Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2008

Παρουσίαση στη Μονή Αρσανίου, 25-06-2008

Έγινε η παρουσίαση του βιβλίου "Η Αδελφότης των Στεναγμών"
στη Μονή Αρσανίου.
Ομιλητές ήταν : Νικόλαος Παπαδογιαννάκης,
Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης
και η Ελπινίκη Νικολουδάκη-Σουρή,
Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Κρήτης.
Συντονιστής της εκδήλωσης ήταν ο Μιχάλης Τρούλης, φιλόλογος.
Περισσότερα για την εκδήλωση
εδώ

Τρίτη, Ιουνίου 24, 2008

Σκάνδαλα

Επιτέλους κάποιος πρέπει να πάει φυλακή. Δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια και δεν νομίζω πως μπορεί, τώρα πια, να γίνει διαφορετικά. Φαντάζομαι πως το να πάει φυλακή κάποιος είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να του συμβεί. Τον αποκόπτει από τον φυσικό του χώρο, τον καταστρέφει επαγγελματικά, πολλές φορές και οικογενειακά, τον συντρίβει, τον εξουθενώνει. Μου προκαλεί θλίψη αφάνταστη η ιδέα και μόνο πως κάποιος άνθρωπος μπορεί να βρεθεί σ’ αυτή τη θέση και πολύ περισσότερο αν αυτός ο κάποιος είναι επώνυμος.
Παρακολουθούσα τις προάλλες στην τηλεόραση την εξέλιξη της υπόθεσης του Μητροπολίτη πρώην Αττικής. Καταδικάστηκε, λέει, από το Εφετείο σε επτά χρόνια κάθειρξη για υπεξαίρεση και παράνομη ιδιοποίηση, αν δεν κάνω λάθος, ενός μεγάλου χρηματικού ποσού και θα οδηγηθεί στις φυλακές. Εγώ τους δεσποτάδες αλλιώς τους είχα μέχρι τώρα στο μυαλό μου. Με τις μήτρες τους, τα χρυσοκέντητα επίσημα άμφια, την υποβλητικότητα και τον σεβασμό που απέπνεαν. Τους ήθελα άγιους, υπηρέτες του Θεού της αγάπης, ενεργούς υποστηρικτές του φτωχού και του κατατρεγμένου. Με ύφος μειλίχιο και λόγο συμβουλευτικό που, μέσα από την κατασταλαγμένη σοφία, είναι ικανός να κατασιγάσει πάθη και να θεραπεύσει την όποια αδυναμία της ψυχής. Τους ήθελα ιεράρχες σεμνούς, υπεράνω χρήματος και εγκοσμίων, με μια στάση που θα παραδειγματίζει και θα αποτελεί ένα ισχυρό ανάχωμα στις δύσκολες εποχές που ζούμε. Και βέβαια, με τίποτα, δεν μπορώ να φανταστώ έναν Μητροπολίτη πίσω από τα σίδερα, κατάδικο του κοινού ποινικού δικαίου. Εύκολα θα μπορούσε να μου αντιτείνει κάποιος πως δεν είναι όλοι έτσι, πως η εξαίρεση δεν αποτελεί τον κανόνα. Όμως; Όμως η πραγματικότητα είναι αυτή και δεν αλλάζει.
Βρώμισαν τα πάντα. Το απόστημα που χρόνια δούλευε και μάζευε κακοσύνη, έσπασε και η μπόχα του μάς πήρε όλους. Σκάνδαλα παντού. Σε κάθε τομέα, σε όλο το φάσμα του δημόσιου βίου. Τωρινά και παλαιότερα. Φρέσκα, ολοζώντανα, σπαρταριστά και κατεψυγμένα που βγήκαν στο καυτό περιβάλλον και δεν άντεξαν. Κι ένα ερώτημα απλό που τίθεται καθημερινά από τον καθένα μας και ζητά επιτακτική απάντηση είναι πού πάμε και τι κάνουμε από δω κι ύστερα. Θα τα αφήσουμε έτσι, θα κάνουμε τα αδύνατα δυνατά για να τα κουκουλώσουμε ή θα τα βγάλουμε όλα στο φως;
Τέσσερα χρόνια και κάτι κυβερνά η Νέα Δημοκρατία. Συνεχώς και αδιαλείπτως. Χωρίς αμφισβητήσεις και ουσιαστική αντιπολίτευση. Ωστόσο πάνω από πενήντα επίλεκτα στελέχη της έχουν αναγκαστεί μέσα σ’ αυτό το διάστημα να εγκαταλείψουν τα υψηλά πόστα που κατείχαν υπό το βάρος ατασθαλιών και με οσμή σκανδάλων. Και τι δεν είδαμε σ’ αυτό το διάστημα! Είδαμε τους κουμπάρους με χειροπέδες να οδηγούνται με θεατρινίστικο τρόπο προσωρινά στις φυλακές, για να κυκλοφορούν ελεύθεροι στη συνέχεια πριν αλέκτωρ λαλείσαι τρις.
Ακούσαμε για ομόλογα δομημένα και αδόμητα, χάλασε ο κόσμος με την καταλήστευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων κι ύστερα, τι; Πήγε, έστω ένας, για δείγμα, φυλακή; Καταναλώνουμε τρόφιμα νοθευμένα με τρόπους απίθανους, φάγαμε χιλιάδες τόνους ηλιέλαιο με ορυκτέλαια, σε λίγο αντί για ιατρικό τσεκάπ θα πρέπει να επισκεπτόμαστε τα ΚΤΕΟ, και δεν ανοίγει μύτη. Η ακρίβεια πνίγει τον κοσμάκη. Ασύδοτοι οι έμποροι και οι κάθε λογής μεσάζοντες κι από κοντά ένας βαθύτατα διεφθαρμένος κρατικός μηχανισμός που είναι ρυθμισμένος μοναχά στο πώς να τα πάρει.
Βαρέθηκα τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα. Από το μαχαίρι που θα φτάσει στο κόκαλο, που μόνιμα ωστόσο ξύνει μόνο επιδερμίδα, αν το κάνει κι αυτό, μέχρι τη σύσταση επιτροπών που, τάχα μου, θα διερευνήσουν και θα αποφανθούν εν καιρώ, μέχρι τις διαταγές για περιβόητες ΕΔΕ. Από τους νταβατζήδες και τη μάχη κατά της διαπλοκής που διαρκεί ώσπου να φύγει το θέμα από τα πρωτοσέλιδα και να ξεχαστεί. Και τώρα πάλι αυτή η απίστευτη ιστορία με τις μίζες της Siemens που δινόντουσαν διαχρονικά και διακομματικά. Στη φάκα πιάστηκαν οι Ηρακλείς του περιβόητου εκσυγχρονισμού του κυρίου Σημίτη, στη φάκα κι αυτοί που πήραν τα δωράκια και τις «εξυπηρετήσεις». Στελέχη της Νέας Δημοκρατίας ήταν αυτά και όχι μόνο. Κι απ’ ότι δείχνουν τα πράγματα δεν τέλειωσε τίποτα ακόμη. Η έρευνα συνεχίζεται. Αργά, με χίλια δυο εμπόδια, συνεχίζεται πάντως.
Ένα πράγμα δεν καταλαβαίνω μόνο. Όλοι για τη διαφάνεια κόπτονται. Ο κ. Παπανδρέου, λόγου χάρη, που φωνάζει. Ελάτε, λέει, όλοι μαζί να καθαρίσουμε την κόπρο του Αυγείου. Όλα στο φως. Να μάθουμε ποιοι είναι οι λαδιάρηδες, ποιοι τα πήραν και πόσα. Ο κ. Καραμανλής, από την άλλη, που κέρδισε επανειλημμένα τις εκλογές με σημαία τον πόλεμο κατά της διαφθοράς, μέχρι στιγμής, δεν δείχνει να ανταποκρίνεται. Γιατί; Έχει να φοβηθεί τίποτα ή είναι η ισχνή πλειοψηφία που τον εμποδίζει;
Αδικεί τη δικαιοσύνη και τον αμερόληπτο δικαστή η εξέλιξη των πραγμάτων. Το βιαστικό θάψιμο υποθέσεων όπως οι υποκλοπές, οι απαγωγές των Πακιστανών και η αβέβαιη πορεία των ερευνών των άλλων μεγάλων υποθέσεων, το μόνο που κάνει είναι να αμβλύνει το περί δικαίου αίσθημα των πολιτών και να τους κάνει να αμφιβάλουν. Και κάτι άλλο. Εκείνη τη δύστυχη τριανταπεντάχρονη, την Εύη Τσέκου, που κατά γενική ομολογία αναγκάστηκε να υποκύψει στις ορέξεις του όποιου κ. γενικού για μια θέση στον ήλιο, γιατί την κρατάτε μέσα; Το σύστημά σας, το σάπιο, απειλεί; Δεν βρήκατε άλλον; Πάντως να είστε σίγουροι πως ο κόσμος δεν ξεχνά. Είναι εδώ και περιμένει. Έχει αγανακτήσει, όμως, με τα καμώματά σας και φωνάζει.
Κάποιος-πρέπει-να πάει-φυλακή, επιτέλους!

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2008

Τετάρτη, Ιουνίου 18, 2008

Περί ΠΑΣΟΚ, ολίγα

Τα νέα τα ακούσατε; Σε τούτο τον πλανήτη
ο Παπανδρέου τα ’παιξε κι έδιωξε τον Σημίτη

που ήταν ξένος στο ΠΑΣΟΚ κι ο ξένος όλο ψάχνει
μα ’δα θαρρώ τ’ απόμεινε να νουθετεί τη Δάφνη.

Ο ένας μέγας αρχηγός που κόλπα δεν σηκώνει
κι ο άλλος ο πρωθυπουργός που βάρεσε κανόνι.

Έργα κι αν έκανε πολλά κι αν άλλαξε τη χώρα
λίγοι το καταλάβανε και την πληρώνει τώρα.

Καλά, κακά αν έκαναν ίδιοι το ξέρουν μόνο
έχουν τα μεγαλεία αυτοί και οι πολλοί τον πόνο.

Η ακρίβεια πνίγει τον λαό π’ όλο γυρνά σαν σβούρα
κι οι κύριοι μαλώνουνε σε ξένη ματζαδούρα.

Πλάνταξε η κυβέρνηση μόνη στην εξουσία
που τρώγουντ’ οι αντίπαλοι κι αφήνουν την ουσία.

Της κακομοίρας γίνεται χωρίς ν’ ανοίξει μύτη
κι ο κόσμος να ασχοληθεί θέτε με τον Σημίτη.

Τρίτη, Ιουνίου 17, 2008

Περί οικισμών, γενικά

Η λόξα πάλι χτύπησε την πόλη των γραμμάτω
κι εδά Νομαρχοδήμαρχοι τρέχουν απάνω κάτω

για να τη σιάξουν τη δουλειά που σκόνταψε σε «πέτρα»
κι εκτός βρεθήκαν οικισμοί απ’ οχτακόσα μέτρα

Γιατί εδώ ’ναι Ρέθυμνο που ζει με τα βαρίδια
κι αλλού, μπορεί να κάνει άλλη ζημιά μα ’δώ σπάει καρύδια

κι αφήνει ν’ αλωνίζουνε ο πάσα ένας… θέτης
που ψώνιο τον εβάρεσε κι έγινε νομοθέτης.

Ο ένας αδιαφορεί κι ο άλλος πάλι γλείφει
κι οι καρεκλάτοι ζήλωσαν τη δόξα του Χαλίφη.

Το δόγμα είναι : Τη δουλειά να κάνω τη μεγάλη
κι ας πάνε να κουρεύονται κι η πόλη και οι άλλοι.

Λάθη πολλά και ανοχή την έφεραν την κρίση
κι ούτε ο ΚΙΓΚ, φοβούμαι το, μπορεί να βρει τη λύση.

ΥΓ.
Είκοσι χρόνοι πέρασαν κι ήταν στις ίδιες θέσεις
οι των πραγμάτων αρνητές π’ εγείρουν αντιθέσεις.

Μα τώρα η ενέργεια κι η έγνοια έχει να κάνει
πώς να μικρύνει το κακό κι όχι να σωπληθιάνει.

Πέμπτη, Ιουνίου 12, 2008

Το κάπνισμα

Βαρέθηκα ν’ ακούω τα ίδια και τα ίδια. Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία, διατείνονται ειδικοί και μη. Συμφωνώ μαζί τους κι εγώ, γιατί πες πες κατάφεραν να με πείσουν. Κι ας καπνίζουν οι άνθρωποι με διάφορους τρόπους από κτήσεως κόσμου. Κι ας φουμάρουν ακόμη κι οι πρωτόγονοι στα βάθη της ζούγκλας. Δεν θα αντιδικήσω μαζί τους ούτε θα επιχειρηματολογήσω υπέρ του καπνίσματος. Δεν νομίζω άλλωστε να υπάρχει άνθρωπος, με κουκούτσι μυαλό, που να ισχυρίζεται πως κάνει καλό. Καπνίζω όμως. Μετά μανίας. Εξαρτημένος είμαι και δεν το κρύβω. Τα δυο πακέτα την ημέρα με το ζόρι με φτάνουν. Όσες προσπάθειες κι αν έχω κάνει για να το κόψω, το ρημάδι, όλες, μα όλες, είχαν παταγώδη αποτυχία. Και δεν είμαι μοναχός μου. Χιλιάδες είμαστε, εκατομμύρια, αυτοί που δεν κάνουν χωρίς καπνό. Που δεν μπορούν να απολαύσουν τον καφέ χωρίς τσιγάρο. Που δεν μπορούν να χαλαρώσουν δίχως του, που δεν μπορούν να συγκεντρωθούν, που ανάβουν ένα πότε-πότε για να πάνε τα φαρμάκια κάτω.
Το κάπνισμα βλάπτει, λένε. Συμφωνούν σ’ αυτό γιατροί, και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου επιστήμονες εξειδικευμένοι. Βρήκαν την ευκαιρία λοιπόν κι οι αντικαπνιστές και μας πήραν σβάρνα. Βίαια, βάναυσα, προσβλητικά. Απόβλητους μας θεωρούν, σαν μιάσματα μας αντιμετωπίζουν. Κι η Πολιτεία από κοντά. Αρωγός και συμπαραστάτης σε μια προσπάθεια που αν εξετάσουμε προσεκτικά όλες τις παραμέτρους της, μπορεί να αποβεί άκρως επικίνδυνη. Γιατί λαμβάνει μέτρα και θεσμοθετεί νόμους και διατάξεις με το έτσι θέλω, για το καλό μου. Γιατί δεν ασχολείται με την πρόληψη, σιγά να μην το έκανε, ούτε απαγορεύει την πώληση καπνού. Άλλωστε η φορολογία του είναι από τις υψηλότερες και, όπως γνωρίζουμε όλοι, τα ταμεία είναι αδειανά κι έχουν ανάγκη από έσοδα οι σπάταλοι κυβερνήτες. Ακόμη κι από τη φορολογία του καπνού.
Από κάποια ημερομηνία, λέει, του 2010 θα απαγορευτεί το κάπνισμα στους κλειστούς χώρους. Παντού. Στις δημόσιες υπηρεσίες, στα κέντρα διασκέδασης, στους χώρους δουλειάς. Όμως, εγώ δεν μπορώ να το κόψω. Μπορεί και να μη θέλω, τώρα πια, από πείσμα στους αναγκαστικούς νόμους και τις απόλυτες απαγορεύσεις. Γιατί η δράση προκαλεί αντίδραση κι η προσπάθεια βίαιης καταστολής, αντίσταση. Απλός νόμος της φυσικής είναι αυτός. Μ’ εμένα λοιπόν, και τα εκατομμύρια άλλους που θα επιμένουμε να καπνίζουμε, παρά τον διωγμό, τι θα γίνει; Έχει ληφθεί πρόνοια καμιά; Αυτό που είναι σίγουρο πάντως είναι πως θα εξακολουθήσουμε να είμαστε Έλληνες πολίτες φορολογούμενοι που παράλληλα με τις υποχρεώσεις έχουμε και δικαιώματα τα οποία θα προστατέψει εντέλει ποιος;
Και το ποτό βλάπτει ίσως και περισσότερο. Την καρδιά, το συκώτι, το στομάχι. Και καρκίνο προκαλεί και το νευρικό σύστημα σμπαραλιάζει. Άφησε που πάνω από τα μισά τροχαία, οι ειδικοί το λένε, οφείλονται σ’ αυτό. Γιατί δεν απαγορεύεται όμως; Να σας απαντήσω εγώ. Γιατί η περίφημη ποτοαπαγόρευση, όταν εφαρμόστηκε στην Αμερική, το μόνο που κατάφερε ήταν να γελοιοποιήσει τους εμπνευστές της, πράγμα που, ειλικρινά, δεν θα ήθελα να συμβεί με τους σημερινούς, φασίζουσας νοοτροπίας, νομοθέτες. Και ο αέρας που αναπνέουμε μολύνεται από τα εργοστάσια, τις εκπομπές δηλητηριωδών και τοξικών αερίων από τα αυτοκίνητα και όχι μόνο, την αλόγιστη χρήση της ενέργειας και την καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του πλανήτη. Τι γίνεται μ’ αυτά; Ασχολείται κανένας; Βγήκε ποτέ μια γενικευμένη απαγόρευση; Κι εγώ θέλω, ας πούμε, να μπορώ να κάνω μπάνιο σε μια θάλασσα καθαρή, τη βρίσκω όμως; Που εκτός των άλλων ρύπων φτάνει δίπλα μου κι ένας συμπαθής, κατά τα άλλα, ζωόφιλος, συντροφιά μ’ ένα σκύλο σαν γαϊδούρι κι επικαλούμενος προσωπικές ελευθερίες θέλει να κολυμπήσει μαζί μου; Είμαστε μια κοινωνία της ανοχής γενικά, που κάπου όμως τα χάνουμε, αντιδρούμε σπασμωδικά και νομοθετούμε στο πόδι.
Σέβομαι το δικαίωμα του άλλου που θέλει να εργαστεί, να συναλλαγεί και να ξαποστάσει σ’ ένα χώρο καθαρό, χωρίς καπνίλα και βρωμιά. Πρέπει να σεβαστεί όμως κι αυτός το δικαίωμά μου να ζήσω και να πεθάνω όπως θέλω εγώ. Κι αν αυτά τα δύο δεν συμβιβάζονται, να υπάρξουν χώροι στεγασμένοι και ανθρώπινοι για τους καπνίζοντες, παντού. Ξέχωροι και ανεξάρτητοι. Εν ανάγκη, ας χωρίσουμε τα τσανάκια μας, βρε αδελφέ. Ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, όμως. Δεν μας θέλετε, δεν σας θέλουμε. Ας μαζευτούμε κι εμείς οι αθεράπευτοι κάπου, ας οργανωθούμε κι ας διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας. Εγώ κάνω την αρχή. Προτίθεμαι να διεκδικήσω άδεια για χώρο όπου θα επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε καπνιστές. Να δούμε ποιο δικαστήριο βασιζόμενο σε ποιο δίκαιο θα μπορέσει να μου το αρνηθεί. Διαφορετικά;
Διαφορετικά, αν ηττηθούμε, υπάρχει και η άλλη λύση. Έτσι κι αλλιώς την ιστορία, οι νικητές την γράφουν. Με την ισχύ τους επιβάλουν ποινές και επιτίμια. Στη μεγαλοψυχία τους θα αφεθούμε. Ίσως και να ανοίξουν το Μακρονήσι, τα Γιούρα και τους άλλους τόπους εξορίας και να μας μεταφέρουν εκεί. Απομονωμένοι και αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, οι λεπροί του 21ου αιώνα να φουμάρουμε αρειμανίως χωρίς να ενοχλούμε. Ελπίζω να μην το αρνηθούν ακόμη και αυτό. Άλλωστε και οι πραγματικοί λεπροί είχαν το δικαίωμα μιας Σπιναλόγκας.

Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2008

Δύο γάμοι και μια δολοφονία

Άφωνη έμεινε, η πάντοτε έτοιμη να συγκλονιστεί κοινωνία, από δύο γάμους και μια δολοφονία. Είμαι αρκετά μεγάλος πια και είναι βαθιά ριζωμένες μέσα μου ιδέες και αντιλήψεις για να μπορέσω να επικροτήσω απλά και αβασάνιστα την ένωση, και με τα δεσμά του γάμου μάλιστα, δύο ατόμων του ιδίου φύλου. Από την άλλη οι εποχές αλλάζουν και είμαστε υποχρεωμένοι να τις ακολουθούμε. Οι κοινωνίες, όλο και πιο εύκολα τώρα, αποδέχονται καταστάσεις που παλαιότερα ούτε κατά διάνοια θα μπορούσαν όχι να αποδεχτούν αλλά ούτε να θέσουν σε συζήτηση και προβληματισμό.
Δεν είναι μακρινές οι εποχές που για την παρθενιά, λόγου χάρη, «την τιμή» μιας γυναίκας, γινόντουσαν εγκλήματα φοβερά ή εξανάγκαζαν τη δύστυχη παθούσα να εγκαταλείψει τον τόπο της, να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της, να υποφέρει τα μύρια όσα κι αποδιωγμένη και απροστάτευτη να καταλήξει ακόμη και σε κακόφημα σπίτια. Ποιος δεν θυμάται σκηνές απείρου κάλλους με τους «μοιχούς» τυλιγμένους στα σεντόνια να σέρνονται στα αστυνομικά τμήματα; Ο απόλυτος εξευτελισμός δηλαδή, τίμημα μιας πράξης που όμως είχε συντελεστεί μεταξύ ενηλίκων οι οποίοι είχαν κάθε δικαίωμα στην επιλογή της προσωπικής τους ζωής.
Γάμος μεταξύ ομοφύλων δηλαδή; Γιατί όχι, θα έλεγα, συγκρατημένα έστω. Σημαντική κατάκτηση της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας είναι και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο και μεγαλύτερη κλίμακα. Η κατανόηση της διαφορετικότητας του άλλου και η ελευθερία στην διαχείριση της προσωπικής του ζωής είναι προ πολλού κατοχυρωμένα. Μα είναι ομοφυλόφιλος! Θα μου πείτε. Και λοιπόν; Ο άνθρωπος αυτός δεν εργάζεται, δεν πληρώνει φόρους και εισφορές στα ασφαλιστικά του ταμεία; Υπάρχει καμιά διάκριση σ’ αυτό; Καμία δεν υπάρχει. Ποιος είναι λοιπόν αυτός που νομιμοποιείται να του επιβάλει με ποιον θα συγκατοικήσει και με ποιον θα κοιμηθεί; Κι αφού είναι έτσι, γιατί θα πρέπει να ντρέπεται και να κρύβεται μια ζωή; Γιατί να μην μπορεί να ζήσει σαν άνθρωπος και να κυκλοφορήσει ελεύθερος; Με βάση ποια λογική ο ερωτικός του σύντροφος, που έχει συνεισφέρει στη δημιουργία κοινής περιουσίας, να μην μπορεί να κληρονομήσει και να συνταξιοδοτηθεί;
Είναι πολλά τα ερωτηματικά που προκύπτουν και που τελικά δεν αντέχουν σαν υποβληθούν στη βάσανο της κοινής λογικής. Ναι, αλλά ο γάμος είναι μυστήριο, θα αντιτείνουν κάποιοι. Ο Θεός ευλόγησε την ένωση του άντρα με τη γυναίκα με στόχο τη δημιουργία οικογένειας και την τεκνοποιία υπό το πρίσμα του αυξάνεσθε και πληθύνεσθε. Ο πολιτικός γάμος όμως, αν δεν κάνω λάθος, δεν ενέχει κανένα μυστήριο. Δήλωση συμβίωσης είναι ενώπιον της δημοτικής αρχής που έχει ωστόσο νομική ισχύ και κατοχυρώνει όλα εκείνα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που η πολιτεία έχει θεσπίσει και για τον θρησκευτικό γάμο.
Ας αφήσουμε τις υποκρισίες λοιπόν κι ας σεβαστούμε την ελεύθερη βούληση των συνανθρώπων μας, όποια κι αν είναι αυτή, εφόσον δεν ενοχλούν. Δεν μας πέφτει λόγος στο κάτω κάτω, βρε αδελφέ! Και ο νόμος; Το θεσμικό πλαίσιο; Νομικός δεν είμαι, γνωρίζω ωστόσο πολύ καλά πως οι νομικοί μπορούν να υποστηρίξουν με ατράνταχτα επιχειρήματα και τη μια και την άλλη άποψη. Απ’ ό,τι φαίνεται πάντως δεν πρέπει να υπάρχει κάποια διάταξη που να απαγορεύει ρητά τη σύναψη γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Άρα, διασταλτικά, ό,τι δεν απαγορεύεται ρητά, επιτρέπεται, και καλώς ο δήμαρχος Τήλου προχώρησε στους δύο γάμους. Τώρα, εάν η κυβέρνηση έχει αντίθετη άποψη, ας αναλάβει την πρωτοβουλία να νομοθετήσει σχετικά, αναλαμβάνοντας παράλληλα και το ρίσκο μιας καταδίκης από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια κι ας πάψει να ψάχνει σανίδα σωτηρίας κρυπτόμενη πίσω από την διάτρητη τήβεννο του όποιου κ. Σανιδά.


Ένας καταξιωμένος και αγαπητός, στο ευρύ κοινό, ηθοποιός, ο Νίκος Σεργιανόπουλος, βρέθηκε δολοφονημένος φριχτά στο σπίτι του. Τον έσφαξαν, δήλωσε ο ιατροδικαστής στα κανάλια αμέσως μετά την αυτοψία που έκανε στον χώρο. Πικράθηκα που ένας τόσο σημαντικός ηθοποιός είχε ένα τέτοιο άδοξο τέλος. Θλίψη προκάλεσε η είδηση στο Πανελλήνιο, θλίψη και στα κανάλια, υποκριτική όμως. Που βρήκαν αφορμή να κανιβαλίσουν για μια ακόμη φορά. Που έβγαλαν την προσωπική του ζωή στον αέρα και την έκαναν φύλλο και φτερό. Που φρόντισαν να τονίσουν τις όποιες ιδιαιτερότητες είχε, σκυλεύοντας έναν νεκρό προς χάριν μιας φτηνής κι εφήμερης τηλεθέασης. Τόση κατάντια πια;

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

Yγρός χρόνος Ελένης Γκίκα - Έμαθα πως κυκλοφόρησε

Έμαθα πως κυκλοφόρησε το καινούριο βιβλίο της κ.Ελένης Γκίκα.

Όπως λέει η ίδια πρόκειται για:

Μια ιστορία για έναν άντρα που φοβόταν τις θύελλες, για μια γυναίκα που της έμελλε να φύγει, για μιαν άλλη που πέτρωσε περιμένοντας, για κείνη που όταν διαβάζει Ρεμπώ τον θυμάται, για την μεγάλη απούσα που όταν επιστρέφει είναι πάντοτε αργά. Για την Μεγάλη Τραγική που επικοινωνεί μαζί του και μετά θάνατον με «Υγρές Σελίδες». Τους συνδέει εξάλλου ένα κοινό παρελθόν- μυστικό.Διότι εντελώς ξαφνικά, μια μέρα με χειμωνιάτικη λιακάδα, ένας άντρας πνίγεται και πέντε γυναίκες θα χρειαστεί μέσα σε τρεις μέρες να ανασυναρμολογήσουν τον κόσμο. Μαζί με ένα παιδί, τον αστυνόμο κι εκείνον με το περίεργο σημάδι που είχε τρέλα με τις μηχανές.Ένα βιβλίο για τον φόβο και τις επιδιώξεις, για την επιθυμία και τις ενοχές, για τον έρωτα που καταστρέφει και την αγάπη που σώζει, για τον θάνατο που είναι και ο μεγάλος ερωτικός, για τα βιβλία που κρατούν τα κλειδιά και λύνουν το αίνιγμα. Για τους αναγνώστες που, όπως είπε ο Μπόρχες «είναι κύκνοι πιο μαύροι και πιο σπάνιοι κι απ’ τους καλούς συγγραφείς». Για τις επισφαλείς βεβαιότητες και τους νομοτελειακούς κανόνες ενός αβέβαιου, θαυμαστού κόσμου. Για αινιγματικές απαντήσεις σε αυτονόητες ερωτήσεις που δεν έγιναν ποτέ. Για την αλήθεια που είναι φως και φωτιά, αναλόγως….

Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε και εξακολουθεί να ζει στο Κορωπί. Με απιστία κάποιων χρόνων στην Αθήνα. Το μόνο που έμαθε σ’ αυτή τη ζωή (και που κάνει κέφι να κάνει) είναι να διαβάζει. Βιβλία, Μανιωδώς. Από δίψα γραφής έγραψε κιόλας: Μυθιστορήματα, ποίηση, διηγήματα, συνεντεύξεις, άρθρα και κριτικές σε περιοδικά κι εφημερίδες. Δημοσιογράφος είναι, ξεκίνησε από το «Αντί» και το «Φαντάζιο», όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό. Για δέκα χρόνια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στις Εικόνες. Και με αντικείμενο το βιβλίο πάντοτε, εδώ και 15 χρόνια, στο «Έθνος της Κυριακής». Έχει την επιμέλεια της νεοελληνικής σειράς στις εκδόσεις «Άγκυρα». Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές, δυο συλλογές με διηγήματα, εννιά μυθιστορήματα, έναν τόμο με συνεντεύξεις και ένα παραμύθι. O «Υγρός Χρόνος» είναι το δέκατο μυθιστόρημα.




Περιμένω με αγωνία να το διαβάσω.

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2008

Περί μεταρρύθμισης, γενικά

Μεταρρύθμιση θα πει, αν δεν κάνω λάθος, αλλαγή ρυθμού, ρότας και κατεύθυνσης. Μεταρρύθμιση θα πει αλλαγή στη νοοτροπία, τις δομές και τους θεσμούς για ν’ αρχίσει κάποτε να λειτουργεί αυτό το ρημαγμένο κράτος. Να υπηρετεί τον συναλλασσόμενο μαζί της η διαλυμένη και διαβρωμένη δημόσια διοίκηση. Να παταχθεί η γραφειοκρατία που μπλοκάρει τα πάντα, παραλύει κάθε υγιή προσπάθεια, εξουθενώνει τον πολίτη και τον οδηγεί σε κινήσεις απελπισίας και πράξεις ταπεινωτικές από το να φυλά, δηλαδή, κατουρημένες ποδιές μέχρι να δίνει μπαχτσίσι και φακελάκι για να ξεμπερδέψει.
Μεταρρύθμιση στη διοίκηση θα πει αποκέντρωση αρμοδιοτήτων με οικονομικούς πόρους και οργάνωση ώστε να μπορούν οι τοπικές κοινωνίες να ρυθμίζουν τα του οίκου τους. Μεταρρύθμιση στα σώματα ασφαλείας θα πει να αναδιοργανωθούν, να στελεχωθούν, να εξοπλιστούν κατάλληλα και να επικεντρωθούν στην εκτέλεση του καθήκοντος που η κοινωνία τούς έχει αναθέσει. Θα πει να έχουν παρουσία, ν’ αστυνομεύουν και να προστατεύουν τον πολίτη που, εντέλει, τους πληρώνει κι όχι τον κάθε βολεμένο μεγαλοδημοσιογράφο, τραγουδιστή, επιχειρηματία. Να μην φτάνει “επιτόπου” πάντα μετά, να τρέχει και να μη φτάνει.
Μεταρρύθμιση στην οικονομία θα πει αλλαγή του φορολογικού συστήματος για να επιβαρύνονται αναλογικά όλοι κι όχι οι συνήθως ύποπτοι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Θα πει ενίσχυση κάθε πρωτοβουλίας που οδηγεί στην ανάπτυξη, δημιουργεί πραγματικές θέσεις εργασίας και αυξάνει τα έσοδα. Θα πει περιορισμός στη σπατάλη, την αδιαφάνεια και τη ρεμούλα. Θα πει εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών που μοιάζουν με μαύρη τρύπα που όσοι φόροι κι αν προστεθούν τους καταπίνει κι όλο στο πλην βρισκόμαστε.
Μεταρρύθμιση, τέλος, θα πει νοοτροπία νέα που θα φέρει την εξυγίανση και την ανασυγκρότηση. Σίγουρα μεταρρύθμιση δεν είναι η καταλήστευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, η συνεχής επιβολή φόρων κι η ασυδοσία της αγοράς. Όπως δεν είναι η παραχώρηση, αντί πινακίου φακής, δημόσιας περιουσίας ούτε η εκχώρηση δικαιωμάτων και προνομίων σε λίγους εκλεκτούς διαπλεκόμενους ή μη. Συγχωρήστε με, αλλά το τελευταίο ο λαός μας το ονομάζει ξεπούλημα.
Μέρες τώρα παρακολουθούμε στο σήριαλ του ΟΤΕ την ανικανότητα (?) της κεντρικής διοίκησης και την αρπαχτική διάθεση του κ. Βγενόπουλου. Για το καλό μας, λέει, έδωσε η κυβέρνηση τον ΟΤΕ στους Γερμανούς. Ανίκανοι είμαστε, σαν να δήλωσε, να τον διευθύνουμε εμείς και πρέπει να μπούμε κάτω από την μπότα του Γερμανού για να μάθουμε. Και για να δικαιολογήσουν τ’ αδικαιολόγητα μας λένε πως κάνουν μεταρρυθμίσεις, τρομάρα τους!
Ακόμη δεν κουράζονται να μας υπενθυμίζουν πως το κακό ΠΑΣΟΚ ήταν αυτό που έδωσε στην ελεύθερη αγορά το 66% του Οργανισμού. Πιθανόν και να έχετε δίκιο, κύριοι. Σας διαφεύγει όμως πως και τότε διαφωνήσαμε με την πολιτική ξεπουλήματος που εφάρμοζε ο Σημίτης. Αλλά αυτός κρίθηκε. Τον καταδίκασε ο λαός, τον κλείδωσε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας και τον οδήγησε στη λησμονιά και την αφάνεια. Σας διαφεύγει πως ακόμη κι αυτός, στα πλαίσια της υποτιθέμενης «σταθεροποίησης και εκσυγχρονισμού της οικονομίας», δεν τόλμησε να δώσει το management, εφευρίσκοντας τον όρο της χρυσής μετοχής. Εσείς, γιατί το κάνατε; Αλήθεια, γιατί;
Συγκέντρωσε, μας λέτε, η ΜΙΓ το 20% του Οργανισμού και κάπως θα έπρεπε ν’ αντιδράσετε. Και δεν βρήκατε άλλον τρόπο; Αν δεν κάνω λάθος, το κράτος είναι εκείνο που ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού και ρυθμίζει τους νόμους της αγοράς. Ο σωστός επιχειρηματίας είναι υποχρεωμένος να ψάχνει τις ευκαιρίες και να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του συστήματος. Και στο σημείο αυτό ο κ. Βγενόπουλος αυτό έκανε και πολύ καλώς έπραξε. Εσείς, γιατί τον ακολουθήσατε; Σας την έφερε ο κ. ΜΙΓ; Σας έπιασε στον ύπνο, καθηγητάδες τρανούς, επικουρούμενους από πολυάνθρωπα επιτελεία, και βρέθηκε σε πλεονεκτική θέση; Κι εσείς, τον επιβραβεύσατε πριμοδοτώντας το ποσοστό του με τη διοίκηση του ΟΤΕ, επιτρέποντάς του να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος και να πουλήσει το πακέτο του στα 26 ευρώ τη στιγμή που η μετοχή του Οργανισμού στο Χρηματιστήριο δεν ξεπερνούσε τα 20 ευρώ; Αν είναι έτσι, καλά κάνει και επαίρεται ο κ. Βγενόπουλος. Στη χώρα του αλαλούμ, το δίκαιο του ισχυρού είναι αυτό που επικρατεί κι αυτός αισθάνεται ισχυρότατος.
Αν δεν είναι έτσι, γιατί δεν του τραβάτε τα λουριά; Μήπως τον ισχυροποιήσατε εσείς; Μήπως εσείς τον οπλίσατε με θράσος τόσο ώστε να φτάνει να ειρωνεύεται, να απειλεί, να μηνύει πολιτικούς αρχηγούς και να εκβιάζει προκλητικά τους όποιους δημοκρατικούς θεσμούς έχουν απομείνει σ’ αυτή τη χώρα; Ποιος θα μας προστατέψει, τελικά, απ’ αυτόν τον κύριο που η αλαζονεία του προκαλεί; Πώς σκοπεύετε ν’ αντιδράσετε; Και μη μου πείτε πως δεν υπάρχει τρόπος.
Έλεγξε, για παράδειγμα, ποτέ κανείς τον βίο και τη πολιτεία του; Τα οικονομικά και τα πόθεν έσχες του; Την επιχειρηματική του δραστηριότητα; Τις ιδρύσεις των εταιρειών του και τον τρόπο εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο; Τις συνεχείς συγχωνεύσεις, τα αλλεπάλληλα split και reverse-split των μετοχών του; Τις γιγαντιαίες αυξήσεις κεφαλαίων, τις εξαγορές σ’ ένα ευρύτατο φάσμα, που σαν αποτέλεσμα είχαν μέσα σε ελάχιστα χρόνια να προβάλει σαν την πιο μεγάλη, την πιο ισχυρή και την περισσότερο επιθετική οικονομική δύναμη του τόπου και όχι μόνο; Αυτός έτσι κι αλλιώς διέβη τον Ρουβίκωνα. Εσείς, τι κάνετε;

Σάββατο, Μαΐου 17, 2008

Δι’ ασήμαντον αφορμήν

Πάλι φονικό στο Ρέθυμνο. Πάλι ανθρώπινο αίμα έβαψε τα στενοσόκακα της πάλαι ποτέ πόλης των γραμμάτων. Της πόλης της φιλοξενίας, του φιλότιμου και της παλικαροσύνης. Όχι, δεν ξέπλυναν τιμή μ’ αυτή την πράξη. Ούτε υπερασπίστηκαν οικογένειες κι ιδανικά. Το αίμα ενός νέου, ενός τριτοετή φοιτητή του πανεπιστημίου, ήταν αυτό που χύθηκε δι’ ασήμαντον αφορμήν. Επειδή κάποιος έτσι γούσταρε. Θεώρησα πως με πρόσβαλες, σε σκότωσα! Τόσο απλά. Τόσο εύκολα. Στο κέντρο της πόλης, παρουσία κόσμου ικανού. Λες κι ήταν η πρώτη φορά!
Ζούγκλα γίναμε. Κακοί, επιθετικοί κι αφιλόξενοι. Τραμπούκοι και ψευτοτσαμπουκάδες. Ατομιστές έτοιμοι να φτάσουμε στα άκρα για να περάσει το δικό μας. Δεν προσέχουμε τον διπλανό κι ούτε σεβόμαστε κανέναν. Οδηγούμε όπως μας αρέσει, παρκάρουμε όπου θέλουμε, βρωμίζουμε την πόλη, ψάχνουμε την ευκαιρία να πάρουμε τη σειρά του άλλου και πασχίζουμε πώς να τον ξεγελάσουμε. Να επιβιώσουμε εμείς κι ασ’ τους άλλους να κουρεύονται.
Πώς φτάσαμε ως εδώ; Χάσαμε το μέτρο, την ανθρωπιά και την αξιοπρέπειά μας; Καταντήσαμε ζώα άλογα που καθοδηγούνται μόνο από το ένστικτο ή είναι σημεία των καιρών; Στην εποχή του «άρπαξε να φας και κλέψε να ’χεις», όλα είναι πιθανά. Στο ξεφτιλισμένο κράτος που ζούμε, μ’ αυτούς τους διεφθαρμένους που μας κυβερνούν και λίγα κάνουμε. Όταν θεός είναι το χρήμα, όταν εξουσιάζει τα πάντα ο υπόκοσμος της νύχτας, όταν ρίχνουμε τα παιδιά μας βορά στα μπαράκια που ξεχειλίζουν από ναρκωτικά, και λίγα παθαίνουμε.
Αλλοτριώθηκε αυτή η πόλη; Πέθανε; Δεν μπορώ ν’ απαντήσω με σιγουριά. Αλώθηκε όμως. Από τους θρασείς με τα θηριώδη 4Χ4, τους μαυροπουκαμισάδες, τους ψευτοκαπεταναίους και τους εμπόρους του θανάτου. Που αλωνίζουν ασύδωτοι, που εκβιάζουν, τρομοκρατούν και δολοφονούν από μαγκιά για ψύλλου πήδημα. Που προστατεύονται από τους ισχυρούς κι εκμεταλλεύονται τη διάλυση του κρατικού μηχανισμού, την ανυπαρξία της αστυνομίας που ενώ το έργο της είναι η προστασία του πολίτη, περιέργως πως, είναι πάντοτε απούσα και την ελαστικότητα της δικαιοσύνης που μειώνει ποινές, αναστέλλει και εν τέλει ελευθερώνει στυγνούς εγκληματίες.
Έσβησε η ελπίδα; Σίγουρα όχι. Απλά οι πολλοί, οι σωστοί, έχουν κλειστεί στο καβούκι τους κι αφήνουν τους λίγους να τους διαφεντεύουν. Είναι ανάγκη να δραστηριοποιηθούμε προτού να είναι πάρα πολύ αργά. Οι πνευματικοί άνθρωποι, οι φιλήσυχοι επαγγελματίες, οι οικογενειάρχες, τα σωματεία, η αυτοδιοίκηση, τα μέσα επικοινωνίας. Όλοι μαζί. Έχουμε χρέος να κινητοποιηθούμε και να υψώσουμε ασπίδα προστασίας. Να εξαναγκάσουμε τους ιθύνοντες να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα και να αποβάλουν τα καρκινώματα που έχουν εισβάλει στον ανυπεράσπιστο ιστό αυτής της πόλης. Το πρώτο όμως που οφείλουμε να κάνουμε είναι να τους απομονώσουμε εμείς οι ίδιοι. Να αρνηθούμε να συνομιλήσουμε μαζί τους. Να περιφρονήσουμε τα χρήματά τους. Να πάψουμε να τους προσφέρουμε υπηρεσίες. Να τους κάνουμε να αισθανθούν παρείσακτοι, απόβλητοι αυτής της κοινωνίας που μάχεται καθημερινά πώς να τα βγάλει πέρα. Να τους αγριέψουμε εν ανάγκη, να τους κυνηγήσουμε. Έχουμε τη δύναμη. Βάρβαρους κατακτητές αντιμετωπίσαμε με επιτυχία, αυτούς θα φοβηθούμε; Διαφορετικά….
Φονικό έγινε πάλι στο Ρέθυμνο, δι’ ασήμαντον αφορμήν, με θύμα έναν νέο άνθρωπο. Δεν θέλω να σκέφτομαι τη μάνα του. Ανατριχιάζω στη σκέψη και μόνο πώς το ’μαθε. Ο γιος της, το καμάρι της, σκοτωμένο χωρίς λόγο. Θα ξυπνήσουμε προτού να είναι πολύ αργά ή θα κλαψουρίζουμε ξανά τον επόμενο σκοτωμένο δι’ ασήμαντον αφορμήν;

Τρίτη, Απριλίου 29, 2008

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ την κ. ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ


ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΤΗΝ κ. ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ στο Πασχαλιάτικο ¨ΕΘΝΟΣ ΑΟΥΤ" στις ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, το βιβλίο μου



Τετάρτη, Απριλίου 23, 2008

ΕΥΧΕΣ

ΛΑΜΠΑΔΑ ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΗ
ΜΕ Τ' ΑΓΙΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΦΕΓΓΕΙ
ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
ΛΙΩΝΕΙ, ΚΙ ΕΥΧΕΣ ΣΟΥ ΣΤΕΛΝΕΙ.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

Τρίτη, Απριλίου 15, 2008

Η ΛΑHΝΑ

(Διήγημα)

Ξέσκολα και δεν εμπορούσαν’ ακόμη να το χωνέψουνε πως αποκάμαν’ οι φαοπιοτούρες και τα γλεντοκόπια. Επεράσανε τα Χριστούγεννα και τ’ Αγιού Βασιλιού, εφύγανε και τα Φώτα. Κανονικά εδά, ήτανε ώρα μπλιο να γιαγύρει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Εύκολο ήταν’ όμως απού ’χανε κακομάθει στο καθισό και στα φαγοπότια; Και δεν είχανε κι άδικο εδώ που τα λέμεν’ ούλα. Εκόντεψενε να τσι ξεβγάλει το σαραντάημερο με την πείνα και τσι νήστειες. Όϊ λέω κι είχανε φαωμένα κουκορόβυθα, κολοκύθες γιαχνιστές, ψαροκόλυβα και λαχαντούρες! Και μη μπα να θαρρείτε ’δα πως ήτονε και πολλά θρήσκοι; Απ’ ανάγκη τα κάναν’ ούλα. Ολάδειανο το σπίτι, το σταυρό των εκάναν’ απού τα βρίχνανε και τούτανά. Κι ίντα άλλο των απόμενε; Αν επίνανε κιανένα κρασί κι ο κόσμος ούλος κι απανούλος. Μα και το κρασάκι, κι αυτό το παντέρμο με το ζόρε εκατέβαινενε κάτω σαν είχενε για μεζέ μόνο βρεχτοκούκια κι ελές κολυμπάδες. Κι ο χειμώνας, ο λυσάρης, να μην απαλεύγεται στον Κάμπο. Κρυγιώτη και τω γονέω απού λένε. Ένας τζιγκροβορές να παγώνει τα σύμπαντα κι ένας γιαλός να μανίζει και να βρουχάται και να καταχτυπά στα χαράκια από κάτω από το χωράφι.
Πότες πότες τ’ αποφάσιζεν’ ο Πολιός κι εκουκλώνουντονε τη μαντύα τη στρατιωτική κι απόσων’ ίσαμε το γυρογιάλι. Μιαν αματέ ήθελενε να ρίξει, να ελέγξει δηλαδή αν έβγαλενε πράμα η θάλασσα, κιαμιά τάβλα, κιανένα μπουκάλι, ξύλα για το τζάκι, πράμα να ’τονε κι ό,τι θέλει ας ήτονε. Χρειαζούμενο θα ’τανε στα σίγουρα για το μαγαζί ή για το σπίτι. Μα εδά και μέρες δεν τον άφηνεν’ ο γιαλός να κατεβεί από το χωράφι του και κάτω. Παρμένη είχεν’ ούλη την άμμο κι εκαταχτύπανε στο γύρο κι ήτονε, ανάθεμά με, ένα μπόι στο βάθος το νερό κι ακόμη πλια πολύ. Βοριάς στεγνός να παίρνει τσι πέτρες και να κρατά σφαλισμένους στα σπίτια κι οζά κι αθρώπους. Κι όσοι είχανε καωμένη την κουμεδιά τους κι είχαν’ αναμαζωμένα ξύλα κι αποθηκιασμένα φαγώσιμα κατιτίς εγίνουντονε, τσ’ άλλους κλάψε τσι κι απόκλαψέ τσι.
-Ανάθεμά με κι α’ δέ με πάρει κι εμένα , εμουρμούρισεν’ ο Πολιός μόλις τον εκούκλωσ’ η αρμύρα κι ένοιωσενε την αψάδα τού γιαλού από το κύμα που έσκασεν’ από κάτω του, στο γύρο. Ανασήκωσεν’ ίσαμ’ απάνω τσι γιακάδες τση χλαίνης για να του σκεπάζουνε τ’ αυτιά και με ζάλο γοργό εχώθηκενε στο καφενείο. Δεν ήτανε ’δά και κιανείς θεωρητικός ο Πολιός. Κοντούλης κι αδύναμος, ζήτημα να ’τανε πενήντα με πενήντα πέντε οκάδες με τα ρούχα μαζί. Εξηντάριζενε κιόλας, έ, ήτονε να μη φοβάται; Σαν εμπήκενε στο καφενείο, έβγαλενε τη μαντύα και την ετίναξε για να φύγουν οι σκόνες και τα ριπίδια τα ξερά από τ’ αρμυρίκια, απού ’τανε κολλημένα απάνω τζη κι ύστερα την εκρέμασενε σε μια μπρόκα στον τοίχο τού μαγαζού κοντά στο τζάκι. Σαν εξεμπέρδεψενε κι από τούτονά, επήρενε να σιάζει τα ξύλα στην παραστιά. Άθρωπος γεννημένος δεν είχενε φανεί από το πρωί. Και πού να φανεί δηλαδή μέσα στο καταχείμωνο και μ’ ετσά τσίκνα στον Κάμπο! Άλλα σπίτια δεν υπήρχανε τριγύρω όξω από το δικό του, οι χωριανοί δεν είχανε κατηφορίσει στον Κάμπο, αρέ και πού να περάσει κιανένα φορτηγό από το δρόμο κι αυτό πάλι εβιάζουντονε πρέπος και δεν έλεγενε να σταλάρει.
Μόνο το καλοκαίρι την είχενε καλά ο Πολιός. Άντε και την άνοιξη απού κατεβαίναν’ οι χωριανοί και φυτεύανε τα μποστάνια κι ύστερα εστένανε και τσι καλύβες κι εγέμιζεν’ ο Κάμπος. Ετότεσάς να θώριες χαρές και μεγαλεία! Δεν επρολάβαινενε να μπαινοβγαίνει από τ’ αυλιδάκι με τσι μεγάλες μουρνές στο καφενείο και ν’ αντιγιαέρνει οπίσω με τσι παραγγελίες.
-Εκοριζάσετε μωρέ σήμερο του νερού; τως είχενε πει μιαν ημέρα που τον είχανε τροζαμένο να κουβαλεί στο δίσκο τσι γαζόζες και στσι κανάτες το νερό.
-Κουκιά ματσιστά μού πέψανε, μωρέ Πολιό, από το χωριό, έψησα και μια φρίσα, κάνει και κάψα, έ, εδίψασα, του δικαιολογήθηκεν’ ο Φασουλομιχάλης απού θα ’χενε πιωμένες, άτιμος να ’μαι, ίσαμε τέσσερις με πέντε γαζόζες κι ένα γαζοντενεκέ νερό από πάνω. Ετούτανά κι άλλα πολλά αναστορούντονε και τσιμογέλαν’ αμοναχός του.
Μα σήμερο, δεν είχεν’ εμφανιστεί άθρωπος γεννημένος κι ο Πολιός άκουενε το Θεό του ν’ ανάβει. «Ένας άθρωπος μωρέ να φανεί», εσκέφτουντονε, «ετσά για δείγμα». Να τονε πειράξει, να ψευτομαλώσουνε, να του περάσει η φούρκα. Δεν την εμπόριεν’ αυτός τη μοναξά. Σαν εξεσκάλισενε καλά καλά το τζάκι, επέρασεν’, ως το ’χενε συνήθιο, στη μέση του μια μεγάλη φαντή πετσέτα, κόκκινη με άσπρα σπιτάκια που την εφόριενε για ποδιά, έθεκενε στον ώμον του άλλη μια, άνοιξενε την πόρτα κι εμπήκενε στην κουζίνα, στο παράσπιτο, απού μαγείρευεν’ η γυναίκα του.
-Ίντα ψήνεις μπρε; την ερώτηξεν’ ετσά για να πει πράμα.
-Ροβύθια βράζω, τ’ αποκρίθηκενε καλόχαρη η Πολυδώραινα.
-Κι έχεις μπάρε μου και κιαμιά ρέγγα;
-Κακό και κακοντόπαθα. Σαρακοστή και Παρασκεβιάτικο, μουδέ λάδι δεν τρώνε σήμερο κακονίζικο. Μα κάμε ’δά υπομονή ως ταχιά κι αύριο που ’ναι παραμονή θα σφάξομενε το χοίρο.
-’Ντα να ’χω θέλει αντοχή ως τα τοτεσάς απού κόλλησεν’ η κοιλιά μου στη πλάτη μου από την πείνα;
-Κι αντοχή κι απαντοχή! Δεν το θωρείς πως επεράσαν’ οι μέρες με τη βοήθεια τού Θεού, μεγάλη ’ν’ η Χάρη Του;
Εστραβομουτσούνιασεν’ ο Πολιός, μα σαν αντιλήφθηκενε τσι θυγατέρες του απού τον εξανοίγανε και κρυφογελούσανε, «ώρες είναι να με πάρουνε και στο ψιλό», εσυλλογίστηνε κι επήρενε τα μπρος οπίσω και ξαναγιάηρε στο μαγαζί. Πάλι καλά που του ’χενε κόψει και το ’χενε χτισμένο το καφενείο στον Κάμπο. Απάνω στο δρόμο ήτονε, καλό το πέρασμα, έκανενε δουλίτσα τον πλια καιρό. Κολλητά στο καφενεδάκι είχενε χτισμένο το κουζινάκι, ένα δωματιάκι, και πλια κάτω τον απόπατο. Υπολόγιζενε πως ανέ ντου πάει καλά η δουλειά το καλοκαίρι, ’θελα χτίσει άλλο ένα δωμάτιο να ξεχωρίσει τουλάιστο από τσι θυγατέρες του που δεν εμπόριενε τη νύχτα μουδέ να κλάσει χωρίς να τονε πάρουνε χαμπάρι.
Αξάφνου του φάνηκενε κι άκουσενε βρούχος παράξενο από το δρόμο και πριχού προλάβεις να το σκεφτείς, είχενε βρεθεί καταμεσής του δρόμου. Δεν τον είχανε γελασμένο τ’ αυτιά του. Το τρίκυκλο τού Τζαγκαρογιώργη, του πλανόδιου έμπορα, ήτονε που είχεν’ εμφανιστεί. Από τη μιαν άκρα του δρόμου επήγαινεν’ εις την άλλη, στην κάθε ριπή τ’ ανέμου. Και με τα δυο ντου χέρια αντισκάρωνενε το τιμόνι για να μην τονε πάρει και τον ίδιο και του διαόλου το εργαλείο π’ οδήγανε. Εζορίζουντονε κι ασκοφύσαν’ ωσάν τη φυσικτήρα, μα έκανεν’ υπομονή να προσπεράσει τον Κάμπο και να πιάσει του Σταυρωμένου απού ’κοβενε λιγάκι και ν’ αντιδείρει τον Καρνατζέ. Στο ζόρε του το μεγάλο, επήρενε τ’ αμάτι του τον Πολιό στη μέση τού δρόμου να χοροπηδά σαν τον τροζό και να του κάνει νοήματα με τα χέρια.
-Νιιιααά λαπόρδα, αγγελαμόκωλε, εσυνέχισενε να φωνιάζει ο Πολιός μόλις εκατάλαβενε ποιος είναι κι εκούνιενε πέρα δώθε την πετσέτα απού ’χεν’ ακουμπισμένη πρωτύτερα στον ώμο του, για να τον αναγκάσει να σταματήσει.
-Να μωρέ, τ’ αποκρίθηκεν’ αυτός και του ’δωκενε πέντε φάσκελα. Ως απόλαρεν’ όμως τη χέρα ντου για να σφακελώσει τον Πολιό, του ’φυγενε κι η μηχανή κι έβρηκεν’ ο μπροστινός τση τροχός αέρα κι έδωκεν’ εις τη βάγκα. Εκόντεψενε να ντουμπάρει το σαράβαλο και να τονε πλακώσει, μα ’ταν’ ανάβαθη η βάγκα και την εγλίτωσε. Με την ψυχή στο στόμα επόρισεν’ όξω ο Τζαγκαρογιώργης κι εκοπανιούντονε. «Στον Πρίνο ήθελα να πάω, μωρέ γαμαρισμένε, να φορτώσω μια ολιά καρπό, μα μου ’λαχες στο ζάλο κι ατσιπόδιασές με. Άσε τα γέλια κι έλα να βγάλομεν’ εδά τη μηχανή στο δρόμο, γιατί θα πιάσω τη μαναβέλα και θα σ’ ανοίξω την παντέρμη σου στη μέση».
-Δεν το κουνείς από ’παέ α’ δε πιούμενε τουλάιστο μια, εκατάφερενε κι είπεν’ του ο Πολιός απού κόντευενε να κατουρηθεί από τα γέλια.
-Άντε μπάρε μου και μην ξαργείς, εσυμφώνησεν’ ο Τζαγκαρογιώργης απού εγύρεβγεν’ αιτία.
Ομπρός ο Πολιός, οπίσω ο Τζαγκαρογιώργης, εμπήκανε στο μαγαζί. Άρπαξεν’ ο Πολιός το ρακομπούκαλο κι ετίγκαρενε τα ποτήρια. «Εβίβα» ο ένας, «εβίβα» ο άλλος, «εδά κερνώ εγώ», «έφταξεν’ η σειρά μου», εγενήκανε καζίκι στο μεθύσι. Εκειά, στον καναπέ τού μαγαζού εγύρανε κι εκειά τσι βρήκενε το ξημέρωμα παραμονή τω Χριστουγέννω.
-Σήκω να βάλεις μια ρακή να ξεμεθύσομενε κι έχομενε και δουλειές σήμερο, του φώναξενε στ’ αποδιαφώτισμα τση μέρας ο Τζαγκαρογιώργης.
Μέχρι να πιούνε τη ρακή, έβρασενε κι ο καφές απού ’χενε στεμένο στη χόβολη κι ωστόσο να σου και το Γιώργη, τον αδερφό τού Πολιού απού ’ρθενε με το μουλάρι κι είχενε κρεμασμένα στα σκαρβέλια τα τζεγκέλια και τα χασαπομάχαιρα για να σφάξουνε του Πολιού το χοίρο. Ηθέλανε δεν ηθέλανε, επαραιτήσανε τσι ρακές κι επιάσανε τη δουλειά. Εστέσανε στο μπουγαδοτσίκαλο το νερό να βράσει κι εθέκανε κάτω το χοίρο.
Πριχού το μεσημέρι τον είχανε κάμει κούπα. Μαδημένος και κάτασπρος μ’ ένα λεμόνι στο στόμα εκρέμουντον’ από τα μεσοδόκια ο χοίρος τού Πολιού, ζυγιασμένος και ταχτοποιημένος. Δεν ήτονε και πολλά μεγάλος. Μούδε και μικιό όμως δεν εμπόριες να τονε πεις. Εξήντα οκτώ οκάδες ήτονε, ξέχωρα οι κοιλιές και τα σκώτια.
-Ξεχώρισέ μου ’δά την κεφαλή και κόψε και δυο τρεις οκάδες από τσι ποδιές να κάμομ’ ένα μεζέ, είπεν’ ο Πολιός τ’ αδερφού ντου, σαν τον είδενε πως εσκούπιζενε τα χέρια ντου στην ποδιά.
-Μη μου πεις πως θα γαμαρίσετε σήμερο μέρα που ’ναι, εμπήκενε στη μέση τρομοκρατημένη ο Πολυδώραινα, «γιατί θ’ αδικοθανατίσω».
-Σώπα, μπρε γυναίκα και για τη σούπα την πρωινή σού τα ξεχωρίζω, τσ’ αποκρίθην’ ο Πολιός.
-Είπα κι εγώ!
-Αντέστε ’δά να πιούμενε μια κι εστράβωσεν’ η μπούκα μου, είπεν’ ο Τζαγκαρογιώργης, απού ’χενε ξεχασμένο και τον καρπό πού ’θελ’ αγοράσει και το τρίκυκλο απού ’τονε μισό στη βάγκα γερμένο και μισό στο δρόμο.
-Αφήστε τσι ρακές κατά μέρος κι ακλουθάτε μου στο χωριό να σφάξομε και τον εδικό μου χοίρο, το ξέκοψεν’ ο Γιώργης, απού δεν εσήκωνενε και πολλά πολλά.
Εξάνοιξεν’ ο γεις τον άλλο, με τα μάθια τα συφωνήσανε, εξεπλύνανε μια ολιά τα χέρια τως κι επήρανε το δρόμο. Καλά τα περάσαν’ από ’κεια κι ύστερα. Δεν τσι ξανάδεν’ η Πολυδώραινα παρά βραδιασμένα την άλλη το βράδυ, ανήμερα τω Χριστουγέννω. Μπορεί και να ’τανε δεκαπέντε νομάτοι. Τύφλα στο μεθύσι κι εβοήθαν’ ο ένας τον άλλο για να τα καταφέρουνε και ν’ αποσώσουνε στον Κάμπο, στου Πολιού το σπίτι.
-Βάλε μπρε να τηγανίσεις το σκώτι, να πιούμενε μιαν κρασέ, εφώναζεν’ ο Πολιός τση γυναίκας του από τα πρι να μπούνε στο καφενείο.
-Εδά σου το ’χω φυλαμένο, μονό περίμενε. Έβαλά το ’γώ και το φοβέρισα να το ’χω έτοιμο για τσ’ οματές. Μα ’χω βραστό, και σασε τηγανίζω κι άλλο ανέ θέτε, τ’ αποκρίθηκενε κι αμέσως, «καλώς και καλώς ορίσετε, κοπιάστε», έκαμενε καλόρεξη στην παρέα απού ’στεκενε και την επαρακολούθιε.
***
Κοντά δεκαπέντε μέρες έκαμενε να ξαναδεί κανονικά στο σπίτι η Πολυδώραινα τον άντρα τζη. Αυτοί είχανε σμίξει παρέα διαολοπαράξενη στο χωριό και πιάνανε τα σπίτια με τη σειρά. Όπου κι αν εβραδιάζουντονε εκειά εξημερώνουντονε κιόλας κι άντε πάλι από την άκρα. Είχανε πάει και πεντέξε φορές στο αναμεταξύ στον Κάμπο ορεξάτοι κι ολομέθυστοι, αλλά πού νους για δουλειά ή για τσ’ έγνοιες τού σπιτιού και τ’ αποδέλοιπα.
***
Επεράσαν’ οι εορτές, εφάγανε και τσι χοίρους. Μόνο κάτι κομμάτια απού ’χανε χωσμένα οι γυναίκες στα κουρούπια με μπόλικα μυρωδικά και ξύδι είχαν’ απομείνει και κάτι σίγλινα, μα αυτά δεν τα βγάνανε με την όρεξήν τονε, γιατί τα θέλανε να ’χουνε και κιαμιά μπουκιά κρέας πότε πότε τον αποδέλοιπο καιρό.
Αποκάμαν’ οι σκολάδες, αναγκαστικά αραιώσανε κι οι παρέες αφού δεν εβρίχνανε μπλιο εύκολη δικαιολογία. Ήτανε κι ο Πολιός απού ’τανε ανατζούμπαλος και ζημιάρης και μόλις εμέθιενε έσπαγεν’ ό,τι ’βρισκενε στο σπίτι ξένο ήτονε γή δικό του, διάκριση δεν έκανενε. Αρχίξαν’ οι γυναίκες και δεν τζι ’θωρούσανε με καλόν αμάτι. Με το ζόρε τσι βάναν’ εις το σπίτι και με μισό αχείλι τσ’ αποδέχουντονε. Ως κι α’ δεν ηθέλανε να το πάρουν’ απόφαση, εκαταλαβαίνανε πως έφταξενε το τέλος και δεν είχαν’ εδά ν’ ανημένουνε παρά τσ’ Αποκρές και τα Λαμπρόσκολα πάλι. Μόνο ο Πολιός δεν εμπόριενε να το χωνέψει κι ελόγιαζενε πώς θα τηνε περάσει πάλι αμοναχός στον Κάμπο ’σαμε να φτάξουν’ οι Αποκρές τουλάιστο. Κι εκειά απ’ άκουγενε να σκάσει, «απόκαμεν’ ο γιαλός», εσκέφτουντονε, έφταξενε στ’ αυτιά του το σούσουρο για το «Βάστα κι Έλα». Ούλο το χωριό το θώριεν’ ανάστατο. Στον πόδα που λένε ήτανε, για να ’ναι έτοιμοι το πρωί. Θα με ρωτήξετε ’δα κι εσείς και δικαιολογημένα, ίντα πράμα είναι πάλι τούτονά; Ένα εκκλησάκι, ξωκλήσι ήτανε λέει, απάνω από την Αγιά Τριγιάδα, τ’ Αγ’ Αντωνιού.
Ο Πολιός δεν ήτον’ αυτός θρήσκος. Εδώ δεν επήγαινενε καλά καλά στην εκκλησία τού χωριού, τα ξωκλήσα θα ’πιανενε; Κι όντεν του μουρμούριζενε κιαμιά φορά η Πολυδώραινα να πάνε κι αυτοί σαν και τσ’ άλλους τσ’ αθρώπους, «κι ίντα ’μαι ’γω, ο Πιατούλιος είμαι να κυνηγώ τσ’ εκκλησίες;» την απόπαιρνενε. Μ’ απόψε στο χωριό είδενε τσ’ ετοιμασίες τω γυναικώ κι εζήλεψενε, «σήκω μωρέ να πάμενε κι εμείς», του ’πενε κι ο αδερφός του και το ξανασκέφτηκενε το πράμα. «Πού να πάμε;» τον είχενε ξαναρωτήξει. «Στον Άι Αντώνη στο «Βάστα κι Έλα». Χαράματα θα σηκωθούμενε, φαγιά, μεζέδες και ρακόκρασα θα ’χομενε, μια χαρά θα τηνε περάσομε». «Καινούρια μόδα είναι τουτηνά;» εσυνέχιζενε το βιολί του ο Πολιός. «Ίντα λες μωρέ; Από ’ντεν’ εστάθηκεν’ ο ντουνιάς πάει ο κόσμος στον Άγι’ Αντώνη.
Σιγά απού ’θελενε παρακάλια περίσα ο Πολιός. Σου λέει τεμπελίκι θα ’χομενε, μιαν εγδρομούλα θα κάμομε, θα ’χομενε και φαοπιοτούρα, μια χαρά θα τηνε περάσομε. Έβαλενε το δρόμο μπροστά του φουριόζος κι εκατηφόρισενε στον Κάμπο.
-Μπρε συ, δεν ετοιμάζεσαι να πάμενε στο «Βάστα κι ΄Ελα» το πρωί; είπενε τση Πολυδώραινας μόλις εμπήκενε στο σπίτι.
Έκαμεν’ αυτή το σταυρό τζη, «τα ύστερα του κόσμου», εσκέφτηκενε, να τση γυρέψει ο Πολύδωρος να πάνε σ’ εκκλησία! μα δεν είπενε και πράμα. «Καπριτσάρης είναι, πολύ το ’χει να το μεταγνώσει;» εξανασκέφτηκενε και δεν έβγαλεν’ άχνα. Κι ο Θεός το κατέχει πόσο το ’θελεν’ η κακομοίρα να πάει κι αυτή. Από μική, κοριτσάκι ασχημάτιστο κι απονήρευτο, είχενε να πάει. Από τοτεσάς που ακλούθιενε τω γονέω τζη και των άλλω χωριανώ κι επήγανε στο πανηγύρι. Εβουρκώσανε τα μάθια τζη κι άρχιξενε χαρούμενη τσ’ ετοιμασίες. Έβγαλενε καμπόσες μπριτζόλες από το ξύδι, έδεσενε σε μια πετσέτα ολάκαιρο ένα ψωμί κι έβαλενε σ’ άλλες ελές και τυρί κι ετοίμασενε το βουργιάλι. Εγέμισεν’ ένα φλασκί κρασί κι άλλο ένα με ρακή κι επήγενε κι έθεκενε νωρίς εις το κρεβάτι.
Ούλη τη νύχτα ετριμυχούντον’ ο Πολιός κι εσηκώθηκενε δυο τρεις φορές δήθεν προς νερού του, μ’ αυτός εξάνοιγενε τον ουρανό για να υπολογίσει την ώρα. Είχενε μια ξαστεριά που του ’παιρνενε τα λογικά. Είχενε κόψει κι ο αέρας. Η θάλασσα μόνο εχτύπαν’ ακόμη αποκάτω στα χαράκια, μα μέχρι τ’ απόγεμα έδειχνενε πως θα ’χενε πέσει κι αυτή. Κι ύστερα από τόση ταραχή θα ’χενε βγαρμένα και του κόσμου τα πράματα. Την τελευταία φορά δεν άντεξεν’ άλλο. Θα ’θελεν’ ακόμη δυο ώρες να ξημερώσει οντέν’ εσηκώθηνε κι άρχιξενε να ντύνεται.
-Έναν καφέ θα ετοιμάσω να ξεξυπνήσω, είπενε τση γυναίκας του που τον εξάνοιγεν’ αμίλητη.
-Για τ’ όνομα τ’ Αγίου κάμε, μια τζη μιας απού θα πάμενε στη χάρην Του κάμε κράτει να πιεις μια σταλέ αγίασμα κι απόκειας κάμε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός.
Άλλην έγνοια δεν είχεν’ ο Πολιός. Έχε χάρη όμως απού δεν είχεν’ όρεξη για πρωινή μουρμούρα κι ετσά, τση το ’καμενε το χατίρι. Εβγήκεν’ όξω κι έστρωσενε το γάιδαρο. Επήρενε και το μακάτι το κόκκινο που του ’δωκεν’ η Πολυδώραινα και τ’ ομορφόστρωσενε στο σωμάρι και στην καπούλα τού γαϊδάρου. Εκρέμασενε στο ’να σκαρβέλι το βουργιάλι με τα φαγώσιμα και στ’ άλλο τη βούργια με τα φλασκιά τού κρασού και τση ρακής. Εβάστηξενε τα χαλινάρια ν’ ανεβεί στο σωμάρι η Πολυδώραινα, έκατσενε κι αυτός στην καπούλα, έκαμεν’ από συνήθειο το σταυρό του κι εξεκινήσανε. Παρά πίσω ακλουθούσανε με τα πόδια κι οι δυο ντου θυγατέρες. Ετραβήξανε δυτικά ίσαμε τη διασταύρωση τση Πηγής κι ύστερα επήρανε ν’ ανεβαίνουνε το χωριό. Επεράσαν’ από μέσα από το χωριό κι όντεν’ εκοντοφτάνανε στ’ Άδελε, εκόψανε νοτικά κι επήρανε το δρόμο τσ’ Αγιάς Τριάδας. Οντέν’ αποδιαφώτανε μπλιο η μέρα εφτάξανε στο εκκλησάκι. Κόσμο και ντουνιά είδανε μαζωμένο. Οι άντρες είχαν’ ανάψει κιόλας φωτιές κι εψήνανε τα κρέατα. Μια τσίκνα έβγαινενε κι εμπερδεύουντονε με την πρωινή άχνη κι εμοσκομύριζεν’ ο τόπος. Ετρέξανε τα σάλια τού Πολιού, μα ’πήρενε χαμπάρι την Πολυδώραινα που τον αγριομάτιαζε και τον έσερνε κι επήγενε κι εστάθηκενε στην ορά για τ’ αγίασμα. Μάνι μάνι, μια γουλέ ήπιενε, ετσά για του κόσμου τ’ αμάθια και φουριόζος επήγενε κι έσμιξενε με τσ’ άλλους.
Ανάμεσα στσ’ εβίβες, έριξενε και μιαν αματέ στον τόπο. Του άρεσενε. Παραχωστό ήτονε. Γύρω γύρω λόφοι, στο σύνορο που αποκάναν’ οι ελές κι άρχιζεν’ η χαλέπα κι εκειά στην πλαγιά απάνω από τον ποταμό χαμηλοτάβανη, ίσα να φαίνεται, ήταν’ η εκκλησία. Χάλασμα. Χαλάσματα και γύρω τριγύρω κι ερείπια. Μοναστήρι ήτανε του είπανε, παλιά, τ’ Αγίου Αθανασίου, κι εκειά εβρίχνανε καταφύγιο οι πρώτοι χριστιανοί. Το ύστερο εγκαταλείφτηκενε, κιανείς δεν εκάτεχενε το πώς κι εχάλασενε. Στα 1750 λέει, το ξαναστήσανε. Επαρασάξανε ολίγο και το εκκλησάκι και το ’πανε τ’ Αγι’ Αντωνιού.
Δεν επολυσκοτίστην’ ο Πολιός μουδέ για τα ιστορικά, μουδέ για τσι θρησκείες. Αυτός εσίμωσενε των αθρώπω κι άρπαξενε με λαχτάρα την κούπα το κρασί απού του δίνανε.
-Εβίβα Πολιό και του χρόνου!
-Βοήθειά σας! Ξεμέθυστος ήτον’ ακόμη κι εκράθιενε και τσι τύπους βλέπεις.
***
Βραδάκι στο χωριό. Οι χωριανοί οι πλια πολλοί είχανε γιαγύρει από νωρίς από το «Βάστα κι Έλα». Οι γυναίκες εκάνανε τσι δουλιές τού σπιτιού κι εξανοίγανε να μαγερέψουνε πράμα για το βράδυ κι οι άντρες αχεροταΐζανε ακόμη τα οζά στσι στάβλους. Λίγοι μόνο ήτονε στο καφενείο τση μεσοχωριάς. Ο καφετζής οπίσω από το τεζιάκι ετοίμαζενε κι αυτός για να ’χει έτοιμα πιοτά και μεζέδες κι οι τρεις δασκάλοι επαίζανε πρέφα καθισμένοι στο τραπέζι, δίπλα στο παραθύρι τ’ ανατολικό. Άλλη κουβέντα δεν άκουγες πέρα από τ’ ατού, ατού, ατού τω δασκάλω. Α, εξέχασα να σασε πω, πως μιας κι ήτανε φτωχό το χωριό, όσοι τα παίρνανε τα γράμματα εξανοίγανε να σπουδάξουνε. Ετσά υπήρχανε καμπόσοι μορφωμένοι, υπαλλήλοι σε τράπεζες κι άλλες υπηρεσίες. Είχενε και τέσσερις πέντε δασκάλους το χωριό κι απόψε είχανε σμίξει ο Αντώνης τσ’ Ελένης, ο Μύρος τση Μάρθας κι ο Κωστής τού Γιωργάκη. Πειραχτήρια κι οι τρεις, ο Θεός να σε φυλάξει. Δεν είχανε βρει όμως κιανένα πρόσφορο απόψε και το ’χανε ρίξει κι αυτοί στην πρέφα. Ετότες ήτανε π’ άνοιξεν’ απότομα η πόρτα τού καφενείου. Επήγανε κι ήρθανε τα θυρόφυλλα τση πόρτας από τ’ άνοιγμα τ’ απότομο. Σαν εσταμάτησενε το πέρα δώθε, εφάνηκενε κι ο Πολιός στο έμπα τού μαγαζού που δεν τον εστένανε τα πόδια ντου από το μεθύσι. Με τη μια χέρα εκράθιενε τον παραστάτη τση πόρτας και με την άλλη εζύγιαζενε για να βρει ισορροπία.
-Καλώς το μπάρμπα, τον υποδέχτηκεν’ ο καφετζής.
-Χαιρετώ σας, έκαμενε κι ο Πολιός, εσήκωσενε τη χέρα την ελεύτερη, απόλαρενε και την άλλη από τον παραστάτη και μονόπαντα έφταξεν’ ίσαμε το τεζιάκι. Και με τα δυο του χέρια εγαντζώθηκεν’ απάνω του για να μην πέσει. Νέος ο καφετζής και σβέλτος, επρόλαβενε κι έπιασενε στον αέρα με τη μια του χέρα τον Πολιό και την άλλη την έβαλεν’ αντισκάρι στο τεζιάκι για να μην πέσει και τονε πλακώσει.
-Κέρασέ τονε, εφωνάξανε μ’ ένα στόμα οι δασκάλοι.
-Ίντα θα πιεις μπάρμπα; τον ερώτηξεν’ ο καφετζής.
-Βάλε μου, μωρέ ανίψο, μιαν κούπα κρασί να συνεφέρω, τ’ αποκρίθηκεν’ ο Πολιός, μόλις ήβρεν’ ισορροπία.
-Πολιό, εν κραιπάλη βλέπω, επετάχτηκεν’ ο Κωστής τού Γιωργάκη.
-Δουλειά σου, δάσκαλε.
-Άστονε γιατί ’ναι μεθυσμένος και θα μας τα λιχνίσει, τον έκοψεν’ ο Αντώνης τσ’ Ελένης.
Πού να τον ακούσει όμως ο Κωστής! Εδά που βρήκεν’ ευκαιρία θα την άφηνενε να πάει χαημένη; Εκάτεχενε το χούι τού Πολιού κι εκειά, στ’ αδύναμο σημείο, έβρηκενε να του χτυπήσει. Μόλις ’θελα βγει στο κέφι ο Πολιός ήθελενε να σπά. Επέτανε τα πιάτα, τα ποτήρια κι ό,τι άλλο τ’ απάντηχνεν’ εύκαιρο. Την αδυναμία όμως τη μεγάλη, την είχενε στα λαϊνόμπρικα. Όπως ήταν ογκώδικα εγέμιζενε τ’ αμάτι του, άσε που κάνανε και περισσότερη τραβάγια. Γι’ αυτό και μόλις έμπαινενε μεθυσμένος σ’ ένα σπίτι ο Πολιός, το πρώτο πράμα που φρόντιζεν’ η νοικοκερά, ήτανε να εξαφανίσει τη λαΐνα.
-Γιάε, Πολιό, λαΐνες! εσυνέχισεν’ ο Κωστής τού Γιωργάκη κι έδειχνενε του Πολιού το ταβάνι τού μαγαζού.
Εξάνοιξεν’ ο Πολιός το ταβάνι κι απόμεινεν’ ο νους του. Αγαλλίασεν’ η ψυχή του. Ούλα τα μεσοδόκια ήτονε γεμάτα. Από μεγάλα καρφιά εθώριενε κρεμασμένες λαΐνες, λαϊνάκια, μπρίκια, μπρικάκια, κουρουπάκια και λαδερά κι από το μεθύσι του τα θώριενε και διπλά. Εγυαλίσανε τα μάτια του, ετρέξανε τα σάλια του και με τρεμάμενη φωνή «πλέρωσε τα μωρέ», τ’ αποκρίθηκενε «να δεις, σπω τα γή δεν τα σπω».
-Όϊ, εσύ θα τα πλερώσεις.
-Κατέω σας εγώ μωρέ ούλους εσάς τσι δασκάλους, ίντα τσιφούτηδες είστε. Μόνο στο συφέρο να μη σας αγγίξει κιανείς, επήρενε φόρα η γλώσσα τού Πολιού κι άντε να την αναμαζώξεις.
-Κι ίντα εγίνηκεν’ εδά μπάρμπα, επήγες στο «Βάστα κι Έλα»; εμπήκενε στη μέση ο καφετζής για να τ’ αλλάξει την κουβέντα, να τ’ αποσπάσει την προσοχή από τα λαϊνόμπρικα και να γλιτώσει το κακό.
-Επήγα μωρέ, παιδί μου. Ίσαμ’ εδά ήμουν’ εκειά. Απόβγαλα από νωρίς την κερά με τσι κόρες κι εγώ έφυγα με τσι τελευταίους. Το ύστερο απόσωσα κι ίσαμ’ επαέ.
-Γιώργη, σπάσε μας δυο γαζόζες σε τρία ποτήρια, έδωκενε την παραγγελία απάνω στην ώρα ο Μύρος τση Μάρθας.
-Από μένα τα κεράσματα, επετάχτηκεν’ ο Πολιός.
-Έφτασεεε, αποκρίθηκεν’ ο καφετζής κι έβαλενε στο δίσκο τα ποτήρια.
«Εδά ’ν’ η γ’ ευκαιρία», εσκέφτηκενε κι ο Πολιός. «Εδά που δε με θωρεί», κι ως επήγαινεν’ ο καφετζής την παραγγελία, βουτά κι αυτός τη λαΐνα τού μαγαζού. Βαρέ του φάνηκενε μια ολιά, πρέπος πως είχενε και νερό μέσα. «Καλλιά!» εσκέφτηκενε χαιρέκακα. Μπροστά ο καφετζής οξ’ από πίσω ο Πολιός να τρεκλίζει και με τη λαΐνα στη χέρα. Ξέγνοιος ο καφετζής, αφοσιωμένοι στα χαρτιά οι δασκάλοι, δεν τον επήραν’ είδηση. Και δυο τρεις πελάτες απού τον είδανε δεν εβγάλαν’ άχνα για να κάμουνε χάζι. Σαν έφταξενε κοντά στο τραπέζι που παίζανε την πρέφα οι δασκάλοι, την ανακαμπανίζει ο αθεόφοβος και τηνε σκα στη μέση τού τραπεζού. Θρύψαλα εγίνηκεν’ η λαΐνα κι έκαμεν’ ολόβρεχτους τσι δασκάλους. Επεταχτήκαν’ απάνω αυτοί κι αναμαζώνανε τα νερά από τα κουστούμια τωνε που ’χανε γενεί σώχρηστα κι εκάμανε να τσατιστούνε κι από πάνω. Κι ο Πολιός, να ξεκαυκαλώνεται στα γέλια.
-Να μάθετε γιβεντισμένοι να τα βάνετε με τον Πολιό. Καλά δεν των το ’καμα ανίψο; κι έκλεινενε με νόημα τ’ αμάτι στον καφετζή.
Ετσιμογέλασεν’ αυτός κι ως τον είδεν’ ο Πολιός επήρεν’ αέρα.
-Λαποοόρδα, εσυνέχισεν, «αγγελαμοοόκωλε».
-Μουρμού εδά, έκαμενε των αλλονώ δασκάλω ο Αντώνης τσ’ Ελένης, μα μπούκαρενε εκεινηνά την ώρα παρέα στο μαγαζί. Αυτούς επαράλαβεν’ ο Πολιός κι εγλιτώσαν’ οι δασκάλοι.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Ένα απρόσμενο δώρο

από την Κατερίνα, το Κυκλάμινο του βουνού. Ευχαριστώ πολύ!









Ξεφύτρωσε έτσι! Ξαφνικά! Σαν αυτόν τον κόκκινο κρίνο, που δεν προλάβαινε να μπει στη γλάστρα! Είχε δικά του υλικά και φύτρωσε!
Ο λόγος για έναν κύριο συγγραφέα, απ' τη λεβεντογέννα μάνα Κρήτη, που σιχαίνεται τους υπολογιστές, αλλά έχει εκδόσει ήδη δυο βιβλία και έχει και τρία μπλογκ!
Τα μάθαμε όμως! Έχει βοηθό μια φίλη, που ξέρει να δίνει!
Εκείνος έχει το χαρτάκι και γράφει. Παλιά του τέχνη κόσκινο! Ξεντύνει Κατερίνες, τις αφήνει γυμνές στο δρόμο και μετά τα μαζεύει! Την έκανε λέει τη λαδιά της η Κατερίνα, αλλά, ήταν μεθυσμένη! Άκου εκεί φαντασία ο άνθρωπος!
Γράφε, γράφε φίλε μου! Η τύχη σου δουλεύει!
Τι τα λέω; Μήπως θα παραλάβεις το δώρο σου;
.
.
Κι όμως, παρελήφθη!

Ο/Η Νίκος Ντακάκης είπε...

Κι όμως το παράλαβα! Φρόντισε η Φωτεινή γι' αυτό. Σ' ευχαριστώ,Κατερίνα,
κι εύχομαι η ζωή σου από δω κι ύστερα να είναι γεμάτη από λουλούδια
ανθισμένα σαν κι αυτά π' ανακάλυψες.
14 Απρίλιος 2008 3:07 μμ

Κυριακή, Απριλίου 06, 2008

Μιζέρια

Εντάξει, τα νικήσαμε τα Σκόπια. Εντάξει, δεν πέρασε στον Μπους και τα τσιράκια του, σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον. Δεν υπάρχει Έλληνας, πιστεύω, όσο μίζερος και να ’ναι, που να μην ικανοποιήθηκε με τη στάση της Κυβέρνησης που σ’ αυτό το θέμα είχε τη συμπαράσταση ολόκληρου του πολιτικού κόσμου. Κι όλα αυτά τα περί μικροψυχίας που μας καταλόγιζαν, πως τάχα μου εμείς οι δυνατοί βάζουμε φραγμούς σε μια πολύ μικρή χώρα που το μόνο που χρειάζεται είναι συμπαράσταση και βοήθεια, είναι εκ του πονηρού.
Μα κι αυτοί, βρε παιδάκι μου, πού το πάνε το πράγμα ποτέ μου δεν κατάλαβα. Αν θεωρούν τους εαυτούς τους Σλάβους τι σχέση μπορεί να έχουν με Βεργίνες και Μεγαλέξανδρους; Εθνική ταυτότητα κλεμμένη επιζητούν, σύμβολα που ανήκουν σ’ άλλους καπηλεύονται για να δημιουργήσουν ιστορία και ν’ αποκτήσουν οντότητα. Κι αν αυτό επιδιώκουν είναι ποτέ δυνατόν να γίνει αποδεκτό; Κι αν γίνει, μπορεί ένα έθνος, ένα κράτος, ένας λαός τέλος πάντων, να σταθεί πάνω στο ψέμα; Αν πάλι θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες, πού είναι το πρόβλημα; Ας βγουν να το δηλώσουν. Γραικοί είμαστε, ας πουν. Αδέλφια σας ξεχασμένα, του Φίλιππου και του Μεγαλέξανδρου απόγονοι, με κάποιες επιμειξίες έστω. Μπορεί και να το καταλάβουμε τότε, μπορεί και ν’ ανοίξουμε αγκαλιές να τους κλείσουμε μέσα, μπορεί και να τους καταστήσουμε κοινωνούς του πανάρχαιου πολιτισμού μας, της γλώσσας και της παιδείας μας. Αλλιώς;
Εντάξει. Τα Σκόπια τα νικήσαμε χωρίς να το πανηγυρίσουμε ιδιαίτερα, προς τιμήν μας. Αυτό είναι αλήθεια. Αντίθετα, σαν μεγαλόψυχοι, τους τείναμε χείρα φιλίας και συνεργασίας. Γιατί έτσι είμαστε εμείς οι Ρωμιοί. Χουβαρντάδες κι ανοιχτοχέρηδες στα πολλά και σοβαρά, μίζεροι και κακομοίρηδες στ’ απλά και τα καθημερινά. Σίγουρα τα μάθατε τα νέα. Έξωση κάνουν στα λείψανα του Ξυλούρη, της Αλίκης, του Τσιτσάνη, του Γκιωνάκη και τόσων άλλων επιφανών από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Η τιμή που τους έκανε η πολιτεία είχε, λέει, ημερομηνία λήξης. Και τώρα, μόλις έσβησαν τα φώτα της δημοσιότητας, τους πετάμε έξω. Κι αναρωτιέμαι, δεν είναι ντροπή η σύγχρονη ελληνική ιστορία του Πνεύματος, του Θεάτρου, της Μουσικής, των Τεχνών να βρεθεί παραπεταμένη σε μερικά θλιβερά κασελάκια με πέντε κόκαλα μέσα; Ειδικά τώρα που γίναμε φτωχότεροι, πάνω στην ώρα που χάσαμε και τον Ζυλ Ντασέν, τον γλυκό «Τζούλυ», αυτό τον υπέροχο Έλληνα.
Αθώο έκρινε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης τον Ραμούς Χαραντινάι, πρώην διοικητή του Απελευθερωτικού Στρατού του Κόσοβου (UCK) και πρώην επίσης Πρωθυπουργό του κρατιδίου και για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε η ρήση πως τα δικαστήρια τα στήνουν οι νικητές μόνο και μόνο για να δικάσουν τους ηττημένους. Για μια φορά ακόμη ίσχυσε το «Ουαί τοις ηττημένοις». Τώρα ποιοι πρέπει να χαρακτηρίζονται εγκληματίες και να καταδικάζονται είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, γιατί με τη φόρα που έχουμε πάρει κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Παπαφλέσσας κι όλοι οι υπόλοιποι αγωνιστές του ’21 θα έπρεπε να καταδικαστούν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ήρωα, και με το δίκιο τους, θεωρούν τον Ραμούς Χαραντινάι οι Αλβανοί του Κοσόβου, ήρωες όμως θεωρούν κι οι Σέρβοι της Βοσνίας, της Κροατίας και των άλλων δημοκρατιών της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, τους δικούς τους αρχηγούς. Υπεύθυνοι για βασανιστήρια, βιασμούς και θανατώσεις είναι και οι μεν και οι δε. Αυτά έχουν οι πόλεμοι δυστυχώς. Καταστροφές, πόνο και αίμα πολύ. Όταν όμως ένα δικαστήριο, και μάλιστα Διεθνές, αποφασίζει με κριτήρια πολιτικά κι απονέμει δικαιοσύνη κατ’ επιταγήν του όποιου Μπους, τότε δεν μιλάμε για διεθνές δίκαιο αλλά για κάτι άλλο που δυστυχώς δεν μου επιτρέπεται να το γράψω.
Εντάξει, με τη βοήθεια του Σαρκοζί, της Ισπανίας και της Ιταλίας, τα νικήσαμε τα Σκόπια. Με τα άλλα τα μικρά, τα μίζερα καθημερινά, τι θα γίνει; Με την εισπρακτική λογική που επικρατεί τελευταία, με την ανεργία, τις αυξήσεις στα τιμολόγια, στους φόρους, με το ασφαλιστικό; Με τα Διοικητικά συμβούλια των Οργανισμών που σαν περιοδεύοντες θίασοι συνεδριάζουν από ξενοδοχείου εις ξενοδοχείον για ν’ αποφύγουν την οργή των εργαζομένων; Με την Ελλάδα της Ολυμπιακής Φλόγας και του «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» που την πνίξαμε στην ντροπή του ντόπινγκ τι θα γίνει;
Τίποτα απολύτως. Γιατί σαν γνήσιοι νεοέλληνες, αδιάφοροι για το τι συμβαίνει γύρω μας το πολύ πολύ να την αράξουμε «στον καφενέ, τσιγάρο, πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέ, βρε δε βαριέσαι αδερφέ», που θα ’λεγε κι ο Κώστας Χατζής.


Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

Εφιάλτης

Καλά τα λένε οι γιατροί αλλά ποιος τους ακούει! Αν πέσεις για ύπνο με βαρυφορτωμένο στομάχι, ύπνο ανήσυχο και δύσκολο θα κάνεις. Κι εντάξει, εγώ προσέχω γενικά. Έτσι κι αλλιώς ούτε πολυφαγάς είμαι ούτε καταχρήσεις κάνω. Να, όμως, που την έπαθα. Να ’φταιγε η Νοτιά που μας είχε παραζαλίσει τις προηγούμενες μέρες, να ’φταιγε η αλλαγή της ώρας που απορύθμισε το βιολογικό μου ρολόι, σίγουρος δεν είμαι. Πάντως, μόλις ξάπλωσα στο κρεβάτι, σε λήθαργο έπεσα κι άρχισα να βλέπω εικόνες θολές κι ανακατωμένες. Σίδερο το κορμί, ακούνητο, σ’ αντίθεση με το πνεύμα που ανάλαφρο, ήρθε και ξεκόλλησε από τ’ αδύναμο σώμα κι άρχισε να περιδιαβαίνει σε μέρη άγνωστα μέχρι που έφτασε πάνω από μια πόλη ονειρεμένη.
«Δες», μου είπε επιτακτικά o αυτόκλητος ξεναγός μου κι ήθελα δεν ήθελα άνοιξα διάπλατα τα μάτια μου περίεργος να δω πού μ’ έφερε και τι ήταν αυτό που ήθελε να μου δείξει.
Η εικόνα γνώριμη, και προσπάθησα να την αποτυπώσω με ακρίβεια για να μπορέσω ύστερα με τη σειρά μου να την περιγράψω. Έχουμε και λέμε το λοιπόν:
Είδα πεζοδρόμια φαρδιά με πλακάκια πολύχρωμα να ξεφυτρώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη αυτής της πόλης των θαυμάτων, διαβάσεις, πεζόδρομους και ποδηλατόδρομους. Μόνο δρόμους κανονικούς, ούτε για δείγμα, δεν είδα πουθενά. Είδα όμως αυτοκίνητα στοιβιασμένα, στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, κολλημένα σ’ ουρές ατέλειωτες, οδηγούς απελπισμένους, πρόσωπα άλλα θλιμμένα κι άλλα εξαγριωμένα με μάτια, να, τόσα, γουρλωμένα κι άκουσα φωνές, βλαστήμιες κι ιαχές ουρανομήκεις.
Είδα καταστήματα αποκλεισμένα κι ενθουσιασμένους μαγαζάτορες που μακάριζαν εαυτούς και αλλήλους για την τόση τους τύχη που βρέθηκε ένας φωτισμένος να χαλάσει τους δρόμους και να φτιάξει πεζοδρόμια. Έκλεισα τα μάτια μου πεισματικά και προσπάθησα να φανταστώ την πόλη αυτή το καλοκαίρι. Μόλις που είχε αρχίσει, λέει, η τουριστική περίοδος και τα λεωφορεία προσπαθούσαν να διασχίσουν την Κουντουριώτου για να μεταφέρουν τους θερινούς επισκέπτες στα ξενοδοχεία. Μπροστά ένα μπλε αστικό, τεράστιο, απ’ αυτά τα σπαστά, είχε καταλάβει τα τρία τέταρτα του οδοστρώματος και πώς να προχωρήσει;
Μια σειρήνα ακούστηκε στο βάθος κι ένα βαρύ όχημα της Πυροσβεστικής φιλοδοξούσε να περάσει. Κάπου είχε πιάσει φωτιά, κάποιοι αγωνιούσαν, κάποιοι κινδύνευαν να καούν ζωντανοί, κι οι πυροσβέστες, αποκλεισμένοι, έδιναν τη δικιά τους άνιση μάχη με την πηγμένη στ’ αυτοκίνητα άσφαλτο. Λίγο πιο κάτω ένα ασθενοφόρο είχε αποκλειστεί στο ύψος του Δημαρχείου κι απελπισμένοι οι νοσηλευτές το είχαν παρατήσει και με το φορείο στα χέρια προσπαθούσαν ν’ ανοίξουν δρόμο για να μεταφέρουν τον άρρωστο που βογκούσε. Παραπέρα ένα ΙΧ παρατημένο με τα alarm αναμμένα να δηλώνουν πως ο οδηγός του κάπου είχε πεταχτεί για δυο λεπτά, βρε αδελφέ, και σκέφτηκε να το παρκάρει στον στενό δρόμο. Στο κάτω της γραφής και τι έγινε για δυο λεπτά μονάχα; Έψαξα για τροχονόμο αλλά το μάτι μου δεν πήρε κανέναν, αφού το είδος αυτό είχε εξαφανιστεί από την πόλη των Μακάρων. Εντωμεταξύ τα κορναρίσματα είχαν δυναμώσει, τα τζάμια των αυτοκινήτων είχαν κατεβεί, μικροσυμπλοκές σημειώνονταν ήδη κι οι βρισιές είχαν την τιμητική τους.
Δεν άντεχα, δεν ήθελα να δω άλλο. Εφιάλτης είναι, σκέφτηκα, και πίεσα τον εαυτό μου να ξυπνήσει. Και πάνω που προσπαθούσα να συνέλθω, να σου τον Κ.Ι.Γ.Κ. να μου κλείνει κοροϊδευτικά το μάτι και να μου λέει :
Ήτανε το Μακρύ Στενό και το ’χαμε καμάρι
μα η Κουντουριώτου βάλθηκε τη δόξα να του πάρει.
Α, ρε, Καλλέργη, αθάνατε. Στο Ρέθυμνο είχα βρεθεί, κι αναρωτιόμουν τόσην ώρα!
Προσπάθησα να τ’ απαντήσω αλλά μιας και δεν είμαι στιχοπλόκος θυμήθηκα αυτό που λέγαν οι παλιοί:
«Καλά τα φαρδομάνικα μα τα φορούν παπάδες»,
μαζί με το
«Και τα μεταξωτά βρακιά θέν’ επιδέξιους κ…ς».

Τετάρτη, Μαρτίου 26, 2008

Περί πορνείας

Μέσα στη δίνη της θολής πολιτικής πραγματικότητας, της αυθαιρεσίας, της υποτίμησης της νοημοσύνης, των σεμνών και ταπεινών σκανδάλων, της αδιαφάνειας, των δομημένων ομολόγων και των σιδηροδέσμιων κουμπάρων, της κακόμοιρης Ελλάδας της μίζας, των αναψυκτηρίων τύπου Μαγγίνα, της έκπτωσης των ηθών και της Ζαχοπουλιάδας, ένα άξιο λόγου νομοθέτημα ήρθε να ταράξει τα βρόμικα νερά της μακαριότητάς μας και να μας υπενθυμίσει πως ακόμη και στο πιο πυκνό σκοτάδι μια μικρή, τόση δα, φλογίτσα που τρεμοσβήνει αδύναμη, είναι ικανή ν’ αναπτερώσει την ελπίδα. Στο νομοσχέδιο για την ελεύθερη συμβίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης αναφέρομαι. Σε μια κοινωνία που ασφυκτιά ανυπεράσπιστη, στη γενιά της ανεργίας και της απόγνωσης, στους εργαζόμενους των 700 ευρώ και των επιτακτικών αναγκών, σίγουρα προσφέρει κάποια ανακούφιση. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που όλα τα κόμματα του Κοινοβουλίου βγήκαν να το στηρίξουν.
Μετά από την καθιέρωση του πολιτικού γάμου το 1982, το νομοσχέδιο αυτό έρχεται να δώσει λύση στο πρόβλημα χιλιάδων συμπολιτών μας που, είτε από πεποίθηση είτε από ανάγκη οι περισσότεροι, συμβιώνουν εκτός γάμου. Όμως στο κατ’ ευφημισμό κράτος που ζούμε, τέτοιες πρωτοβουλίες εύκολα δεν περνούν. Την επίσημη Εκκλησία, ας πούμε, ποιος τη ρώτησε; Μη γελιέστε πως τάχα μου άλλαξαν τα πράγματα. Μη θαρρείτε πως επειδή ο μειλίχιος Αρχιεπίσκοπος έδειξε κατανόηση και ανοχή λύθηκαν ως δια μαγείας όλα. Εδώ είναι Ελλάδα, δεν είναι παίξε γέλασε κι ο νουνεχής γέροντας κι οι λίγοι Συνοδικοί που συμφώνησαν μαζί του βρέθηκαν στο στόχαστρο των Ηρακλειδών του σκοταδισμού που, σαν πλειοψηφία, άλλα αποφάσισαν.
Η ελεύθερη συμβίωση συνιστά πορνεία, απεφάνθη γνωστός αρχιερέας που, με την ιδιότητα του εκπροσώπου της Ιεράς Συνόδου παρακαλώ, λίγο απείχε από το να ζητήσει να οδηγηθούν οι πόρνοι στην πυρά. Άλλωστε φαινόμενα όπως τα Ιεροδικεία, οι Ιερές Εξετάσεις και ο Μεσαίωνας που βύθισαν τον κόσμο σ’ έναν σκοταδισμό τέτοιο που όμοιό του δεν συναντούμε εύκολα στο βάθος των αιώνων, έχει να επιδείξει, δυστυχώς, άφθονα η ιστορία μας.
Με την ηθική δεν μου αρέσει να κάνω παιχνίδια και τους ηθικολογούντες τους φοβάμαι, έγραφα σ’ ένα παλιότερο «περί ηθικής» σημείωμά μου. Αυτούς που είναι έτοιμοι στην πρώτη ευκαιρία να στείλουν στο πυρ το εξώτερον όλους αυτούς που έχουν διαφορετική αντίληψη από τη δική τους.
Διανύουμε ήδη την περίοδο των νηστειών και πλησιάζουμε την ημέρα που ο Υιός του Ανθρώπου οδηγείται προς το Εκούσιον Πάθος και τον Γολγοθά. Μιλούμε για τον Θεό της Αγάπης, της Ευσπλαχνίας και της Συγχώρεσης. Αυτόν που υπηρετούν και οι χρυσοποίκιλτοι αρχιερείς μας. Όμως ο Χριστός αυτός αγκάλιασε πόρνες, συνέφαγε με τον αμαρτωλό, υπερασπίστηκε τον καταφρονεμένο και κάλεσε τον αναμάρτητο να ρίξει πρώτος τον λίθο. Αλήθεια, σήμερα πόσοι από μας αισθάνονται τέτοιοι;
Η εκκλησία έχει ευρύχωρο πεδίο για να αναπτύξει το έργο της. Να σταθεί αρωγός σε μια κοινωνία που υποφέρει, που δυστυχεί, που αγωνιά, που όλο και περισσότερο γεμίζει τους ναούς ζητώντας και προσδοκώντας τη βοήθεια του Θείου. Λόγια παρηγορητικά θέλει ν’ ακούσει, συμβουλευτικά, πατρικά, λόγια αγάπης, γιατί ο Θεός είναι Αγάπη. Αυτά έχει ανάγκη για τη «θεραπεία σώματος και ψυχής», κι όχι αφορισμούς, απειλές και κατάρες.
Έτυχε να βρίσκομαι στην Αθήνα τη μέρα του γενικού ξεσηκωμού για το ασφαλιστικό, για την παρουσίαση του βιβλίου μου. Είδα χιλιάδες κόσμο στους δρόμους με την αγωνία αποτυπωμένη στο πρόσωπό τους για το άγνωστο αύριο και παρμένη την απόφαση για συνέχιση του αγώνα. Ένιωσα την απόγνωση, άκουσα τα συνθήματα, διάβασα τα πλακάτ. Ένα απ’ αυτά το κρατούσε ένας γέροντας, ασκητική μορφή, με βλέμμα σκοτεινό και την ψυχή ξέχειλη από πίκρα. «316,80 ΕΥΡΩ Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΜΟΥ», έγραφε πάνω του. Το πώς θα ζήσει αυτός ο χριστιανός δεν μας ενδιαφέρει; Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης μάς μάρανε;

Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2008

«Η Αδελφότης των Στεναγμών»-Παρουσίαση στην Αθήνα

Η μέρα ήτανε δύσκολη, από τις πιο επεισοδιακές του φετινού χειμώνα. Απεργίες παντού, διαδηλώσεις, αγριεμένοι συνδικαλιστές, πανώ, ντουντούκες, αιτήματα, συνθήματα αγωνιστικά, ξεσηκωμός. Στη Βουλή η κυβέρνηση έδινε μια από τις πιο κρίσιμες μάχες για να περάσει το νομοσχέδιο για το λεγόμενο ασφαλιστικό κι οι εργαζόμενοι βγήκαν στους δρόμους αποφασισμένοι να παλέψουν για ένα δικαίωμα στο αύριο.
Βουνά τα σκουπίδια, ακινητοποιημένα μετρό και υπόλοιπα μέσα μαζικής μεταφοράς, κλειστά τα μαγαζιά, με κατεβασμένα μέχρι κάτω τα ρολά κι ασφαλισμένα με σίτες ειδικές, για να προστατευτούν από πιθανές επιθέσεις και καταστροφές. Μπροστά από τα κυβερνητικά κτίρια, τις διασταυρώσεις, τις πλατείες και τα ευαίσθητα σημεία της πόλης, πάνοπλοι αστυνομικοί με στολές εκστρατείας, κράνη, γκλομπ ανά χείρας και τα όπλα στον ώμο κι ένα βλέμμα από αδιάφορο μέχρι αιμοβόρικο από την ταλαιπωρία, την κούραση και την αγανάκτηση. Μια γεύση στυφή να φτάνει στο στόμα από τα χημικά και τα μάτια να τσούζουν από τα δακρυγόνα.
«Μακριά τα χέρια από τα μάτια γιατί θα σε τσούζουν περισσότερο μετά, φταρνίσου ελεύθερα όμως, αν θέλεις», άκουσα έναν να συμβουλεύει τον διπλανό του.
Αυτή ήταν η εικόνα του κέντρου της Αθήνας την Τετάρτη 19 του Μάρτη. Από νωρίς το μεσημέρι μ’ έζωναν τα φίδια. Η εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου μου ήταν προγραμματισμένη από καιρό και δεν μπορούσε με τίποτα ν’ αναβληθεί αφού είχε κλειστεί ο χώρος κι οι προσκλήσεις είχαν διανεμηθεί προ πολλού. «Λαχείο μέρα μάς έτυχε», έλεγα στην γυναίκα μου που μάταια προσπαθούσε να μου δώσει θάρρος. Ο χρόνος κόλλησε, λες, κι οι ώρες δεν περνούσαν. Οι διαδηλώσεις δεν έλεγαν να σταματήσουν κι ας είχε πάει κιόλας τέσσερις και μισή. Ένας κρότος ξερός ακούστηκε στο ύψος του Πανεπιστημίου κι ύστερα άλλος κι άλλος. Πάλι έριχναν χημικά. Πάλι κάποιοι έτρεχαν στους δρόμους κυνηγημένοι από τα ΜΑΤ και τους ειδικούς φρουρούς. «Πάει, την κάτσαμε τη βάρκα».
Βραδάκι ώρα 7,00. Δεν έχει νόημα να κάθομαι άλλο στο ξενοδοχείο. Έτσι κι αλλιώς να ηρεμήσω δεν μπορώ. Ανηφορίζω την Πανεπιστημίου, περνώ τη Σταδίου, φτάνω στον χώρο. Ο αγαπητός μου Δημήτρης Αετουδάκης, ομιλητής της βραδιάς, είναι εκεί ιδιαίτερα ανήσυχος. Το ίδιο κι ο Ηλίας Μπαρτζουλιάνος, ο εκδότης, που πίσω από το αμήχανο χαμόγελο δεν μπορούσε να κρύψει την αγωνία του. Η ώρα περνά κι άνθρωπος δεν εμφανίζεται. Η αγωνία μου χτυπάει κόκκινο και μια ανατριχίλα με διαπερνά. Τσάμπα πήγε το ταξίδι, σκέφτομαι, άσκοπες οι ετοιμασίες, άδικα θα πάει κι ο μπουφές. Κι εκείνη την ώρα, οκτώ παρά, σε είδα. Εσένα, αγαπητή μου φίλη, εσένα, φίλε μου αγαπημένε, που βρήκες αυτή τη μέρα για ν’ αφήσεις το σπίτι σου, την ησυχία σου, τη βολή σου, κι έφτασες στην οδό Σοφοκλέους, στο αίθριο του πολυχώρου Bacaro, για να παραβρεθείς στην παρουσίαση του βιβλίου μου και να με τιμήσεις. Κι εγώ τώρα πώς να σ’ ευχαριστήσω και πώς να βγάλω την υποχρέωση;
Ένας ένας, παρέες παρέες, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι άγνωστοι σ’ εμένα, άρχισαν να μαζεύονται. Ανάμεσά τους κι επώνυμοι. Οι τ. βουλευτές Μανόλης Όθωνας και Μιχάλης Νεονάκης, ο τ. Νομάρχης Κώστας Στρατινάκης, ο πρόεδρος της Παγκρητίου Ενώσεως Γιώργος Μαριδάκης, οι στρατηγοί ε.α. Βασίλης Αποστολάκης και Σταύρος Φωτάκης, λογοτέχνες, συγγραφείς, ποιητές κι ένας κόσμος που ήθελε να μου μιλήσει, να μου σφίξει το χέρι, να με συγχαρεί, να μ’ ενθαρρύνει. Βιαστικός ο Αετουδάκης ξεκινά την ομιλία του και λέει λόγια ζεστά, από την καρδιά του βγαλμένα. Ησυχία στο ακροατήριο, ατμόσφαιρα μυσταγωγική όσο μιλά σιγανά, με διδακτικό ύφος, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος, συγγραφέας και δάσκαλος σεναριογραφίας. Η άλλη ομιλήτρια, η Χρυσούλα Δημητρακάκη, με το που ανοίγει το στόμα της ξεχειλίζει ποίηση.
Απευθύνουν κι άλλοι χαιρετισμό κι ύστερα έρχεται η σειρά μου. Να πω στ’ αλήθεια τι, με τόση συγκίνηση που μ’ έχει καταλάβει; Είναι στιγμές που τα λόγια βγαίνουν δύσκολα και δεν μπορούν ν’ αποδώσουν τη δύναμη του συναισθήματος κι η λέξη ευχαριστώ σίγουρα δεν φτάνει για να τα καλύψει. Είναι όμως η μόνη κι έτσι αναγκαστικά αρκούμαι σ’ αυτήν.

Περισσότερα για την παρουσίαση εδώ:


http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/19-2008.html
http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/blog-post_7907.html
http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/blog-post_9304.html http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/2008/03/blog-post_3282.html

Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2008


Πού πάμε;

Τι κάνουμε, παιδιά; Βαράμε διάλυση; Τα Σκόπια μάς πήραν το όνομα, οι Αμερικάνοι και τα σώβρακα, εδώ και χρόνια. Σήμερα κατατίθεται το ασφαλιστικό, απεργούν οι εργαζόμενοι στην Τράπεζα Ελλάδος και κατέρρευσαν τα συστήματα πληρωμών του κράτους. Κλειστό για δεύτερη μέρα το Χρηματιστήριο. Ούτε πόλεμο να 'χαμε! Και σ' ανώτερα!