ακόμη χειρότεροι. Και μη μου πεις πως τέτοια συμβάντα και τέτοιες συμπεριφορές δεν συμβαίνουν καθημερινά. Τώρα, τι πρέπει να γίνει ή πού οδηγούμαστε, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Μόνο ένα πράγμα δεν μπορώ να καταλάβω. Ένα «συγγνώμη, ρε φίλε», τόσο απλό στο να ειπωθεί, γιατί δεν λέγεται τελικά; Ανώδυνο είναι, προλαβαίνει όμως τα χειρότερα. Ή μήπως έχω κι εδώ άδικο;

Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2008

Νοιάζομαι για τον Δήμο μου….παλεύω για τα παιδιά μου

Πολλά ακούγονται κι ακόμη περισσότερες φήμες κυκλοφορούν για τον σχεδιαζόμενο Καποδίστρια 2. Κι όσο αυτές δεν διευκρινίζονται ή δεν διαψεύδονται, τόσο εμπλουτίζονται και γίνονται περίπλοκα σενάρια με παραλλαγές πάμπολλες και εικασίες δικαιολογημένες ή μη. Έτσι ο αρχικός ατομικός προβληματισμός για το μέλλον του Δήμου Αρκαδίου έγινε ψίθυρος, σούσουρο και μισόλογα που δυνάμωσαν και μετεξελίχθηκαν σε συζητήσεις απροκάλυπτες στη συνέχεια. Όλα έδειχναν πως η ώρα για συλλογική δράση είχε φτάσει.
Από στόμα σε στόμα, χωρίς τυμπανοκρουσίες και προσκλήσεις επίσημες, μαζεύτηκε την περασμένη Κυριακή κόσμος πολύς στο ξενοδοχείο Σκαλέτα, της ομώνυμης περιοχής. Τόσος που ξάφνιασε ευχάριστα μιας και η εποχή, η μέρα και η ώρα, ελάχιστα συνηγορούσαν σ’ αυτό.
Στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων ακολουθήθηκαν δημοκρατικές διαδικασίες από την αρχή. Μιας και δεν υπήρχε θεσμικό όργανο, κεντρικός σχεδιασμός, ούτε επικεφαλής της κίνησης πολιτών, εκλέχτηκε προεδρείο στο οποίο μετείχα μαζί με την Αντινομάρχη Μαρία Αρχοντάκη και τον φαρμακοποιό Γρηγόρη Τσιομπίκα.
Η αγωνία για τα τεκταινόμενα ήταν έκδηλη στα πρόσωπα όλων και ο γιατρός Κώστας Μαλάς που πήρε πρώτος τον λόγο έκανε μια ανασκόπηση της όλης κατάστασης, ανάπτυξε τη δική του άποψη και έθεσε ερωτήματα.
Αυτό που τονίστηκε εξαρχής ήταν τα τρία ΔΕΝ.
1. Η κίνηση αυτή ΔΕΝ καθοδηγείται από κανένα πολιτικό κόμμα. Άλλωστε κανείς εκπρόσωπός τους δεν παραβρισκόταν.
2. Η κίνηση αυτή ΔΕΝ είναι προεκλογική και
3. ΔΕΝ αποτελεί την απαρχή οργανωμένης αντιπολίτευσης στον Δήμο.
Αυτά ξεκαθάρισε ο Κώστας Μαλάς, τα ίδια υποστήριξε και η συντριπτική πλειοψηφία των παρόντων. Ο προβληματισμός ωστόσο παρέμεινε μέχρι το τέλος και η αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Έγιναν τοποθετήσεις και ερωτήσεις διευκρινιστικές και στο τέλος εκδόθηκε ψήφισμα με τα συμπεράσματα. Κρίθηκε σκόπιμο επίσης να εκλεγεί μία πενταμελής επιτροπή, στην οποία μετέχω, που θα επιδιώξει επαφές με τον Δήμαρχο, τον Νομάρχη, τους Βουλευτές του Νομού, άλλους Δημάρχους καθώς και με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα απαιτηθεί. Τα αποτελέσματα των επαφών αυτών θα γνωστοποιούνται άμεσα στους δημότες που είναι αποφασισμένοι να αγωνιστούν για να πετύχουν τους στόχους τους.
Χθες άκουσα πολύ προσεκτικά την άποψη του φίλου Δημάρχου Μανόλη Μανωλακάκη στο ραδιόφωνο. Δεν έλαβε, λέει, καμία πρωτοβουλία ενημέρωσης των δημοτών γιατί ακόμη δεν έχει καθορίσει η κυβέρνηση τα κριτήρια των συνενώσεων. Συγνώμη που το λέω, αγαπητέ μου Δήμαρχε, αλλά αυτό είναι που φοβόμαστε. Να αποφασίσουν, δηλαδή, άλλοι πριν από εμάς για εμάς και να μας σύρουν όπου θέλουν αυτοί κατά πώς τους συμφέρει. Αυτό ακριβώς είναι το επιχείρημά μας, ο προβληματισμός και η αγωνία μας. Εμείς επιζητούμε τον διάλογο. Να ακουστεί η θέση μας και να παλέψουμε για να γίνει αποδεκτή. Θεωρούμε πως σε βοηθά ακόμη και διαπραγματευτικά η θέση μας αυτή αφού αγωνιζόμαστε για ένα Δήμο αυτοτελή και ανεξάρτητο. Δεν είμαστε ωστόσο ούτε μονόχνωτοι ούτε δογματικοί γι’ αυτό και δεν είμαστε αρνητικοί σε τυχόν συνενώσεις αλλά με κάποιες προϋποθέσεις. Ποιες είναι αυτές; Πρώτον, να συμφωνούν και οι κάτοικοι των υπό συνένωση περιοχών και δεύτερο και κυριότερο, οι όποιες μεταβολές στα όρια των δήμων να γίνουν προγραμματισμένα και να είναι αποτέλεσμα μελετών που θα τεκμηριώνουν τη βιωσιμότητα των νέων δήμων.
Είναι αλήθεια πως η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων εξέφρασε την άποψη πως δεν πρέπει σε καμία περίπτωση ο Δήμος Αρκαδίου να επεκταθεί προς τα ανατολικά. Έχει όμως επιχειρήματα τέτοια που θεωρώ πως δεν είναι σωστό να τα αναφέρω εδώ και τυχόν προσπάθεια βίαιης επιβολής θα συναντήσει μεγάλες αντιδράσεις. Γι’ αυτό είμαστε εδώ και γι’ αυτό τον λόγο επιζητούμε τον διάλογο.

Τετάρτη, Ιουλίου 16, 2008

Ταξιδεύοντας στο Ρέθυμνο - Mιχάλης Τρούλης

Το έργο του πολυπράγμονα προέδρου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Ρεθύμνου, του Μιχάλη Τρούλη, είναι γνωστό, όπως γνωστό είναι και το πάθος του για την έρευνα και την συγγραφή. Με δεδομένα όλα τα παραπάνω δεν με εξέπληξε εις το ελάχιστο το νέο του πόνημα.
«Ταξιδεύοντας στο Ρέθυμνο» είναι ο τίτλος του και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είμαι σε θέση να διαθέτω. Αρχικά, βέβαια, αιφνιδιάστηκα μιας και γνώριζα πως ήδη από το 1998 είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο του «Ρέθυμνο-Ιστορία-Περιήγηση-Σύγχρονη ζωή» με παρόμοιο περιεχόμενο. Όμως η ζωή προχωρά με ρυθμούς ταχύτατους και πολλά είναι αυτά που άλλαξαν μέσα σε μια δεκαετία. Έτσι ο Μιχάλης Τρούλης από υπερβολική ευαισθησία και αίσθημα ευθύνης απέναντι στον αναγνώστη δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια. Αντί να επικαιροποιήσει ωστόσο το παλαιό, προχώρησε στην απαρχής συγγραφή. Έτσι το «Ταξιδεύοντας στο Ρέθυμνο» είναι στην ουσία ένα καινούριο βιβλίο αφού σ’ αυτό περιλαμβάνονται νέα κείμενα με πλέον ακριβείς πληροφορίες για το περιβάλλον, την αρχαιολογία, την ιστορία, την λαογραφία και την κοινωνιολογία. Επίσης όλο το εποπτικό υλικό, φωτογραφίες, χάρτες και σχέδια είναι εξ ολοκλήρου νέα μαζί με τις διαδρομές τόσο στην Παλιά και τη Νέα Πόλη του Ρεθύμνου όσο και στις επαρχίες, τους δήμους, τα χωριά και τους οικισμούς του Νομού που έχουν γίνει σαφέστερες και ακριβέστερες.
Είναι παραπάνω από βέβαιο πως το νέο βιβλίο θα εμπλουτίσει την βιβλιογραφία του Ρεθύμνου και θα αποτελέσει πολύτιμο οδηγό τόσο για τους επισκέπτες όσο και για τους μόνιμους κατοίκους του Νομού.

Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

Περί οικισμών, συνέχεια

«Μα τώρα η ενέργεια κι η έγνοια έχει να κάνει
πώς να μικρύνει το κακό κι όχι να σωπληθιάνει», έγραφα προ ημερών σχολιάζοντας τον αναβρασμό και την εύλογη ανησυχία που διακατέχει τους πάντες για το θέμα των οικισμών. Αστοχία υλικών ονομάζουν οι εμπειρογνώμονες την αδυναμία ενός υλικού να ανταποκριθεί στις προδιαγραφές και κατά συνέπεια να μην αντέξει το βάρος υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Ο ίδιος όρος μού έχει καρφωθεί στο μυαλό το τελευταίο διάστημα.
Χωρίς να είμαι ειδικός, ούτε δικηγόρος είμαι ούτε μηχανικός, θεωρώ πως κάποιες αστοχίες, παραλείψεις ίσως, αλλά πολύ περισσότερο λανθασμένες κινήσεις αρμοδίων και μη, έφεραν τον Νομό σε δύσκολη θέση και τους άμεσα ενδιαφερόμενους σε κατάσταση απελπισίας.
Φαντάζεστε τι σημαίνει να έχετε ένα οικόπεδο στη ζώνη των 800 μέτρων, να το θεωρείτε εντός οικισμού και κατά συνέπεια αξιοποιήσιμο, να φορολογείστε γι’ αυτό και ξαφνικά να σας λένε πως είναι κατάλληλο μόνο για να καλλιεργείτε πατάτες; Μπορείτε να φανταστείτε σε τι σημείο απόγνωσης έχουν φτάσει άνθρωποι που έχουν δανειστεί κι έχουν ένα σπίτι σε φάση ανέγερσης; Και πολύ περισσότερο εργολάβοι και κατασκευαστές που έχουν πουλήσει σπίτια και διαμερίσματα και δεν μπορούν να τα μεταβιβάσουν κανονικά; Αυτοί δηλαδή τι πρέπει να κάνουν; Να πάρουν τα όπλα, να βγουν στους δρόμους και να πουν αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων ή να αρχίσουν τις ομαδικές αυτοκτονίες;
Προς τιμήν του, ο Νομάρχης αντιλαμβανόμενος τότε το μέγεθος του προβλήματος, εκτός των άλλων ενεργειών, με έγγραφό του έδινε εντολή στην Πολεοδομία να εξακολουθήσει να εκδίδει οικοδομικές άδειες μέχρι την οριστική διευθέτηση του προβλήματος. Ανακούφισε προσωρινά τους ενδιαφερόμενους με την ενέργειά του αυτή και έθρεψε τις ελπίδες πως σύντομα θα βρεθεί λύση. Καταμηνύθηκε όμως γι’ αυτό και βρέθηκε κατηγορούμενος.
Σύσσωμοι φορείς και απλοί πολίτες βρεθήκαμε στο πλευρό του υπερασπιζόμενοι το αυτονόητο και υποστηρίζοντας πως δεν μπορεί να συνεχίσει αυτό το κράτος να λειτουργεί από κεκτημένη και μόνο ταχύτητα και να συμπεριφέρεται σαν αφερέγγυο και ανέντιμο κράτος της πλάκας.
Ο κόσμος μαστίζεται από χίλια δυο δεινά. Από την αλματώδη άνοδο της τιμής του πετρελαίου που οδηγεί στα ύψη τις τιμές, τινάζει προϋπολογισμούς στον αέρα και φέρνει πληθωρισμό και ύφεση. Η αγορά στενάζει από την ακρίβεια, η τουριστική σαιζόν δεν εξελίσσεται ομαλά, το Ρέθυμνο βρίσκεται αποκομμένο από την υπόλοιπη Ελλάδα, μιας και το μοναδικό μεταφορικό μέσον που υπήρχε, το καράβι, το πήραν κι αυτό, και βιώνει μια από τις χειρότερες χρονιές στην ιστορία του. Και την ώρα που φαινόταν κάποιο φως στην άκρη του τούνελ, που υπήρχαν διαβεβαιώσεις πως το θέμα των οικισμών βαίνει προς διευθέτηση, σαν βόμβα έσκασε το έγγραφο του Νομάρχη που θέτει σε αμφισβήτηση το Πολεοδομικό Σχέδιο των οικισμών του Πανόρμου, Μπαλί, Πλακιά και της Αγίας Γαλήνης. Οικισμών δηλαδή για τους οποίους δεν υπήρχε πρόβλημα και ούτε είχε τεθεί ποτέ το παραμικρό θέμα.
Κι εγώ, τώρα, ο αφελής, αναρωτιέμαι. Για κάτσε, κάτι δεν πάει καλά σ’ αυτή την ιστορία. Ή πάθαμε όλοι μαζί ομαδική παράκρουση ή χρειαζόμαστε επειγόντως ξεματιάστρα. Τον Νομάρχη, τον Γιώργη τον Παπαδάκη, τον γνωρίζω προσωπικά δεκαετίες ολόκληρες. Είναι άνθρωπος, κατά γενική ομολογία, σοβαρός, χαμηλών τόνων, δραστήριος. Κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για επιπολαιότητα ή για αψυχολόγητες ενέργειες.
Εκτός αν, άνθρωπος είναι κι αυτός, παρασύρθηκε από κακούς κι ανίκανους συμβούλους που όταν δεν μπορούν να παράξουν έργο βάζουν στόχο να χαλάσουν των άλλων για να τονίσουν έτσι την ύπαρξη και την ασημαντότητά τους. Και δεν εννοώ, βέβαια, την Αντινομάρχη, που χωρίς λόγο και αιτία, κάποιοι προσπαθούν να τη βάλουν στο μάτι του κυκλώνα. Άλλους εννοώ. Αυτούς που από το 2004 έχουν αρχειοθετήσει έγγραφο του ΥΠΕΧΩΔΕ χωρίς να κάνουν την παραμικρή ενέργεια. Ενημέρωσαν τον Νομάρχη τότε; Του είπαν τι απαιτείται να γίνει και, εν πάση περιπτώσει, του γνωστοποίησαν πως «ακόμη και εάν είναι μη νόμιμες (οι μελέτες) αναπτύσσουν πλήρη έννομα αποτελέσματα μέχρις ότου ανακληθούν, καταργηθούν, ή ακυρωθούν»; Αυτά ανέφερε το έγγραφο μέσα. Του τα είπαν; Από τότε έχουν περάσει 4 χρόνια. Έγινε κάτι; Μας ενόχλησε κάποιος, ή μόνοι μας προσπαθούμε να βγάλουμε τα μάτια μας;
Ενός κακού μύρια έπονται, έλεγαν οι σοφοί μας πρόγονοι. Εδώ όμως δεν έχουμε άλλα περιθώρια. Χρειάζεται επαγρύπνηση συνεχής και αγώνας σκληρός για να μπορέσουμε να περισώσουμε ό,τι είναι δυνατόν να διασωθεί τώρα πια. Μην τα γκρεμίσουμε όλα και δημιουργήσουμε καταστάσεις χαοτικές και ανεξέλεγκτες. Ελάχιστα με ενδιαφέρει η αποκάλυψη αυτών που απεργάζονται κακά για την πόλη. Γνωστοί είναι σε όλους, όπως είναι γνωστός ο βίος και η πολιτεία τους. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που με καίει. Πώς να μικρύνει το κακό, δηλαδή, κι όχι να σωπληθιάνει.

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2008

Παρουσίαση στη Μονή Αρσανίου, 25-06-2008

Έγινε η παρουσίαση του βιβλίου "Η Αδελφότης των Στεναγμών"
στη Μονή Αρσανίου.
Ομιλητές ήταν : Νικόλαος Παπαδογιαννάκης,
Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης
και η Ελπινίκη Νικολουδάκη-Σουρή,
Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης.
Συντονιστής της εκδήλωσης ήταν ο Μιχάλης Τρούλης, φιλόλογος.
Περισσότερα για την εκδήλωση
εδώ

Τρίτη, Ιουνίου 24, 2008

Σκάνδαλα

Επιτέλους κάποιος πρέπει να πάει φυλακή. Δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια και δεν νομίζω πως μπορεί, τώρα πια, να γίνει διαφορετικά. Φαντάζομαι πως το να πάει φυλακή κάποιος είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να του συμβεί. Τον αποκόπτει από τον φυσικό του χώρο, τον καταστρέφει επαγγελματικά, πολλές φορές και οικογενειακά, τον συντρίβει, τον εξουθενώνει. Μου προκαλεί θλίψη αφάνταστη η ιδέα και μόνο πως κάποιος άνθρωπος μπορεί να βρεθεί σ’ αυτή τη θέση και πολύ περισσότερο αν αυτός ο κάποιος είναι επώνυμος.
Παρακολουθούσα τις προάλλες στην τηλεόραση την εξέλιξη της υπόθεσης του Μητροπολίτη πρώην Αττικής. Καταδικάστηκε, λέει, από το Εφετείο σε επτά χρόνια κάθειρξη για υπεξαίρεση και παράνομη ιδιοποίηση, αν δεν κάνω λάθος, ενός μεγάλου χρηματικού ποσού και θα οδηγηθεί στις φυλακές. Εγώ τους δεσποτάδες αλλιώς τους είχα μέχρι τώρα στο μυαλό μου. Με τις μήτρες τους, τα χρυσοκέντητα επίσημα άμφια, την υποβλητικότητα και τον σεβασμό που απέπνεαν. Τους ήθελα άγιους, υπηρέτες του Θεού της αγάπης, ενεργούς υποστηρικτές του φτωχού και του κατατρεγμένου. Με ύφος μειλίχιο και λόγο συμβουλευτικό που, μέσα από την κατασταλαγμένη σοφία, είναι ικανός να κατασιγάσει πάθη και να θεραπεύσει την όποια αδυναμία της ψυχής. Τους ήθελα ιεράρχες σεμνούς, υπεράνω χρήματος και εγκοσμίων, με μια στάση που θα παραδειγματίζει και θα αποτελεί ένα ισχυρό ανάχωμα στις δύσκολες εποχές που ζούμε. Και βέβαια, με τίποτα, δεν μπορώ να φανταστώ έναν Μητροπολίτη πίσω από τα σίδερα, κατάδικο του κοινού ποινικού δικαίου. Εύκολα θα μπορούσε να μου αντιτείνει κάποιος πως δεν είναι όλοι έτσι, πως η εξαίρεση δεν αποτελεί τον κανόνα. Όμως; Όμως η πραγματικότητα είναι αυτή και δεν αλλάζει.
Βρώμισαν τα πάντα. Το απόστημα που χρόνια δούλευε και μάζευε κακοσύνη, έσπασε και η μπόχα του μάς πήρε όλους. Σκάνδαλα παντού. Σε κάθε τομέα, σε όλο το φάσμα του δημόσιου βίου. Τωρινά και παλαιότερα. Φρέσκα, ολοζώντανα, σπαρταριστά και κατεψυγμένα που βγήκαν στο καυτό περιβάλλον και δεν άντεξαν. Κι ένα ερώτημα απλό που τίθεται καθημερινά από τον καθένα μας και ζητά επιτακτική απάντηση είναι πού πάμε και τι κάνουμε από δω κι ύστερα. Θα τα αφήσουμε έτσι, θα κάνουμε τα αδύνατα δυνατά για να τα κουκουλώσουμε ή θα τα βγάλουμε όλα στο φως;
Τέσσερα χρόνια και κάτι κυβερνά η Νέα Δημοκρατία. Συνεχώς και αδιαλείπτως. Χωρίς αμφισβητήσεις και ουσιαστική αντιπολίτευση. Ωστόσο πάνω από πενήντα επίλεκτα στελέχη της έχουν αναγκαστεί μέσα σ’ αυτό το διάστημα να εγκαταλείψουν τα υψηλά πόστα που κατείχαν υπό το βάρος ατασθαλιών και με οσμή σκανδάλων. Και τι δεν είδαμε σ’ αυτό το διάστημα! Είδαμε τους κουμπάρους με χειροπέδες να οδηγούνται με θεατρινίστικο τρόπο προσωρινά στις φυλακές, για να κυκλοφορούν ελεύθεροι στη συνέχεια πριν αλέκτωρ λαλείσαι τρις.
Ακούσαμε για ομόλογα δομημένα και αδόμητα, χάλασε ο κόσμος με την καταλήστευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων κι ύστερα, τι; Πήγε, έστω ένας, για δείγμα, φυλακή; Καταναλώνουμε τρόφιμα νοθευμένα με τρόπους απίθανους, φάγαμε χιλιάδες τόνους ηλιέλαιο με ορυκτέλαια, σε λίγο αντί για ιατρικό τσεκάπ θα πρέπει να επισκεπτόμαστε τα ΚΤΕΟ, και δεν ανοίγει μύτη. Η ακρίβεια πνίγει τον κοσμάκη. Ασύδοτοι οι έμποροι και οι κάθε λογής μεσάζοντες κι από κοντά ένας βαθύτατα διεφθαρμένος κρατικός μηχανισμός που είναι ρυθμισμένος μοναχά στο πώς να τα πάρει.
Βαρέθηκα τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα. Από το μαχαίρι που θα φτάσει στο κόκαλο, που μόνιμα ωστόσο ξύνει μόνο επιδερμίδα, αν το κάνει κι αυτό, μέχρι τη σύσταση επιτροπών που, τάχα μου, θα διερευνήσουν και θα αποφανθούν εν καιρώ, μέχρι τις διαταγές για περιβόητες ΕΔΕ. Από τους νταβατζήδες και τη μάχη κατά της διαπλοκής που διαρκεί ώσπου να φύγει το θέμα από τα πρωτοσέλιδα και να ξεχαστεί. Και τώρα πάλι αυτή η απίστευτη ιστορία με τις μίζες της Siemens που δινόντουσαν διαχρονικά και διακομματικά. Στη φάκα πιάστηκαν οι Ηρακλείς του περιβόητου εκσυγχρονισμού του κυρίου Σημίτη, στη φάκα κι αυτοί που πήραν τα δωράκια και τις «εξυπηρετήσεις». Στελέχη της Νέας Δημοκρατίας ήταν αυτά και όχι μόνο. Κι απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα δεν τέλειωσε τίποτα ακόμη. Η έρευνα συνεχίζεται. Αργά, με χίλια δυο εμπόδια, συνεχίζεται πάντως.
Ένα πράγμα δεν καταλαβαίνω μόνο. Όλοι για τη διαφάνεια κόπτονται. Ο κ. Παπανδρέου, λόγου χάρη, που φωνάζει. Ελάτε, λέει, όλοι μαζί να καθαρίσουμε την κόπρο του Αυγείου. Όλα στο φως. Να μάθουμε ποιοι είναι οι λαδιάρηδες, ποιοι τα πήραν και πόσα. Ο κ. Καραμανλής, από την άλλη, που κέρδισε επανειλημμένα τις εκλογές με σημαία τον πόλεμο κατά της διαφθοράς, μέχρι στιγμής, δεν δείχνει να ανταποκρίνεται. Γιατί; Έχει να φοβηθεί τίποτα ή είναι η ισχνή πλειοψηφία που τον εμποδίζει;
Αδικεί τη δικαιοσύνη και τον αμερόληπτο δικαστή η εξέλιξη των πραγμάτων. Το βιαστικό θάψιμο υποθέσεων όπως οι υποκλοπές, οι απαγωγές των Πακιστανών και η αβέβαιη πορεία των ερευνών των άλλων μεγάλων υποθέσεων, το μόνο που κάνει είναι να αμβλύνει το περί δικαίου αίσθημα των πολιτών και να τους κάνει να αμφιβάλουν. Και κάτι άλλο. Εκείνη τη δύστυχη τριανταπεντάχρονη, την Εύη Τσέκου, που κατά γενική ομολογία αναγκάστηκε να υποκύψει στις ορέξεις του όποιου κ. γενικού για μια θέση στον ήλιο, γιατί την κρατάτε μέσα; Το σύστημά σας, το σάπιο, απειλεί; Δεν βρήκατε άλλον; Πάντως να είστε σίγουροι πως ο κόσμος δεν ξεχνά. Είναι εδώ και περιμένει. Έχει αγανακτήσει, όμως, με τα καμώματά σας και φωνάζει.
Κάποιος-πρέπει-να πάει-φυλακή, επιτέλους!

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2008

Τετάρτη, Ιουνίου 18, 2008

Περί ΠΑΣΟΚ, ολίγα

Τα νέα τα ακούσατε; Σε τούτο τον πλανήτη
ο Παπανδρέου τα ’παιξε κι έδιωξε τον Σημίτη

που ήταν ξένος στο ΠΑΣΟΚ κι ο ξένος όλο ψάχνει
μα ’δα θαρρώ τ’ απόμεινε να νουθετεί τη Δάφνη.

Ο ένας μέγας αρχηγός που κόλπα δεν σηκώνει
κι ο άλλος ο πρωθυπουργός που βάρεσε κανόνι.

Έργα κι αν έκανε πολλά κι αν άλλαξε τη χώρα
λίγοι το καταλάβανε και την πληρώνει τώρα.

Καλά, κακά αν έκαναν ίδιοι το ξέρουν μόνο
έχουν τα μεγαλεία αυτοί και οι πολλοί τον πόνο.

Η ακρίβεια πνίγει τον λαό π’ όλο γυρνά σαν σβούρα
κι οι κύριοι μαλώνουνε σε ξένη ματζαδούρα.

Πλάνταξε η κυβέρνηση μόνη στην εξουσία
που τρώγουντ’ οι αντίπαλοι κι αφήνουν την ουσία.

Της κακομοίρας γίνεται χωρίς ν’ ανοίξει μύτη
κι ο κόσμος να ασχοληθεί θέτε με τον Σημίτη.

Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

Περί οικισμών, γενικά

Η λόξα πάλι χτύπησε την πόλη των γραμμάτω
κι εδά Νομαρχοδήμαρχοι τρέχουν απάνω κάτω

για να τη σιάξουν τη δουλειά που σκόνταψε σε «πέτρα»
κι εκτός βρεθήκαν οικισμοί απ’ οχτακόσα μέτρα

Γιατί εδώ ’ναι Ρέθυμνο που ζει με τα βαρίδια
κι αλλού, μπορεί να κάνει άλλη ζημιά μα ’δώ σπάει καρύδια

κι αφήνει ν’ αλωνίζουνε ο πάσα ένας… θέτης
που ψώνιο τον εβάρεσε κι έγινε νομοθέτης.

Ο ένας αδιαφορεί κι ο άλλος πάλι γλείφει
κι οι καρεκλάτοι ζήλωσαν τη δόξα του Χαλίφη.

Το δόγμα είναι : Τη δουλειά να κάνω τη μεγάλη
κι ας πάνε να κουρεύονται κι η πόλη και οι άλλοι.

Λάθη πολλά και ανοχή την έφεραν την κρίση
κι ούτε ο ΚΙΓΚ, φοβούμαι το, μπορεί να βρει τη λύση.

ΥΓ.
Είκοσι χρόνοι πέρασαν κι ήταν στις ίδιες θέσεις
οι των πραγμάτων αρνητές π’ εγείρουν αντιθέσεις.

Μα τώρα η ενέργεια κι η έγνοια έχει να κάνει
πώς να μικρύνει το κακό κι όχι να σωπληθιάνει.

Πέμπτη, Ιουνίου 12, 2008

Το κάπνισμα

Βαρέθηκα ν’ ακούω τα ίδια και τα ίδια. Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία, διατείνονται ειδικοί και μη. Συμφωνώ μαζί τους κι εγώ, γιατί πες πες κατάφεραν να με πείσουν. Κι ας καπνίζουν οι άνθρωποι με διάφορους τρόπους από κτήσεως κόσμου. Κι ας φουμάρουν ακόμη κι οι πρωτόγονοι στα βάθη της ζούγκλας. Δεν θα αντιδικήσω μαζί τους ούτε θα επιχειρηματολογήσω υπέρ του καπνίσματος. Δεν νομίζω άλλωστε να υπάρχει άνθρωπος, με κουκούτσι μυαλό, που να ισχυρίζεται πως κάνει καλό. Καπνίζω όμως. Μετά μανίας. Εξαρτημένος είμαι και δεν το κρύβω. Τα δυο πακέτα την ημέρα με το ζόρι με φτάνουν. Όσες προσπάθειες κι αν έχω κάνει για να το κόψω, το ρημάδι, όλες, μα όλες, είχαν παταγώδη αποτυχία. Και δεν είμαι μοναχός μου. Χιλιάδες είμαστε, εκατομμύρια, αυτοί που δεν κάνουν χωρίς καπνό. Που δεν μπορούν να απολαύσουν τον καφέ χωρίς τσιγάρο. Που δεν μπορούν να χαλαρώσουν δίχως του, που δεν μπορούν να συγκεντρωθούν, που ανάβουν ένα πότε-πότε για να πάνε τα φαρμάκια κάτω.
Το κάπνισμα βλάπτει, λένε. Συμφωνούν σ’ αυτό γιατροί, και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου επιστήμονες εξειδικευμένοι. Βρήκαν την ευκαιρία λοιπόν κι οι αντικαπνιστές και μας πήραν σβάρνα. Βίαια, βάναυσα, προσβλητικά. Απόβλητους μας θεωρούν, σαν μιάσματα μας αντιμετωπίζουν. Κι η Πολιτεία από κοντά. Αρωγός και συμπαραστάτης σε μια προσπάθεια που αν εξετάσουμε προσεκτικά όλες τις παραμέτρους της, μπορεί να αποβεί άκρως επικίνδυνη. Γιατί λαμβάνει μέτρα και θεσμοθετεί νόμους και διατάξεις με το έτσι θέλω, για το καλό μου. Γιατί δεν ασχολείται με την πρόληψη, σιγά να μην το έκανε, ούτε απαγορεύει την πώληση καπνού. Άλλωστε η φορολογία του είναι από τις υψηλότερες και, όπως γνωρίζουμε όλοι, τα ταμεία είναι αδειανά κι έχουν ανάγκη από έσοδα οι σπάταλοι κυβερνήτες. Ακόμη κι από τη φορολογία του καπνού.
Από κάποια ημερομηνία, λέει, του 2010 θα απαγορευτεί το κάπνισμα στους κλειστούς χώρους. Παντού. Στις δημόσιες υπηρεσίες, στα κέντρα διασκέδασης, στους χώρους δουλειάς. Όμως, εγώ δεν μπορώ να το κόψω. Μπορεί και να μη θέλω, τώρα πια, από πείσμα στους αναγκαστικούς νόμους και τις απόλυτες απαγορεύσεις. Γιατί η δράση προκαλεί αντίδραση κι η προσπάθεια βίαιης καταστολής, αντίσταση. Απλός νόμος της φυσικής είναι αυτός. Μ’ εμένα λοιπόν, και τα εκατομμύρια άλλους που θα επιμένουμε να καπνίζουμε, παρά τον διωγμό, τι θα γίνει; Έχει ληφθεί πρόνοια καμιά; Αυτό που είναι σίγουρο πάντως είναι πως θα εξακολουθήσουμε να είμαστε Έλληνες πολίτες φορολογούμενοι που παράλληλα με τις υποχρεώσεις έχουμε και δικαιώματα τα οποία θα προστατέψει εντέλει ποιος;
Και το ποτό βλάπτει ίσως και περισσότερο. Την καρδιά, το συκώτι, το στομάχι. Και καρκίνο προκαλεί και το νευρικό σύστημα σμπαραλιάζει. Άφησε που πάνω από τα μισά τροχαία, οι ειδικοί το λένε, οφείλονται σ’ αυτό. Γιατί δεν απαγορεύεται όμως; Να σας απαντήσω εγώ. Γιατί η περίφημη ποτοαπαγόρευση, όταν εφαρμόστηκε στην Αμερική, το μόνο που κατάφερε ήταν να γελοιοποιήσει τους εμπνευστές της, πράγμα που, ειλικρινά, δεν θα ήθελα να συμβεί με τους σημερινούς, φασίζουσας νοοτροπίας, νομοθέτες. Και ο αέρας που αναπνέουμε μολύνεται από τα εργοστάσια, τις εκπομπές δηλητηριωδών και τοξικών αερίων από τα αυτοκίνητα και όχι μόνο, την αλόγιστη χρήση της ενέργειας και την καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του πλανήτη. Τι γίνεται μ’ αυτά; Ασχολείται κανένας; Βγήκε ποτέ μια γενικευμένη απαγόρευση; Κι εγώ θέλω, ας πούμε, να μπορώ να κάνω μπάνιο σε μια θάλασσα καθαρή, τη βρίσκω όμως; Που εκτός των άλλων ρύπων φτάνει δίπλα μου κι ένας συμπαθής, κατά τα άλλα, ζωόφιλος, συντροφιά μ’ ένα σκύλο σαν γαϊδούρι κι επικαλούμενος προσωπικές ελευθερίες θέλει να κολυμπήσει μαζί μου; Είμαστε μια κοινωνία της ανοχής γενικά, που κάπου όμως τα χάνουμε, αντιδρούμε σπασμωδικά και νομοθετούμε στο πόδι.
Σέβομαι το δικαίωμα του άλλου που θέλει να εργαστεί, να συναλλαγεί και να ξαποστάσει σ’ ένα χώρο καθαρό, χωρίς καπνίλα και βρωμιά. Πρέπει να σεβαστεί όμως κι αυτός το δικαίωμά μου να ζήσω και να πεθάνω όπως θέλω εγώ. Κι αν αυτά τα δύο δεν συμβιβάζονται, να υπάρξουν χώροι στεγασμένοι και ανθρώπινοι για τους καπνίζοντες, παντού. Ξέχωροι και ανεξάρτητοι. Εν ανάγκη, ας χωρίσουμε τα τσανάκια μας, βρε αδελφέ. Ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, όμως. Δεν μας θέλετε, δεν σας θέλουμε. Ας μαζευτούμε κι εμείς οι αθεράπευτοι κάπου, ας οργανωθούμε κι ας διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας. Εγώ κάνω την αρχή. Προτίθεμαι να διεκδικήσω άδεια για χώρο όπου θα επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε καπνιστές. Να δούμε ποιο δικαστήριο βασιζόμενο σε ποιο δίκαιο θα μπορέσει να μου το αρνηθεί. Διαφορετικά;
Διαφορετικά, αν ηττηθούμε, υπάρχει και η άλλη λύση. Έτσι κι αλλιώς την ιστορία, οι νικητές την γράφουν. Με την ισχύ τους επιβάλουν ποινές και επιτίμια. Στη μεγαλοψυχία τους θα αφεθούμε. Ίσως και να ανοίξουν το Μακρονήσι, τα Γιούρα και τους άλλους τόπους εξορίας και να μας μεταφέρουν εκεί. Απομονωμένοι και αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, οι λεπροί του 21ου αιώνα να φουμάρουμε αρειμανίως χωρίς να ενοχλούμε. Ελπίζω να μην το αρνηθούν ακόμη και αυτό. Άλλωστε και οι πραγματικοί λεπροί είχαν το δικαίωμα μιας Σπιναλόγκας.

Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2008

Δύο γάμοι και μια δολοφονία

Άφωνη έμεινε, η πάντοτε έτοιμη να συγκλονιστεί κοινωνία, από δύο γάμους και μια δολοφονία. Είμαι αρκετά μεγάλος πια και είναι βαθιά ριζωμένες μέσα μου ιδέες και αντιλήψεις για να μπορέσω να επικροτήσω απλά και αβασάνιστα την ένωση, και με τα δεσμά του γάμου μάλιστα, δύο ατόμων του ιδίου φύλου. Από την άλλη οι εποχές αλλάζουν και είμαστε υποχρεωμένοι να τις ακολουθούμε. Οι κοινωνίες, όλο και πιο εύκολα τώρα, αποδέχονται καταστάσεις που παλαιότερα ούτε κατά διάνοια θα μπορούσαν όχι να αποδεχτούν αλλά ούτε να θέσουν σε συζήτηση και προβληματισμό.
Δεν είναι μακρινές οι εποχές που για την παρθενιά, λόγου χάρη, «την τιμή» μιας γυναίκας, γινόντουσαν εγκλήματα φοβερά ή εξανάγκαζαν τη δύστυχη παθούσα να εγκαταλείψει τον τόπο της, να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της, να υποφέρει τα μύρια όσα κι αποδιωγμένη και απροστάτευτη να καταλήξει ακόμη και σε κακόφημα σπίτια. Ποιος δεν θυμάται σκηνές απείρου κάλλους με τους «μοιχούς» τυλιγμένους στα σεντόνια να σέρνονται στα αστυνομικά τμήματα; Ο απόλυτος εξευτελισμός δηλαδή, τίμημα μιας πράξης που όμως είχε συντελεστεί μεταξύ ενηλίκων οι οποίοι είχαν κάθε δικαίωμα στην επιλογή της προσωπικής τους ζωής.
Γάμος μεταξύ ομοφύλων δηλαδή; Γιατί όχι, θα έλεγα, συγκρατημένα έστω. Σημαντική κατάκτηση της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας είναι και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα. Η κατανόηση της διαφορετικότητας του άλλου και η ελευθερία στην διαχείριση της προσωπικής του ζωής είναι προ πολλού κατοχυρωμένα. Μα είναι ομοφυλόφιλος! Θα μου πείτε. Και λοιπόν; Ο άνθρωπος αυτός δεν εργάζεται, δεν πληρώνει φόρους και εισφορές στα ασφαλιστικά του ταμεία; Υπάρχει καμιά διάκριση σ’ αυτό; Καμία δεν υπάρχει. Ποιος είναι λοιπόν αυτός που νομιμοποιείται να του επιβάλει με ποιον θα συγκατοικήσει και με ποιον θα κοιμηθεί; Κι αφού είναι έτσι, γιατί θα πρέπει να ντρέπεται και να κρύβεται μια ζωή; Γιατί να μην μπορεί να ζήσει σαν άνθρωπος και να κυκλοφορήσει ελεύθερος; Με βάση ποια λογική ο ερωτικός του σύντροφος, που έχει συνεισφέρει στη δημιουργία κοινής περιουσίας, να μην μπορεί να κληρονομήσει και να συνταξιοδοτηθεί;
Είναι πολλά τα ερωτηματικά που προκύπτουν και που τελικά δεν αντέχουν σαν υποβληθούν στη βάσανο της κοινής λογικής. Ναι, αλλά ο γάμος είναι μυστήριο, θα αντιτείνουν κάποιοι. Ο Θεός ευλόγησε την ένωση του άντρα με τη γυναίκα με στόχο τη δημιουργία οικογένειας και την τεκνοποιία υπό το πρίσμα του αυξάνεσθε και πληθύνεσθε. Ο πολιτικός γάμος όμως, αν δεν κάνω λάθος, δεν ενέχει κανένα μυστήριο. Δήλωση συμβίωσης είναι ενώπιον της δημοτικής αρχής που έχει ωστόσο νομική ισχύ και κατοχυρώνει όλα εκείνα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που η πολιτεία έχει θεσπίσει και για τον θρησκευτικό γάμο.
Ας αφήσουμε τις υποκρισίες λοιπόν κι ας σεβαστούμε την ελεύθερη βούληση των συνανθρώπων μας, όποια κι αν είναι αυτή, εφόσον δεν ενοχλούν. Δεν μας πέφτει λόγος στο κάτω κάτω, βρε αδελφέ! Και ο νόμος; Το θεσμικό πλαίσιο; Νομικός δεν είμαι, γνωρίζω ωστόσο πολύ καλά πως οι νομικοί μπορούν να υποστηρίξουν με ατράνταχτα επιχειρήματα και τη μια και την άλλη άποψη. Απ’ ό,τι φαίνεται πάντως δεν πρέπει να υπάρχει κάποια διάταξη που να απαγορεύει ρητά τη σύναψη γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Άρα, διασταλτικά, ό,τι δεν απαγορεύεται ρητά, επιτρέπεται, και καλώς ο δήμαρχος Τήλου προχώρησε στους δύο γάμους. Τώρα, εάν η κυβέρνηση έχει αντίθετη άποψη, ας αναλάβει την πρωτοβουλία να νομοθετήσει σχετικά, αναλαμβάνοντας παράλληλα και το ρίσκο μιας καταδίκης από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια κι ας πάψει να ψάχνει σανίδα σωτηρίας κρυπτόμενη πίσω από την διάτρητη τήβεννο του όποιου κ. Σανιδά.


Ένας καταξιωμένος και αγαπητός, στο ευρύ κοινό, ηθοποιός, ο Νίκος Σεργιανόπουλος, βρέθηκε δολοφονημένος φριχτά στο σπίτι του. Τον έσφαξαν, δήλωσε ο ιατροδικαστής στα κανάλια αμέσως μετά την αυτοψία που έκανε στον χώρο. Πικράθηκα που ένας τόσο σημαντικός ηθοποιός είχε ένα τέτοιο άδοξο τέλος. Θλίψη προκάλεσε η είδηση στο Πανελλήνιο, θλίψη και στα κανάλια, υποκριτική όμως. Που βρήκαν αφορμή να κανιβαλίσουν για μια ακόμη φορά. Που έβγαλαν την προσωπική του ζωή στον αέρα και την έκαναν φύλλο και φτερό. Που φρόντισαν να τονίσουν τις όποιες ιδιαιτερότητες είχε, σκυλεύοντας έναν νεκρό προς χάριν μιας φτηνής κι εφήμερης τηλεθέασης. Τόση κατάντια πια;

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

Yγρός χρόνος Ελένης Γκίκα - Έμαθα πως κυκλοφόρησε

Έμαθα πως κυκλοφόρησε το καινούριο βιβλίο της κ.Ελένης Γκίκα.

Όπως λέει η ίδια πρόκειται για:

Μια ιστορία για έναν άντρα που φοβόταν τις θύελλες, για μια γυναίκα που της έμελλε να φύγει, για μιαν άλλη που πέτρωσε περιμένοντας, για κείνη που όταν διαβάζει Ρεμπώ τον θυμάται, για την μεγάλη απούσα που όταν επιστρέφει είναι πάντοτε αργά. Για την Μεγάλη Τραγική που επικοινωνεί μαζί του και μετά θάνατον με «Υγρές Σελίδες». Τους συνδέει εξάλλου ένα κοινό παρελθόν- μυστικό.Διότι εντελώς ξαφνικά, μια μέρα με χειμωνιάτικη λιακάδα, ένας άντρας πνίγεται και πέντε γυναίκες θα χρειαστεί μέσα σε τρεις μέρες να ανασυναρμολογήσουν τον κόσμο. Μαζί με ένα παιδί, τον αστυνόμο κι εκείνον με το περίεργο σημάδι που είχε τρέλα με τις μηχανές.Ένα βιβλίο για τον φόβο και τις επιδιώξεις, για την επιθυμία και τις ενοχές, για τον έρωτα που καταστρέφει και την αγάπη που σώζει, για τον θάνατο που είναι και ο μεγάλος ερωτικός, για τα βιβλία που κρατούν τα κλειδιά και λύνουν το αίνιγμα. Για τους αναγνώστες που, όπως είπε ο Μπόρχες «είναι κύκνοι πιο μαύροι και πιο σπάνιοι κι απ’ τους καλούς συγγραφείς». Για τις επισφαλείς βεβαιότητες και τους νομοτελειακούς κανόνες ενός αβέβαιου, θαυμαστού κόσμου. Για αινιγματικές απαντήσεις σε αυτονόητες ερωτήσεις που δεν έγιναν ποτέ. Για την αλήθεια που είναι φως και φωτιά, αναλόγως….

Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε και εξακολουθεί να ζει στο Κορωπί. Με απιστία κάποιων χρόνων στην Αθήνα. Το μόνο που έμαθε σ’ αυτή τη ζωή (και που κάνει κέφι να κάνει) είναι να διαβάζει. Βιβλία, Μανιωδώς. Από δίψα γραφής έγραψε κιόλας: Μυθιστορήματα, ποίηση, διηγήματα, συνεντεύξεις, άρθρα και κριτικές σε περιοδικά κι εφημερίδες. Δημοσιογράφος είναι, ξεκίνησε από το «Αντί» και το «Φαντάζιο», όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό. Για δέκα χρόνια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στις Εικόνες. Και με αντικείμενο το βιβλίο πάντοτε, εδώ και 15 χρόνια, στο «Έθνος της Κυριακής». Έχει την επιμέλεια της νεοελληνικής σειράς στις εκδόσεις «Άγκυρα». Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές, δυο συλλογές με διηγήματα, εννιά μυθιστορήματα, έναν τόμο με συνεντεύξεις και ένα παραμύθι. O «Υγρός Χρόνος» είναι το δέκατο μυθιστόρημα.




Περιμένω με αγωνία να το διαβάσω.