«Τέσσερις στρατηγοί κινούν και παν’, για πόλεμο… μακριά στα Ζωνιανά», μου ήρθε αυθόρμητα να παραφράσω τους στίχους του τραγουδιού των νεανικών μου χρόνων. Μόνο που η συνέχεια είναι περισσότερο επίκαιρη. «Ο ένας από πόλεμο δεν κάτεχε, ο δεύτερος στις κακουχιές δεν άντεχε, ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο, κι ο τέταρτος φοβότανε το κρύο». Γελάτε; Για κλάματα είναι η όλη κατάσταση, ή πιο σωστά, για γέλια και για κλάματα μαζί. Τώρα, ποια είναι η αντιστοίχηση του καθενός δεν έχει και τόση σημασία αφού το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
«Κατελήφθησαν τα Ζωνιανά, κατελύθη το άβατον, εάλω η Πόλις», πανηγυρίζουν της Ελλάδας οι ακοίμητοι φρουροί. Νίκησαν! Σοβαρά; Την κάθε φορά που η οργανωμένη πολιτεία βρίσκεται αντιμέτωπη με οποιοδήποτε πρόβλημα, είτε είναι πανσπουδαστικό συλλαλητήριο, είτε διαδήλωση, είτε πλημμύρες, είτε φωτιές, είτε συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος, νικιέται. Κι εντωμεταξύ μετράμε ζημιές και θύματα. Άνθρωποι καμένοι, τραυματίες, άλλοι που χαροπαλεύουν επειδή το κράτος της πλάκας, της ανοργανωσιάς, της μίζας, των πελατειακών σχέσεων, δεν ήταν ικανό να τους προστατέψει.
Με τα Ζωνιανά τα ’βαλαν και με το Μυλοπόταμο και με την Κρήτη ολόκληρη. Λες και φταίει ο φιλήσυχος κάτοικος της περιοχής, ο αγρότης, ο επαγγελματίας, ο μεροκαματιάρης, ο οικογενειάρχης που αγωνίζεται να τα φέρει βόλτα. Λες και δεν είναι μια μικρή μειοψηφία οι παρανομούντες. Λες και δεν τους γνωρίζουν έναν έναν χρόνια ολόκληρα. Λες και δεν είναι οι ίδιοι οι πολιτικοί κι οι αστυνομικοί που τους προστατεύουν. Λες κι είναι η πρώτη φορά. Λες και δεν μαίνεται ένας ακήρυχτος πόλεμος που διαθέτει απ’ όλα. Από ελικόπτερα που έχουν βληθεί μέχρι αθώα θύματα.
Το κράτος της πλάκας εναντίον οργανωμένων συμμοριών. Οι στρατηγοί της συμφοράς εναντίον σκληροτράχηλων υπερασπιστών του ιδιότυπου καθεστώτος. Στρατηγοί που διαπραγματεύονται την είσοδο στα όρια ενός χωριού της ελληνικής επικράτειας! Ταξίαρχοι που την κρίσιμη ώρα εγκαταλείπουν τη θέση τους και βρίσκονται σε άδεια για να λάβουν μέρος στον Μαραθώνιο!
«Κατελήφθησαν τα Ζωνιανά». Με πολεμικό σχηματισμό. Με τζιπ, τεθωρακισμένα, ελικόπτερα, και πεζοπόρα τμήματα εισέβαλαν στο χωριό. Με το ύφος και τη νοοτροπία καταχτητή για να καλύψουν της ανεπάρκειάς τους το έλλειμμα. Να βρουν τι, ύστερα από τόσες μέρες; Εισβολή έκαναν για το θεαθήναι. Για την τιμή των όπλων, και με την ευκαιρία να πουλήσουμε και λίγο τσαμπουκά, εκ του ασφαλούς, στην πλειοψηφία των κατοίκων που δεν ευθύνονται σε τίποτα. Συνελήφθησαν επειδή ήταν Ζωνιανοί. Προπηλακίστηκαν επειδή η καταγωγή τους ήταν από τα Ζωνιανά. Αντιμετωπίστηκαν σαν εγκληματίες επειδή έκαναν τροχαία παράβαση! Εκεί τους παίρνει, εκεί πουλούν μαγκιά, γιατί αυτοί που είχαν κάτι να φοβηθούν ή τίποτα να κρύψουν, είχαν όλο τον χρόνο και να πάρουν τα βουνά και να εξαφανίσουν τα όπλα, τα ναρκωτικά κι οτιδήποτε άλλο παράνομο είχαν.
Ηρεμήστε, κύριοι της κυβέρνησης. Χαλαρώστε, κύριοι της δημόσιας τάξης. Σας πήραμε είδηση. Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Το κάθε πράγμα τον κύκλο του κάνει. Θα περάσει κι αυτό. Σε λίγες μέρες θα φύγει από τα παράθυρα των καναλιών και θα εξαφανιστεί από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Κι ύστερα, όλα θα γυρίσουν στην πρότερη, ένδοξη, κατάσταση. Στη γαλήνη και τη μακαριότητα. Ανενόχλητοι θα πουλήσουν την παραγωγή τους ξανά οι καλλιεργητές των ναρκωτικών. Και το εμπόριο των όπλων και των πυρομαχικών θα συνεχιστεί κι η εκμετάλλευση των γυναικών κι η ζωοκλοπή κι η καταπάτηση της δημόσιας περιουσίας. Κι οι στρατηγοί θ’ αναπαυτούν πάνω στις δάφνες τους κι οι κυβερνώντες θα πανηγυρίζουν τη νίκη τους. Μόνο που οι δάφνες αυτές είναι βρώμικες κι η νίκη ψεύτικη. Οι κάτοικοι του νησιού, οι φιλήσυχοι πολίτες αισθάνονται, για μια ακόμη φορά, προδομένοι, ανασφαλείς και προβληματισμένοι για το μέλλον.
ΥΓ. Είναι τουλάχιστον κωμικό να εμφανίζονται αυτές τις μέρες όλοι εκείνοι που είχαν την εξουσία και τη δύναμη να πατάξουν το φαινόμενο και δεν το έκαναν. Είναι θλιβερό να βγαίνουν και να κάνουν δηλώσεις οι υπεύθυνοι της μεγέθυνσης του προβλήματος. Κι αν δεν το καταλαβαίνουν, κάποιος θα πρέπει να τους το πει. Επιτέλους, δεν είναι όλα για το θέαμα και τη φθηνή δημοσιότητα.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2007
Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2007
Το άλλο με τον Τοτό, το ξέρετε;
«Όσον αφορά το πρόσωπό μου, ίδρυσα το ΠΑΣΟΚ και θα παραμείνω μέλος του ΠΑΣΟΚ», δήλωσε ο κ. Σημίτης κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο φημισμένο «London School of Economics» του Λονδίνου, γράφουν τα ΝΕΑ κι οι φλεγματικοί Άγγλοι ακόμη γελούν.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2007
Ετσιθελισμός; Σωπάτε, καλέ!
Ιστορίες καθημερινής τρέλας, επίδειξης δύναμης κι αυταρχισμού ακούμε πολλές την κάθε μέρα, την κάθε ώρα. Κάποιες απ’ αυτές ξεπερνούν και τη φαντασία ακόμη και μας κάνουν να στεκόμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στον δύστυχο που τις εκμυστηρεύεται. Να όμως που τα πράγματα είναι έτσι κι ακόμη χειρότερα. Θέλετε ένα μικρό παράδειγμα; Απολαύστε το!
Το ΙΚΑ στην προσπάθειά του να καταπολεμήσει την εισφοροδιαφυγή και τη μαύρη εργασία, βγάζει κλιμάκια για να ελέγχουν τις επιχειρήσεις. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σωστό είναι το μέτρο και πρέπει να επαινεθεί γιατί ούτε τα ασφαλιστικά ταμεία δεν πρέπει να χάνουν πόρους ούτε οι εργαζόμενοι τα ένσημά τους. Για τον λόγο αυτό έχει επιβληθεί στις επιχειρήσεις να τηρούν ειδικό βιβλίο στο οποίο είναι υποχρεωμένες να αναγράφουν τα στοιχεία των εργαζομένων, την ημερομηνία πρόσληψης κλπ, και το οποίο θα πρέπει να επιδεικνύεται στους ελεγκτές σε κάθε ζήτηση. Ας έλθουμε στην πράξη τώρα. Διατηρώ μια μικρή επιχείρηση ενοικιαζομένων διαμερισμάτων στο Σφακάκι του Δήμου Αρκαδίου. Πρωί 6 Μαΐου του 2004. Η επιχείρηση δεν έχει αρχίσει να λειτουργεί ακόμη κι έχει μόλις προσληφθεί μια καμαριέρα για τον καθαρισμό. Αυτήν βρίσκει το κλιμάκιο. Τη ρωτά πότε προσλήφθηκε, του απαντά αυτή και στη συνέχεια της ζητά το ειδικό βιβλίο του ΙΚΑ για να δει αν είναι καταχωρημένη.
«Α, δεν ξέρω εγώ απ’ αυτά», τους απαντά.
Το κλιμάκιο σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε, για να μην πω πως ήταν υποχρεωμένο, ν’ αναζητήσει τον υπεύθυνο ή να της ζητήσει να με πάρει ένα τηλέφωνο. Αν γινόταν αυτό, το ζήτημα θα είχε λυθεί κι όλα θα ήταν μια χαρά. Έλα, όμως, που είμαστε στην Ελλάδα! Έλα που έχουμε τη νοοτροπία χωροφύλακα της δεκαετίας του ’50 που συνοψίζεται στο «θα σε τυλίξω εγώ σε μια κόλλα χαρτί, να δεις τι θα πάθεις».
Αυτή τη νοοτροπία, δυστυχώς, είχε και το περί ου ο λόγος κλιμάκιο κι έτσι βρέθηκα «γραμμένος» χωρίς να το πάρω είδηση.
Μπλεγμένος στα γρανάζια
Πρωί πρωί την άλλη μέρα πάω στο ΙΚΑ να παραπονεθώ, να τους δώσω τα απαραίτητα στοιχεία και να λήξει η υπόθεση εκεί. Έτσι νόμιζα.
«Α, αυτό το κλιμάκιο ήταν από την Αθήνα και θα πρέπει να περιμένεις να λάβεις την έκθεση ελέγχου», με πληροφόρησαν, ευγενικά δεν μπορώ να πω, κι εγώ μη έχοντας άλλον τρόπο ν’ αντιδράσω, πήρα τα παράπονά μου κι έφυγα.
Πέρασαν κάποιοι μήνες και πράγματι έλαβα μια ειδοποίηση που με καλούσε να πληρώσω 500 ευρώ πρόστιμο. Πήρα μαζί μου ξανά το βιβλίο του ΙΚΑ, την πρόσληψη της υπαλλήλου, την κατάσταση του επόπτη εργασίας, την αναγγελία του ΟΑΕΔ κι ότι άλλο απαιτείται και καμαρωτός καμαρωτός, σίγουρος πως θα βρω το δίκιο μου, πήγα στο κατάστημα του ΙΚΑ Ρεθύμνης.
«Τώρα ήρθες! Το πρόστιμο έχει επιβληθεί κι η προθεσμία για ένσταση έχει περάσει», μου είπαν.
Άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. «Βρε παιδιά, πότε έγιναν όλ’ αυτά;» ρώτησα ο αφελής. «Πότε ήλθε η έκθεση, πότε έληξε η προθεσμία, πότε τα είπατε, πότε τα συμφωνήσατε», που έλεγε κι ο Σταυρίδης σε μια παλιά καλή ελληνική ταινία.
«Σας στείλαμε την απόφαση με απόδειξη παραλαβής κι έχουμε και τ’ αποδεικτικό », με κατακεραυνώνουν.
«Πού ’ν’ το;»
«Να, το», μου λένε και μου πασάρουν ένα δελτίο με μια άγνωστη σε μένα υπογραφή. Τους το λέω, «δεν είμαστε γραφολόγοι», μου απαντούν κι «εν πάση περιπτώσει, υπεύθυνο είναι το ταχυδρομείο. Εμείς από τη στιγμή που έχουμε την απόδειξη, είμαστε εντάξει».
Να το καταπιώ πάει πολύ, και, μη έχοντας τι άλλο να κάνω, παίρνω δρόμο και να ’μαι στα ΕΛΤΑ, στη Μοάτσου.
«Αυτά τα χειρίζονται στη διαλογή στον Κουμπέ», μου λένε έκπληκτοι για την άγνοιά μου. Εξακολουθώ να επιμένω να βρω την άκρη, πεισμώνω και φτάνω στον Κουμπέ. Εξηγώ την κατάσταση, κοίταζε ο ένας αρμόδιος τον άλλο, «θα το ερευνήσουμε, μείνε ήσυχος», μου λένε στο τέλος. Εγώ όμως πιο ανήσυχος απ’ όσα είδα, ξαναγυρίζω στο ΙΚΑ. «Κάνε μια ένσταση κι ας είναι εκπρόθεσμη», με συμβουλεύουν τώρα «και πες τα στην επιτροπή». Μάλλον για να με ξεφορτωθούν το ’καναν. Όχι που θα καθόμουνα με σταυρωμένα χέρια. Πιάστηκα απ’ αυτό και μια και δυο έτοιμη η ένσταση, κατατεθειμένη και πρωτοκολλημένη. Δεν ήταν τόσο για το ποσόν, για το γαμώτο ήταν.
Ετσιθελισμός Νο 2
Πέρασαν έντεκα μήνες από τότε. Χρειάστηκα ασφαλιστική ενημερότητα, δεν μου την έδιναν, έκανα ρύθμιση, αναγκάστηκα και πλήρωσα το τίμημα του ετσιθελισμού τους. Και πάνω εκεί να την και την ειδοποίηση για την εκδίκαση της ένστασης. Την Τετάρτη 24 του Οκτώβρη 2007 και ώρα 15.00 καλείσθε και τα λοιπά και τα λοιπά. Η ευκαιρία που έψαχνα για να τους αποδείξω πανηγυρικά το λάθος τους είχε φτάσει.
Τρεις παρά πέντε βρίσκομαι στον προθάλαμο του γραφείου του διευθυντή του ΙΚΑ, όπου θα συνεδρίαζε η επιτροπή, μαζί με αρκετούς άλλους ταλαίπωρους. Στον πίνακα ανακοινώσεων βλέπω αναρτημένες διάφορες εγκυκλίους. Μιας και περιμένω λέω να ρίξω μια ματιά. Ανάμεσα στις άλλες βρίσκονται και δυο προσκλήσεις. Η μια για ώρα 15.00 αναφέρει πως η επιτροπή θα εξετάσει τις ενστάσεις 6 εργαζομένων κι άλλων τόσων εταιρειών. Πρώτη στη σειρά η δική μου. «Καλά πάμε», σκέφτηκα. «Τουλάχιστον θα ξεμπερδέψω γρήγορα». Κοιτάζω και τη διπλανή. Αυτή αναφέρει ίδια μέρα και ώρα 15.30 κι έχει άλλες τόσες υποθέσεις.
Η ώρα περνά, έρχεται η επιτροπή κι αρχίζει να καλεί τους εργαζομένους. Εξαντλείται ο κατάλογος, φτάνει η σειρά μου. Έτσι νόμιζα, αλλά ο αρμόδιος είχε άλλη γνώμη. Κι αφού την εξουσία την είχε αυτός, αρχίζει να καλεί τους εργαζόμενους από την άλλη πρόσκληση. Δεν αντιδρώ. «Πάει στα κομμάτια», σκέφτομαι, «εργαζόμενοι είναι και σαν τέτοιοι ίσως και να πρέπει να προηγούνται». Εξαντλείται κι αυτός ο κατάλογος. «Έφτασε η σειρά μου», σκέφτομαι ξανά και κάνω ένα βήμα μπροστά. Έλα όμως που ο αρμόδιος, αυτός με την εξουσία, φωνάζει τον τελευταίο της δεύτερης πρόσκλησης. Κεραμίδα μου ’πεσε στο κεφάλι. Στην επιτροπή συμμετέχει δικαστικός, εκπρόσωποι του ΙΚΑ, της επιθεώρησης εργασίας, των εργαζομένων. «Δεν μπορεί», σκέφτομαι, «κάποιο λάθος θα ’γινε». Πάνω εκεί, ξαναβγαίνει ο αρμόδιος, αυτός με το ύφος της εξουσίας, και καλεί τον προτελευταίο της δεύτερης πρόσκλησης. «Ακόμη τούτ’ η άνοιξη, ραγιάδες ραγιάδες», που λέει κι ο ποιητής. Διαμαρτύρομαι. Αρχίζω να φωνάζω. Με καλούν μέσα. «Σήμερα θα εκδικάσουμε το αν η ένστασή σας είναι εκπρόθεσμη ή όχι. Αν την κερδίσετε θα σας καλέσουμε ξανά». Ελλάς 2007!
Τι απόγινε; Ειλικρινά, δεν το γνωρίζω. Θα σας ενημερώσω πάντως.
Το ΙΚΑ στην προσπάθειά του να καταπολεμήσει την εισφοροδιαφυγή και τη μαύρη εργασία, βγάζει κλιμάκια για να ελέγχουν τις επιχειρήσεις. Μέχρι εδώ, όλα καλά. Σωστό είναι το μέτρο και πρέπει να επαινεθεί γιατί ούτε τα ασφαλιστικά ταμεία δεν πρέπει να χάνουν πόρους ούτε οι εργαζόμενοι τα ένσημά τους. Για τον λόγο αυτό έχει επιβληθεί στις επιχειρήσεις να τηρούν ειδικό βιβλίο στο οποίο είναι υποχρεωμένες να αναγράφουν τα στοιχεία των εργαζομένων, την ημερομηνία πρόσληψης κλπ, και το οποίο θα πρέπει να επιδεικνύεται στους ελεγκτές σε κάθε ζήτηση. Ας έλθουμε στην πράξη τώρα. Διατηρώ μια μικρή επιχείρηση ενοικιαζομένων διαμερισμάτων στο Σφακάκι του Δήμου Αρκαδίου. Πρωί 6 Μαΐου του 2004. Η επιχείρηση δεν έχει αρχίσει να λειτουργεί ακόμη κι έχει μόλις προσληφθεί μια καμαριέρα για τον καθαρισμό. Αυτήν βρίσκει το κλιμάκιο. Τη ρωτά πότε προσλήφθηκε, του απαντά αυτή και στη συνέχεια της ζητά το ειδικό βιβλίο του ΙΚΑ για να δει αν είναι καταχωρημένη.
«Α, δεν ξέρω εγώ απ’ αυτά», τους απαντά.
Το κλιμάκιο σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε, για να μην πω πως ήταν υποχρεωμένο, ν’ αναζητήσει τον υπεύθυνο ή να της ζητήσει να με πάρει ένα τηλέφωνο. Αν γινόταν αυτό, το ζήτημα θα είχε λυθεί κι όλα θα ήταν μια χαρά. Έλα, όμως, που είμαστε στην Ελλάδα! Έλα που έχουμε τη νοοτροπία χωροφύλακα της δεκαετίας του ’50 που συνοψίζεται στο «θα σε τυλίξω εγώ σε μια κόλλα χαρτί, να δεις τι θα πάθεις».
Αυτή τη νοοτροπία, δυστυχώς, είχε και το περί ου ο λόγος κλιμάκιο κι έτσι βρέθηκα «γραμμένος» χωρίς να το πάρω είδηση.
Μπλεγμένος στα γρανάζια
Πρωί πρωί την άλλη μέρα πάω στο ΙΚΑ να παραπονεθώ, να τους δώσω τα απαραίτητα στοιχεία και να λήξει η υπόθεση εκεί. Έτσι νόμιζα.
«Α, αυτό το κλιμάκιο ήταν από την Αθήνα και θα πρέπει να περιμένεις να λάβεις την έκθεση ελέγχου», με πληροφόρησαν, ευγενικά δεν μπορώ να πω, κι εγώ μη έχοντας άλλον τρόπο ν’ αντιδράσω, πήρα τα παράπονά μου κι έφυγα.
Πέρασαν κάποιοι μήνες και πράγματι έλαβα μια ειδοποίηση που με καλούσε να πληρώσω 500 ευρώ πρόστιμο. Πήρα μαζί μου ξανά το βιβλίο του ΙΚΑ, την πρόσληψη της υπαλλήλου, την κατάσταση του επόπτη εργασίας, την αναγγελία του ΟΑΕΔ κι ότι άλλο απαιτείται και καμαρωτός καμαρωτός, σίγουρος πως θα βρω το δίκιο μου, πήγα στο κατάστημα του ΙΚΑ Ρεθύμνης.
«Τώρα ήρθες! Το πρόστιμο έχει επιβληθεί κι η προθεσμία για ένσταση έχει περάσει», μου είπαν.
Άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. «Βρε παιδιά, πότε έγιναν όλ’ αυτά;» ρώτησα ο αφελής. «Πότε ήλθε η έκθεση, πότε έληξε η προθεσμία, πότε τα είπατε, πότε τα συμφωνήσατε», που έλεγε κι ο Σταυρίδης σε μια παλιά καλή ελληνική ταινία.
«Σας στείλαμε την απόφαση με απόδειξη παραλαβής κι έχουμε και τ’ αποδεικτικό », με κατακεραυνώνουν.
«Πού ’ν’ το;»
«Να, το», μου λένε και μου πασάρουν ένα δελτίο με μια άγνωστη σε μένα υπογραφή. Τους το λέω, «δεν είμαστε γραφολόγοι», μου απαντούν κι «εν πάση περιπτώσει, υπεύθυνο είναι το ταχυδρομείο. Εμείς από τη στιγμή που έχουμε την απόδειξη, είμαστε εντάξει».
Να το καταπιώ πάει πολύ, και, μη έχοντας τι άλλο να κάνω, παίρνω δρόμο και να ’μαι στα ΕΛΤΑ, στη Μοάτσου.
«Αυτά τα χειρίζονται στη διαλογή στον Κουμπέ», μου λένε έκπληκτοι για την άγνοιά μου. Εξακολουθώ να επιμένω να βρω την άκρη, πεισμώνω και φτάνω στον Κουμπέ. Εξηγώ την κατάσταση, κοίταζε ο ένας αρμόδιος τον άλλο, «θα το ερευνήσουμε, μείνε ήσυχος», μου λένε στο τέλος. Εγώ όμως πιο ανήσυχος απ’ όσα είδα, ξαναγυρίζω στο ΙΚΑ. «Κάνε μια ένσταση κι ας είναι εκπρόθεσμη», με συμβουλεύουν τώρα «και πες τα στην επιτροπή». Μάλλον για να με ξεφορτωθούν το ’καναν. Όχι που θα καθόμουνα με σταυρωμένα χέρια. Πιάστηκα απ’ αυτό και μια και δυο έτοιμη η ένσταση, κατατεθειμένη και πρωτοκολλημένη. Δεν ήταν τόσο για το ποσόν, για το γαμώτο ήταν.
Ετσιθελισμός Νο 2
Πέρασαν έντεκα μήνες από τότε. Χρειάστηκα ασφαλιστική ενημερότητα, δεν μου την έδιναν, έκανα ρύθμιση, αναγκάστηκα και πλήρωσα το τίμημα του ετσιθελισμού τους. Και πάνω εκεί να την και την ειδοποίηση για την εκδίκαση της ένστασης. Την Τετάρτη 24 του Οκτώβρη 2007 και ώρα 15.00 καλείσθε και τα λοιπά και τα λοιπά. Η ευκαιρία που έψαχνα για να τους αποδείξω πανηγυρικά το λάθος τους είχε φτάσει.
Τρεις παρά πέντε βρίσκομαι στον προθάλαμο του γραφείου του διευθυντή του ΙΚΑ, όπου θα συνεδρίαζε η επιτροπή, μαζί με αρκετούς άλλους ταλαίπωρους. Στον πίνακα ανακοινώσεων βλέπω αναρτημένες διάφορες εγκυκλίους. Μιας και περιμένω λέω να ρίξω μια ματιά. Ανάμεσα στις άλλες βρίσκονται και δυο προσκλήσεις. Η μια για ώρα 15.00 αναφέρει πως η επιτροπή θα εξετάσει τις ενστάσεις 6 εργαζομένων κι άλλων τόσων εταιρειών. Πρώτη στη σειρά η δική μου. «Καλά πάμε», σκέφτηκα. «Τουλάχιστον θα ξεμπερδέψω γρήγορα». Κοιτάζω και τη διπλανή. Αυτή αναφέρει ίδια μέρα και ώρα 15.30 κι έχει άλλες τόσες υποθέσεις.
Η ώρα περνά, έρχεται η επιτροπή κι αρχίζει να καλεί τους εργαζομένους. Εξαντλείται ο κατάλογος, φτάνει η σειρά μου. Έτσι νόμιζα, αλλά ο αρμόδιος είχε άλλη γνώμη. Κι αφού την εξουσία την είχε αυτός, αρχίζει να καλεί τους εργαζόμενους από την άλλη πρόσκληση. Δεν αντιδρώ. «Πάει στα κομμάτια», σκέφτομαι, «εργαζόμενοι είναι και σαν τέτοιοι ίσως και να πρέπει να προηγούνται». Εξαντλείται κι αυτός ο κατάλογος. «Έφτασε η σειρά μου», σκέφτομαι ξανά και κάνω ένα βήμα μπροστά. Έλα όμως που ο αρμόδιος, αυτός με την εξουσία, φωνάζει τον τελευταίο της δεύτερης πρόσκλησης. Κεραμίδα μου ’πεσε στο κεφάλι. Στην επιτροπή συμμετέχει δικαστικός, εκπρόσωποι του ΙΚΑ, της επιθεώρησης εργασίας, των εργαζομένων. «Δεν μπορεί», σκέφτομαι, «κάποιο λάθος θα ’γινε». Πάνω εκεί, ξαναβγαίνει ο αρμόδιος, αυτός με το ύφος της εξουσίας, και καλεί τον προτελευταίο της δεύτερης πρόσκλησης. «Ακόμη τούτ’ η άνοιξη, ραγιάδες ραγιάδες», που λέει κι ο ποιητής. Διαμαρτύρομαι. Αρχίζω να φωνάζω. Με καλούν μέσα. «Σήμερα θα εκδικάσουμε το αν η ένστασή σας είναι εκπρόθεσμη ή όχι. Αν την κερδίσετε θα σας καλέσουμε ξανά». Ελλάς 2007!
Τι απόγινε; Ειλικρινά, δεν το γνωρίζω. Θα σας ενημερώσω πάντως.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2007
Εναντίον του λαού
Μεγάλη προσπάθεια θα πρέπει να καταβάλω και σ’ ασκήσεις αυτοπειθαρχίας να υποβληθώ για να τα καταφέρω να παρακολουθήσω τα δελτία ειδήσεων έτσι όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση τελικά. Ένα μήνα μόλις και κάτι μέρες μετά τις εκλογές λες κι έπεσαν πάνω μας όλες οι πληγές του Φαραώ μαζεμένες κι ήρθε το κράτος και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του λαού.
Ανατιμήσεις τεράστιες, φρικιαστικές, παντού, επιβολή νέων φόρων, αυξήσεις στους ήδη υπάρχοντες, συντάξεις που δεν θα πάρουμε ποτέ, απειλές, οικονομική τρομοκρατία τέτοια που από μόνη της είναι ικανή να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση. Θα μου πεις, δεν το ήξερα; Δεν το περίμενα; Αναμενόμενο ήταν αλλά όχι κι έτσι. Μια αδύναμη κυβέρνηση, με ισχνή πλειοψηφία, να προχωρήσει τόσο σύντομα σε μια τόσο γενικευμένη επίθεση που τρόμαξε ακόμη και βουλευτές κι υψηλόβαθμα στελέχη της, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορούσα να το φανταστώ. Και το κακό είναι πως δεν φαίνεται διέξοδος. Μια τόσηδα αχτίδα έστω που θα δώσει κουράγιο σ’ ένα λαό παραζαλισμένο. Με το 20%, σύμφωνα με τις σφυγμομετρήσεις, κάτω από τα όρια της φτώχειας και τους άλλους, τους πολλούς, να προσπαθούν μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, να τα φέρουν βόλτα. Κι η αντιπολίτευση; Αυτή που θα έπρεπε να δίνει μάχες καθημερινές, τι κάνει; Αυτή κι αν σφυρίζει αδιάφορα στον δικό της ρυθμό!
Πιάνεται η ψυχή μου κάθε βράδυ, κι ελπίδα καμιά, από πουθενά. Τα κόμματα της Αριστεράς, βολεμένα από το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα, συνεχίζουν τη στείρα πολιτική της καταγγελίας και της άρνησης των πάντων, αφήνοντας στην ουσία ανενόχλητη την κυβέρνηση ν’ αλωνίζει και στο ΠΑΣΟΚ, απ’ όπου ίσως θα είχαμε κάτι να περιμένουμε, γίνεται της επί πληρωμή εκδιδομένης γυναικός, για να χρησιμοποιήσω έναν κάπως πιο ευπρεπή όρο. Όλοι εναντίον του λαού;
Δεν είχα σκοπό ν’ ασχοληθώ με τα εσωκομματικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν το μπορώ το θέμα. Με πονά και με χαλά. Όμως τα όσα απίστευτα βλέπουμε να διαδραματίζονται καθημερινά δεν μπορούν και δεν πρέπει να μείνουν ασχολίαστα. Φταίει ο κ. Σημίτης κι η κυβέρνησή του ισχυρίζονται οι μεν, φταίει η ανεπάρκεια του σημερινού προέδρου αντιτείνουν οι δε. Τα μεγάλα συμφέροντα, επιχειρήσεις τύπου και ΜΜΕ, είναι πίσω από την κρίση καταγγέλλει ο κ. Παπανδρέου, «όφειλες να τους έχεις νικήσει», του απαντά ο κ. Βενιζέλος. Και το ΠΑΣΟΚ, βρε παιδιά; Ο κόσμος του; Οι αστείρευτες δυνάμεις τού ελληνικού λαού που έλεγε ο μακαρίτης ο Ανδρέας, πού πήγαν; Τι έγιναν; Κάποιοι την έκαναν μ’ ελαφρά πηδηματάκια απογοητευμένοι, λέω εγώ, κι οι υπόλοιποι, αποσβολωμένοι, παρακολουθούν έναν αδελφοκτόνο αγώνα του παράλογου που οδηγεί στον αλληλοεξευτελισμό και την αλληλοεξόντωση. Εναντίον του λαού στην ουσία.
Με νύχια και με δόντια πάλεψαν κάποιοι μετά τις εκλογές του 2004 για να μη γίνει συζήτηση για τα αίτια της ήττας. Την ενότητα χρησιμοποιούσαν σαν πρόσχημα και τότε. Να μη θιγούν κάποιοι, να μην αποδοθούν ευθύνες. Το κουκούλωμα των εγκληματικών λαθών, της αλαζονείας, του καθεστωτισμού, όρος για μια επίπλαστη ενότητα. Απαγορευμένη συζήτηση το γιατί το ΠΑΣΟΚ έπαψε να είναι κίνημα λαού. Γιατί έχασε τον εργάτη, τον μικρομεσαίο, τον ελεύθερο επαγγελματία και γιατί ξεφούσκωνε τα λάστιχα των τρακτέρ για να κάμψει την αγωνιστικότητα του αγρότη.
Αποκρατικοποιήσεις στη λογική να πουλήσουμε ό,τι πουλιέται-μέχρι αποθέματα χρυσού πούλησε η Τράπεζα της Ελλάδος-φορομπηχτικές πολιτικές, λιτότητα για τον πολύ λαό και πάλι λιτότητα, την ώρα που οι έξυπνοι πλούτιζαν και δημιουργούσαμε καινούρια τζάκια και γιάπις πολυάσχολους. Απαγορευμένη ακόμη κι η αναφορά για να μη θιγεί, τρομάρα μας, η ιστορία και το έργο του ΠΑΣΟΚ.
Για όλα φταίει ο κ. Σημίτης; Σίγουρα όχι. Κι αν καταλογίζονται πολλά στη διακυβέρνησή του, σίγουρα δεν ήταν ο μόνος υπαίτιος. Και συμφέροντα τον στήριξαν και εταιρείες τύπου και ΜΜΕ. Τον στήριξαν όμως και πάρα πολλά στελέχη και η τότε πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ. Η περίοδος Σημίτη άφησε τεράστιο έργο. Το τίμημα όμως ήταν μεγάλο. Ξεστράτισε το ΠΑΣΟΚ από τον δρόμο του, θάμπωσε το όραμα και ξέφτισε κι έχασε το στίγμα και την ιδεολογία του. Το κοινό συμφέρον υποτάχθηκε στο ατομικό, ατόνησαν οι οργανώσεις και χάθηκε η συντροφικότητα.
Αυτό το ΠΑΣΟΚ παράλαβε ο κ. Παπανδρέου για να πούμε και του στραβού το δίκιο. Ένα κόμμα (;) που πλειοψηφούσε στην Εκάλη και στου Παπάγου κι έχανε στις φτωχογειτονιές και την περιφέρεια. Ένα ΠΑΣΟΚ κατασυκοφαντημένο, διαλυμένο, αφερέγγυο, και μετά από λίγο, ηττημένο. Φταίει ο κ. Παπανδρέου για την παραπέρα πορεία; Και ναι και όχι. Έχει ευθύνη γιατί δεν τόλμησε να κάνει ρίξεις, να το κάνει ομοιογενές και να του δώσει έναν ξεκάθαρο προσανατολισμό. Βοηθήθηκε σ’ αυτό; Όχι όσο έπρεπε. Κάποιοι δεν προσπάθησαν αρκετά, κάποιοι ολιγώρησαν, κάποιοι του την είχαν στημένη.
Το ΠΑΣΟΚ σήμερα είναι σε κρίση βαθύτατη. Όμως κρίσεις έχει περάσει πολλές και ξέρει να τις ξεπερνά, αρκεί να θέλει. Η 11 του Νοέμβρη είναι ανάγκη να αναδείξει έναν Παπανδρέου ισχυρό κι ένα ΠΑΣΟΚ αληθινά ενωμένο. Κι ο κ. Βενιζέλος χρειάζεται, κι ο κ. Σκανδαλίδης, κι εσύ, κι ο καθένας. Να διαλυθούν οι στρατοί, να πέσουν οι τόνοι, και να γίνουν οι απαραίτητες συζητήσεις, οι αναλύσεις κι οτιδήποτε άλλο απαιτηθεί, με στόχο να βγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα που θα το βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσει θέσεις και ιδεολογίες και θα το οδηγήσουν σε νέους, νικηφόρους αυτή τη φορά, αγώνες.
Ανατιμήσεις τεράστιες, φρικιαστικές, παντού, επιβολή νέων φόρων, αυξήσεις στους ήδη υπάρχοντες, συντάξεις που δεν θα πάρουμε ποτέ, απειλές, οικονομική τρομοκρατία τέτοια που από μόνη της είναι ικανή να οδηγήσει κάποιον σε απόγνωση. Θα μου πεις, δεν το ήξερα; Δεν το περίμενα; Αναμενόμενο ήταν αλλά όχι κι έτσι. Μια αδύναμη κυβέρνηση, με ισχνή πλειοψηφία, να προχωρήσει τόσο σύντομα σε μια τόσο γενικευμένη επίθεση που τρόμαξε ακόμη και βουλευτές κι υψηλόβαθμα στελέχη της, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορούσα να το φανταστώ. Και το κακό είναι πως δεν φαίνεται διέξοδος. Μια τόσηδα αχτίδα έστω που θα δώσει κουράγιο σ’ ένα λαό παραζαλισμένο. Με το 20%, σύμφωνα με τις σφυγμομετρήσεις, κάτω από τα όρια της φτώχειας και τους άλλους, τους πολλούς, να προσπαθούν μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, να τα φέρουν βόλτα. Κι η αντιπολίτευση; Αυτή που θα έπρεπε να δίνει μάχες καθημερινές, τι κάνει; Αυτή κι αν σφυρίζει αδιάφορα στον δικό της ρυθμό!
Πιάνεται η ψυχή μου κάθε βράδυ, κι ελπίδα καμιά, από πουθενά. Τα κόμματα της Αριστεράς, βολεμένα από το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα, συνεχίζουν τη στείρα πολιτική της καταγγελίας και της άρνησης των πάντων, αφήνοντας στην ουσία ανενόχλητη την κυβέρνηση ν’ αλωνίζει και στο ΠΑΣΟΚ, απ’ όπου ίσως θα είχαμε κάτι να περιμένουμε, γίνεται της επί πληρωμή εκδιδομένης γυναικός, για να χρησιμοποιήσω έναν κάπως πιο ευπρεπή όρο. Όλοι εναντίον του λαού;
Δεν είχα σκοπό ν’ ασχοληθώ με τα εσωκομματικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν το μπορώ το θέμα. Με πονά και με χαλά. Όμως τα όσα απίστευτα βλέπουμε να διαδραματίζονται καθημερινά δεν μπορούν και δεν πρέπει να μείνουν ασχολίαστα. Φταίει ο κ. Σημίτης κι η κυβέρνησή του ισχυρίζονται οι μεν, φταίει η ανεπάρκεια του σημερινού προέδρου αντιτείνουν οι δε. Τα μεγάλα συμφέροντα, επιχειρήσεις τύπου και ΜΜΕ, είναι πίσω από την κρίση καταγγέλλει ο κ. Παπανδρέου, «όφειλες να τους έχεις νικήσει», του απαντά ο κ. Βενιζέλος. Και το ΠΑΣΟΚ, βρε παιδιά; Ο κόσμος του; Οι αστείρευτες δυνάμεις τού ελληνικού λαού που έλεγε ο μακαρίτης ο Ανδρέας, πού πήγαν; Τι έγιναν; Κάποιοι την έκαναν μ’ ελαφρά πηδηματάκια απογοητευμένοι, λέω εγώ, κι οι υπόλοιποι, αποσβολωμένοι, παρακολουθούν έναν αδελφοκτόνο αγώνα του παράλογου που οδηγεί στον αλληλοεξευτελισμό και την αλληλοεξόντωση. Εναντίον του λαού στην ουσία.
Με νύχια και με δόντια πάλεψαν κάποιοι μετά τις εκλογές του 2004 για να μη γίνει συζήτηση για τα αίτια της ήττας. Την ενότητα χρησιμοποιούσαν σαν πρόσχημα και τότε. Να μη θιγούν κάποιοι, να μην αποδοθούν ευθύνες. Το κουκούλωμα των εγκληματικών λαθών, της αλαζονείας, του καθεστωτισμού, όρος για μια επίπλαστη ενότητα. Απαγορευμένη συζήτηση το γιατί το ΠΑΣΟΚ έπαψε να είναι κίνημα λαού. Γιατί έχασε τον εργάτη, τον μικρομεσαίο, τον ελεύθερο επαγγελματία και γιατί ξεφούσκωνε τα λάστιχα των τρακτέρ για να κάμψει την αγωνιστικότητα του αγρότη.
Αποκρατικοποιήσεις στη λογική να πουλήσουμε ό,τι πουλιέται-μέχρι αποθέματα χρυσού πούλησε η Τράπεζα της Ελλάδος-φορομπηχτικές πολιτικές, λιτότητα για τον πολύ λαό και πάλι λιτότητα, την ώρα που οι έξυπνοι πλούτιζαν και δημιουργούσαμε καινούρια τζάκια και γιάπις πολυάσχολους. Απαγορευμένη ακόμη κι η αναφορά για να μη θιγεί, τρομάρα μας, η ιστορία και το έργο του ΠΑΣΟΚ.
Για όλα φταίει ο κ. Σημίτης; Σίγουρα όχι. Κι αν καταλογίζονται πολλά στη διακυβέρνησή του, σίγουρα δεν ήταν ο μόνος υπαίτιος. Και συμφέροντα τον στήριξαν και εταιρείες τύπου και ΜΜΕ. Τον στήριξαν όμως και πάρα πολλά στελέχη και η τότε πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ. Η περίοδος Σημίτη άφησε τεράστιο έργο. Το τίμημα όμως ήταν μεγάλο. Ξεστράτισε το ΠΑΣΟΚ από τον δρόμο του, θάμπωσε το όραμα και ξέφτισε κι έχασε το στίγμα και την ιδεολογία του. Το κοινό συμφέρον υποτάχθηκε στο ατομικό, ατόνησαν οι οργανώσεις και χάθηκε η συντροφικότητα.
Αυτό το ΠΑΣΟΚ παράλαβε ο κ. Παπανδρέου για να πούμε και του στραβού το δίκιο. Ένα κόμμα (;) που πλειοψηφούσε στην Εκάλη και στου Παπάγου κι έχανε στις φτωχογειτονιές και την περιφέρεια. Ένα ΠΑΣΟΚ κατασυκοφαντημένο, διαλυμένο, αφερέγγυο, και μετά από λίγο, ηττημένο. Φταίει ο κ. Παπανδρέου για την παραπέρα πορεία; Και ναι και όχι. Έχει ευθύνη γιατί δεν τόλμησε να κάνει ρίξεις, να το κάνει ομοιογενές και να του δώσει έναν ξεκάθαρο προσανατολισμό. Βοηθήθηκε σ’ αυτό; Όχι όσο έπρεπε. Κάποιοι δεν προσπάθησαν αρκετά, κάποιοι ολιγώρησαν, κάποιοι του την είχαν στημένη.
Το ΠΑΣΟΚ σήμερα είναι σε κρίση βαθύτατη. Όμως κρίσεις έχει περάσει πολλές και ξέρει να τις ξεπερνά, αρκεί να θέλει. Η 11 του Νοέμβρη είναι ανάγκη να αναδείξει έναν Παπανδρέου ισχυρό κι ένα ΠΑΣΟΚ αληθινά ενωμένο. Κι ο κ. Βενιζέλος χρειάζεται, κι ο κ. Σκανδαλίδης, κι εσύ, κι ο καθένας. Να διαλυθούν οι στρατοί, να πέσουν οι τόνοι, και να γίνουν οι απαραίτητες συζητήσεις, οι αναλύσεις κι οτιδήποτε άλλο απαιτηθεί, με στόχο να βγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα που θα το βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσει θέσεις και ιδεολογίες και θα το οδηγήσουν σε νέους, νικηφόρους αυτή τη φορά, αγώνες.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007
Διεθνές «δίκαιο»
Λήγει η θητεία της Κάρλα Ντε Πόντε, τη θυμάστε βέβαια την ξινή εισαγγελέα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, αυτή την ανέραστη νευρωτική «κυρία» που είχε βάλει σκοπό της ζωής της να καθαρίσει την τέως Γιουγκοσλαβία απ’ ό,τι ξέφυγε από τους αμερικάνικους πυραύλους και τους βομβαρδισμούς από τα αόρατα αεροπλάνα, στέλνοντας στο Διεθνές Δικαστήριο τους Σέρβους ηγέτες και μόνον αυτούς.
Ένας πόλεμος είναι πάντα πόλεμος με εγκλήματα κι από τη μια μεριά κι από την άλλη, θηριωδίες, φοβερές καταστροφές, πόνο και πολύ θάνατο. Πολλοί οι εγκληματίες, πολλοί κι οι υπεύθυνοι αφού όλοι τους χρησιμοποιούν τα ίδια όπλα και τις ίδιες μεθόδους. Σφαγές έκαναν οι Σέρβοι, σφαγές κι οι Μουσουλμάνοι ή μήπως σκορπούσαν ροδοπέταλα οι τελευταίοι; Την πληρώνουν πάντα όμως μόνο οι χαμένοι. Αυτοί που είδαν τη χώρα τους να διαμελίζεται, να σωριάζεται σε ερείπια, οι αδύναμοι, οι νικημένοι, οι καταχτημένοι, αυτοί που τελικά δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. «Ουαί τοις ηττημένοις». Το δίκαιο του ισχυρού σε όλο του το μεγαλείο. Η δικαιοσύνη της σκοπιμότητας, του συμφέροντος και της Pax Americana.
Στην άκρη η Ντε Πόντε κι αναζητούν ήδη τον κατάλληλο διάδοχο, αυτόν που θα φέρει σε πέρας τη βρώμικη δουλειά που είχε αναλάβει, τη διατεταγμένη υπηρεσία που θα ντύσει με νομικά επιχειρήματα ειλημμένες εκ των προτέρων καταδικαστικές αποφάσεις.
Ανακουφίστηκα προς στιγμήν και χάρηκα σαν διάβασα την είδηση. «Στα κομμάτια», σκέφτηκα, «ο νέος μπορεί να είναι καλύτερος», αλλά αμέσως, «Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο / Μην πεις πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως / Πως θα 'ναι το λυκόπουλο, καλύτερο απ’ τον Λύκο / Τότε μονάχα να χαρείς: σαν φύγει ο τελευταίος», θυμήθηκα τους πάντα επίκαιρους στίχους του Βάρναλη.
Ένας πόλεμος είναι πάντα πόλεμος με εγκλήματα κι από τη μια μεριά κι από την άλλη, θηριωδίες, φοβερές καταστροφές, πόνο και πολύ θάνατο. Πολλοί οι εγκληματίες, πολλοί κι οι υπεύθυνοι αφού όλοι τους χρησιμοποιούν τα ίδια όπλα και τις ίδιες μεθόδους. Σφαγές έκαναν οι Σέρβοι, σφαγές κι οι Μουσουλμάνοι ή μήπως σκορπούσαν ροδοπέταλα οι τελευταίοι; Την πληρώνουν πάντα όμως μόνο οι χαμένοι. Αυτοί που είδαν τη χώρα τους να διαμελίζεται, να σωριάζεται σε ερείπια, οι αδύναμοι, οι νικημένοι, οι καταχτημένοι, αυτοί που τελικά δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. «Ουαί τοις ηττημένοις». Το δίκαιο του ισχυρού σε όλο του το μεγαλείο. Η δικαιοσύνη της σκοπιμότητας, του συμφέροντος και της Pax Americana.
Στην άκρη η Ντε Πόντε κι αναζητούν ήδη τον κατάλληλο διάδοχο, αυτόν που θα φέρει σε πέρας τη βρώμικη δουλειά που είχε αναλάβει, τη διατεταγμένη υπηρεσία που θα ντύσει με νομικά επιχειρήματα ειλημμένες εκ των προτέρων καταδικαστικές αποφάσεις.
Ανακουφίστηκα προς στιγμήν και χάρηκα σαν διάβασα την είδηση. «Στα κομμάτια», σκέφτηκα, «ο νέος μπορεί να είναι καλύτερος», αλλά αμέσως, «Όταν πεθαίνει βασιλιάς, μη χαίρεσαι λαουτζίκο / Μην πεις πως θάν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως / Πως θα 'ναι το λυκόπουλο, καλύτερο απ’ τον Λύκο / Τότε μονάχα να χαρείς: σαν φύγει ο τελευταίος», θυμήθηκα τους πάντα επίκαιρους στίχους του Βάρναλη.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Μποναμάς
6 δις ευρώ είναι ο μετεκλογικός μποναμάς της κυβέρνησης. Τόσα θα πληρώσουμε επιπλέον εγώ, εσύ, όλοι μας, με τον καινούριο προϋπολογισμό. Δεν μπορώ να πω τίποτα, δεν μου επιτρέπεται να παραπονεθώ, ούτε και να κατηγορήσω τον κ. Καραμανλή ή τον κ. Αλογοσκούφη. Κι οι δυο μάς είχαν προειδοποιήσει κι οι δυο μέσες άκρες μάς είχαν πει τι μας περιμένει μετά τις εκλογές. Φόροι στα ακίνητα, φορολογική κλίμακα χωρίς τιμαριθμοποίηση που εκμηδενίζει την όποια αύξηση δοθεί, πάγωμα μισθών, φτώχεια και μιζέρια στα κονδύλια για την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό, άνοιγμα του ασφαλιστικού με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ασφαλισμένους και τα δικαιώματά τους.
Το αδηφάγο τέρας, το κράτος που διαμορφώσαμε, θέλει έσοδα ατέλειωτα για να τραφεί κι όχι ό,τι κι ό,τι. Θέλει φόρους που να αγγίζουν τους πολλούς για να εισπράττει περισσότερα χωρίς να θίγει τους οικονομικά ισχυρούς. Θέλει εξομοίωση των πάντων. Καταργείται π.χ. ο φόρος κληρονομιάς σ’ όλα τα ακίνητα, είτε πρόκειται για ένα ταπεινό δυαράκι είτε αφορά πολυτελείς βίλες των δύο και τριών χιλιάδων τετραγωνικών των βορείων προαστίων, πανάκριβα διαμερίσματα του Κολωνακίου και όχι μόνο. 160 εκατομμύρια ευρώ είναι η απώλεια εσόδων από την κατάργηση αυτή, 660 εκατομμύρια θ’ αποφέρει το 1% επί των ακινήτων, χώρια ο ενιαίος φόρος κατοχής μικρών και μεγάλων ιδιοκτησιών. Εξομοίωση και στη φορολογία των καυσίμων. 1 ευρώ θα πωλείται πλέον το πετρέλαιο θέρμανσης για την αντιμετώπιση, τάχα μου, της λαθρεμπορίας και της απώλειας σημαντικών εσόδων κι ο επιπλέον φόρος θα επιστρέφεται, λέει, από τις εφορίες ή τις τράπεζες, δεν έχουν ξεκαθαρίσει ακόμη από πού. Περίεργος είμαι να δω πώς θα λειτουργήσει το νέο μέτρο. Να δω ουρές να φτάνουν στους δρόμους, ταλαιπωρία, διαπληκτισμούς, φασαρία. Να δω τον γεράκο ή τη γριούλα που θα πάει με το μπιτόνι ν’ αγοράσει πετρέλαιο για τη θερμάστρα να στέκεται στην ουρά για να της επιστρέψουν 12 ευρώ. Να δω τον ξύπνιο με την καρότσα του 4Χ4 γεμάτη βαρέλια να φορτώνει πετρέλαιο που θα το χρησιμοποιήσει για την κίνηση του θηρίου που οδηγεί και των υπόλοιπων μηχανημάτων του να παίρνει το τιμολόγιο και να εισπράττει πίσω τον φόρο. Να δω, να δω, τι άλλο να δω από την τύφλα μας τη μαύρη.
Το αδηφάγο τέρας, το κράτος που διαμορφώσαμε, θέλει έσοδα ατέλειωτα για να τραφεί κι όχι ό,τι κι ό,τι. Θέλει φόρους που να αγγίζουν τους πολλούς για να εισπράττει περισσότερα χωρίς να θίγει τους οικονομικά ισχυρούς. Θέλει εξομοίωση των πάντων. Καταργείται π.χ. ο φόρος κληρονομιάς σ’ όλα τα ακίνητα, είτε πρόκειται για ένα ταπεινό δυαράκι είτε αφορά πολυτελείς βίλες των δύο και τριών χιλιάδων τετραγωνικών των βορείων προαστίων, πανάκριβα διαμερίσματα του Κολωνακίου και όχι μόνο. 160 εκατομμύρια ευρώ είναι η απώλεια εσόδων από την κατάργηση αυτή, 660 εκατομμύρια θ’ αποφέρει το 1% επί των ακινήτων, χώρια ο ενιαίος φόρος κατοχής μικρών και μεγάλων ιδιοκτησιών. Εξομοίωση και στη φορολογία των καυσίμων. 1 ευρώ θα πωλείται πλέον το πετρέλαιο θέρμανσης για την αντιμετώπιση, τάχα μου, της λαθρεμπορίας και της απώλειας σημαντικών εσόδων κι ο επιπλέον φόρος θα επιστρέφεται, λέει, από τις εφορίες ή τις τράπεζες, δεν έχουν ξεκαθαρίσει ακόμη από πού. Περίεργος είμαι να δω πώς θα λειτουργήσει το νέο μέτρο. Να δω ουρές να φτάνουν στους δρόμους, ταλαιπωρία, διαπληκτισμούς, φασαρία. Να δω τον γεράκο ή τη γριούλα που θα πάει με το μπιτόνι ν’ αγοράσει πετρέλαιο για τη θερμάστρα να στέκεται στην ουρά για να της επιστρέψουν 12 ευρώ. Να δω τον ξύπνιο με την καρότσα του 4Χ4 γεμάτη βαρέλια να φορτώνει πετρέλαιο που θα το χρησιμοποιήσει για την κίνηση του θηρίου που οδηγεί και των υπόλοιπων μηχανημάτων του να παίρνει το τιμολόγιο και να εισπράττει πίσω τον φόρο. Να δω, να δω, τι άλλο να δω από την τύφλα μας τη μαύρη.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007
Πολιτική ηθική
Ηθική και πολιτική είναι έννοιες που δεν συμβαδίζουν. Δεν πάνε μαζί. Έτσι μας έχουν μάθει, μ’ αυτές μας έχουν μεγαλώσει, τελικά μας έπεισαν και τις έχουμε αποδεχτεί. Στην πολιτική αυτό που μετρά είναι το αποτέλεσμα, γι’ αυτό κι η χρήση θεμιτών κι αθέμιτων μέσων συγχωρείται. Κι αν κάποιος δεν συμφωνεί με τα παραπάνω και τα έχει κάνει τρόπο ζωής, τι γίνεται τότε; Απλά μένει στην άκρη. Απόβλητο της κοινωνίας μας της υποκριτικής, της κοινωνίας του ωχαδελφισμού και του ευκαιριακού συμφέροντος.
Τον τοπικό βουλευτή τον κ. Όθωνα κατηγόρησαν πως ήταν πίσω από τον, άδικο κατά τη γνώμη μου, αποκλεισμό του κ. Νεονάκη, λες κι είχε δύναμη κι επιρροή τόση στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ που να του επιτρέπει να επιβάλλει υποψηφίους και να αποκλείει άλλους. Λες κι ήταν αυτός που άφησε εκτός ψηφοδελτίου τον κ. Κουλούρη, τον κ. Πάχτα κι έχρησε επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας την κ. Γεννηματά. Ο καθένας που πολιτεύεται φιλοδοξεί να εκλεγεί και να εξασφαλίσει μια θέση στη Βουλή. Γι’ αυτό πασχίζει και αγωνίζεται να υποσκελίσει τους συνυποψηφίους του και να αναδειχτεί ο ίδιος. Αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και σ’ αυτά τα πλαίσια είναι υποχρεωμένος να κινηθεί. Αυτονόητο; Όχι για όλους γιατί εδώ βρεθήκαμε θεατές σ’ ένα θέατρο του παραλόγου. Τον λίθο του αναθέματος κίνησαν εναντίον του κ. Όθωνα σχετικοί και άσχετοι. Με το χρονόμετρο μετρούσαν τις ώρες που περνούσαν μέχρι να κάνει δήλωση, καταδικαστική του αποκλεισμού, ο κ. Όθωνας. Αυτονόητο; Ίσως.
Παράκλητο εμφάνισαν τον κ. Λαμπίρη, στενό φίλο της οικογένειας Παπανδρέου, που χρειάστηκε να ταξιδέψει μέχρι το Ρέθυμνο ο αδελφός του προέδρου για να τον πείσει. Γιατί να το κάνει; Αφού είχαν τόσο ισχυρό εκπρόσωπο, προς τι οι παρακλήσεις;
Ανύπαρκτο το οργανωμένο ΠΑΣΟΚ στο Ρέθυμνο, ούτε για δείγμα μια πολιτική κίνηση, για τα μάτια του κόσμου έστω. Κι από κει κι ύστερα ο απόλυτος παραλογισμός. Πίσω από τον κ. Λαμπίρη συσπειρώθηκαν, φύρδην μύγδην, από κομματικά στελέχη μέχρι φιλόδοξοι παράγοντες. Όλοι στη μάχη, με όλα τα μέσα, ακόμη και με την εμπορία του ανθρώπινου πόνου και την εξαργύρωση της όποιας ευγνωμοσύνης.
Δεν τους ενδιέφερε να ενισχυθεί το ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε υπήρξαν κάποιοι που προέτρεπαν αδίστακτα τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν τον αντίπαλο συνδυασμό αν δεν ψήφιζαν τον εκλεκτό τους. Δεν τους ενδιέφερε τόσο να νικήσει ο κ. Λαμπίρης, όσο το να χάσει ο κ. Όθωνας. Ούτε η δυναμική κοινοβουλευτική του παρουσία ούτε οι εκατοντάδες των επερωτήσεων του τους έκαναν ν’ αλλάξουν γνώμη. Ίσως αυτό ήταν που ενοχλούσε.
Οι κάλπες άνοιξαν, ο στόχος επετεύχθη, η πόλις εάλω, τα προσωπεία έπεσαν. Στο Ρέθυμνο, το ΠΑΣΟΚ, ύστερα από πολλά χρόνια, βρέθηκε στη δεύτερη θέση, κι ο κ. Λαμπίρης αποδείχτηκε όχι και τόσο στενός φίλος της οικογένειας Παπανδρέου αφού στην εσωκομματική διαμάχη απέφυγε να πάρει θέση υπέρ του σημερινού προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη κι αυτό όμως το αποτέλεσμα δεν τους ικανοποίησε απόλυτα. Βλέπετε ο εχθρός, ο κ. Όθωνας, κράτησε, δεν εξαφανίστηκε, δεν ισοπεδώθηκε. Πάνω από 9.800 Ρεθεμνιώτες τον τίμησαν με την ψήφο τους κι αυτό δεν τους άρεσε. Η βουλιμική τους διάθεση δεν είχε κορεσθεί. Άρχισαν λοιπόν ψιθυριστά να διαδίδουν πώς, τάχα μου, ο κ. Όθωνας θα έκανε ένσταση και θα κήρυττε έκπτωτο τον εκλεκτό τους, εφευρίσκοντας μόνοι τους και τα επιχειρήματα. Μέχρι που βγήκε ο ίδιος ο κ. Όθωνας και τους ξεμπρόστιασε. «Δεν εξετάζω το ενδεχόμενο να επιδιώξω βουλευτική έδρα στις αίθουσες των δικαστηρίων», τους πέταξε κατάμουτρα και συνέχισε, «δηλώνω κατηγορηματικά πως ΔΕΝ θα αποδεχτώ βουλευτική έδρα ως αποτέλεσμα δικαστικής απόφασης, υπό την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η ίδια κατηγορηματική δημόσια δέσμευση εκ μέρους και των δυο άλλων συνυποψηφίων».
Νομίζω πως καμιά φορά υπάρχουν κι εξαιρέσεις. Πολιτική και ηθική μπορούν και πρέπει ν’ αρχίσουν να συνυπάρχουν.
Τον τοπικό βουλευτή τον κ. Όθωνα κατηγόρησαν πως ήταν πίσω από τον, άδικο κατά τη γνώμη μου, αποκλεισμό του κ. Νεονάκη, λες κι είχε δύναμη κι επιρροή τόση στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ που να του επιτρέπει να επιβάλλει υποψηφίους και να αποκλείει άλλους. Λες κι ήταν αυτός που άφησε εκτός ψηφοδελτίου τον κ. Κουλούρη, τον κ. Πάχτα κι έχρησε επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας την κ. Γεννηματά. Ο καθένας που πολιτεύεται φιλοδοξεί να εκλεγεί και να εξασφαλίσει μια θέση στη Βουλή. Γι’ αυτό πασχίζει και αγωνίζεται να υποσκελίσει τους συνυποψηφίους του και να αναδειχτεί ο ίδιος. Αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού και σ’ αυτά τα πλαίσια είναι υποχρεωμένος να κινηθεί. Αυτονόητο; Όχι για όλους γιατί εδώ βρεθήκαμε θεατές σ’ ένα θέατρο του παραλόγου. Τον λίθο του αναθέματος κίνησαν εναντίον του κ. Όθωνα σχετικοί και άσχετοι. Με το χρονόμετρο μετρούσαν τις ώρες που περνούσαν μέχρι να κάνει δήλωση, καταδικαστική του αποκλεισμού, ο κ. Όθωνας. Αυτονόητο; Ίσως.
Παράκλητο εμφάνισαν τον κ. Λαμπίρη, στενό φίλο της οικογένειας Παπανδρέου, που χρειάστηκε να ταξιδέψει μέχρι το Ρέθυμνο ο αδελφός του προέδρου για να τον πείσει. Γιατί να το κάνει; Αφού είχαν τόσο ισχυρό εκπρόσωπο, προς τι οι παρακλήσεις;
Ανύπαρκτο το οργανωμένο ΠΑΣΟΚ στο Ρέθυμνο, ούτε για δείγμα μια πολιτική κίνηση, για τα μάτια του κόσμου έστω. Κι από κει κι ύστερα ο απόλυτος παραλογισμός. Πίσω από τον κ. Λαμπίρη συσπειρώθηκαν, φύρδην μύγδην, από κομματικά στελέχη μέχρι φιλόδοξοι παράγοντες. Όλοι στη μάχη, με όλα τα μέσα, ακόμη και με την εμπορία του ανθρώπινου πόνου και την εξαργύρωση της όποιας ευγνωμοσύνης.
Δεν τους ενδιέφερε να ενισχυθεί το ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε υπήρξαν κάποιοι που προέτρεπαν αδίστακτα τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν τον αντίπαλο συνδυασμό αν δεν ψήφιζαν τον εκλεκτό τους. Δεν τους ενδιέφερε τόσο να νικήσει ο κ. Λαμπίρης, όσο το να χάσει ο κ. Όθωνας. Ούτε η δυναμική κοινοβουλευτική του παρουσία ούτε οι εκατοντάδες των επερωτήσεων του τους έκαναν ν’ αλλάξουν γνώμη. Ίσως αυτό ήταν που ενοχλούσε.
Οι κάλπες άνοιξαν, ο στόχος επετεύχθη, η πόλις εάλω, τα προσωπεία έπεσαν. Στο Ρέθυμνο, το ΠΑΣΟΚ, ύστερα από πολλά χρόνια, βρέθηκε στη δεύτερη θέση, κι ο κ. Λαμπίρης αποδείχτηκε όχι και τόσο στενός φίλος της οικογένειας Παπανδρέου αφού στην εσωκομματική διαμάχη απέφυγε να πάρει θέση υπέρ του σημερινού προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη κι αυτό όμως το αποτέλεσμα δεν τους ικανοποίησε απόλυτα. Βλέπετε ο εχθρός, ο κ. Όθωνας, κράτησε, δεν εξαφανίστηκε, δεν ισοπεδώθηκε. Πάνω από 9.800 Ρεθεμνιώτες τον τίμησαν με την ψήφο τους κι αυτό δεν τους άρεσε. Η βουλιμική τους διάθεση δεν είχε κορεσθεί. Άρχισαν λοιπόν ψιθυριστά να διαδίδουν πώς, τάχα μου, ο κ. Όθωνας θα έκανε ένσταση και θα κήρυττε έκπτωτο τον εκλεκτό τους, εφευρίσκοντας μόνοι τους και τα επιχειρήματα. Μέχρι που βγήκε ο ίδιος ο κ. Όθωνας και τους ξεμπρόστιασε. «Δεν εξετάζω το ενδεχόμενο να επιδιώξω βουλευτική έδρα στις αίθουσες των δικαστηρίων», τους πέταξε κατάμουτρα και συνέχισε, «δηλώνω κατηγορηματικά πως ΔΕΝ θα αποδεχτώ βουλευτική έδρα ως αποτέλεσμα δικαστικής απόφασης, υπό την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η ίδια κατηγορηματική δημόσια δέσμευση εκ μέρους και των δυο άλλων συνυποψηφίων».
Νομίζω πως καμιά φορά υπάρχουν κι εξαιρέσεις. Πολιτική και ηθική μπορούν και πρέπει ν’ αρχίσουν να συνυπάρχουν.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 20, 2007
Έκαψε το χαρτί του ο κ. Βενιζέλος;
Από την επομένη της εκλογής του κ. Παπανδρέου στη θέση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είχε κατακτήσει τη θέση του Νο 2 του Κινήματος.
Όταν αναφέρεται κάποιος στον κ. Βενιζέλο και στα προσόντα του πρέπει να χρησιμοποιεί πάντοτε υπερθετικό βαθμό. Ιδιαίτερα ευφυής, πληθωρική προσωπικότητα, άριστος χειριστής του λόγου, βαθύς γνώστης των προβλημάτων του λαού, αποτελούσε το βαρύ πυροβολικό του Κόμματος και την ελπίδα για το μέλλον και την παραπέρα πορεία του ΠΑΣΟΚ. Όμως από το βράδυ των εκλογών, σαν κάποια κακή μοίρα να τον έσπρωξε, άρχισε να κάνει τη μια πίσω από την άλλη τις λάθος κινήσεις. Αναφέρω ενδεικτικά:
Λάθος 1ον Η βιασύνη του να δηλώσει «παρών», την ώρα που ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ αποσβολωμένος παρακολουθούσε την έκδοση των αποτελεσμάτων, χτύπησε άσχημα, πολύ άσχημα μάλιστα, κι έδωσε την εντύπωση πως ο κ. Βενιζέλος ήταν «σαν έτοιμος από καιρό» για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του ποιητή.
Λάθος 2ον Η εσπευσμένη συνάντησή του με τον τέως πρωθυπουργό, τον κ. Σημίτη, και οι δηλώσεις του περί «εγγυητή» ερμηνεύτηκαν σαν προσπάθεια να βάλει ξανά στο παιχνίδι, και μάλιστα σαν επικυρίαρχο, τον άνθρωπο που δεν τόλμησε να υπερασπιστεί το έργο του το 2004 κι άφησε άλλους να το κάνουν αυτό.
Λάθος 3ον Η στήριξη της υποψηφιότητάς του από στελέχη που είχαν στιγματιστεί ή περιθωριοποιηθεί έδωσαν λάθος εικόνα και τον αδίκησαν.
Λάθος 4ον Η απάντηση σε χρόνο μηδέν σε κάθε δήλωση του κ. Παπανδρέου με ύφος υπερφίαλο κι η προσπάθεια διόρθωσης των παραπάνω λαθών επέτειναν την αρνητική εικόνα.
Η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ θα ήθελαν τον κ. Βενιζέλο επικεφαλής του Κινήματος, σ’ ένα ΠΑΣΟΚ όμως ενωμένο και δυνατό με νέα ορμή και όραμα και όχι αρχηγό μιας φατρίας. Θα τα καταφέρει άραγε ο πανέξυπνος κ. Βενιζέλος να κάνει εκείνες τις διορθωτικές κινήσεις που απαιτούνται ή απλώς θα δει το άστρο του να τρεμοσβήνει; Και βέβαια πρέπει να περιφρουρηθούν αυστηρά οι διαδικασίες και ν’ αποφεύγονται πράξεις όπως το σημερινό δυσάρεστο περιστατικό που δεν τιμούν την πολιτική και δεν αξίζουν ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στην ιστορία του.
Όταν αναφέρεται κάποιος στον κ. Βενιζέλο και στα προσόντα του πρέπει να χρησιμοποιεί πάντοτε υπερθετικό βαθμό. Ιδιαίτερα ευφυής, πληθωρική προσωπικότητα, άριστος χειριστής του λόγου, βαθύς γνώστης των προβλημάτων του λαού, αποτελούσε το βαρύ πυροβολικό του Κόμματος και την ελπίδα για το μέλλον και την παραπέρα πορεία του ΠΑΣΟΚ. Όμως από το βράδυ των εκλογών, σαν κάποια κακή μοίρα να τον έσπρωξε, άρχισε να κάνει τη μια πίσω από την άλλη τις λάθος κινήσεις. Αναφέρω ενδεικτικά:
Λάθος 1ον Η βιασύνη του να δηλώσει «παρών», την ώρα που ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ αποσβολωμένος παρακολουθούσε την έκδοση των αποτελεσμάτων, χτύπησε άσχημα, πολύ άσχημα μάλιστα, κι έδωσε την εντύπωση πως ο κ. Βενιζέλος ήταν «σαν έτοιμος από καιρό» για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του ποιητή.
Λάθος 2ον Η εσπευσμένη συνάντησή του με τον τέως πρωθυπουργό, τον κ. Σημίτη, και οι δηλώσεις του περί «εγγυητή» ερμηνεύτηκαν σαν προσπάθεια να βάλει ξανά στο παιχνίδι, και μάλιστα σαν επικυρίαρχο, τον άνθρωπο που δεν τόλμησε να υπερασπιστεί το έργο του το 2004 κι άφησε άλλους να το κάνουν αυτό.
Λάθος 3ον Η στήριξη της υποψηφιότητάς του από στελέχη που είχαν στιγματιστεί ή περιθωριοποιηθεί έδωσαν λάθος εικόνα και τον αδίκησαν.
Λάθος 4ον Η απάντηση σε χρόνο μηδέν σε κάθε δήλωση του κ. Παπανδρέου με ύφος υπερφίαλο κι η προσπάθεια διόρθωσης των παραπάνω λαθών επέτειναν την αρνητική εικόνα.
Η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ θα ήθελαν τον κ. Βενιζέλο επικεφαλής του Κινήματος, σ’ ένα ΠΑΣΟΚ όμως ενωμένο και δυνατό με νέα ορμή και όραμα και όχι αρχηγό μιας φατρίας. Θα τα καταφέρει άραγε ο πανέξυπνος κ. Βενιζέλος να κάνει εκείνες τις διορθωτικές κινήσεις που απαιτούνται ή απλώς θα δει το άστρο του να τρεμοσβήνει; Και βέβαια πρέπει να περιφρουρηθούν αυστηρά οι διαδικασίες και ν’ αποφεύγονται πράξεις όπως το σημερινό δυσάρεστο περιστατικό που δεν τιμούν την πολιτική και δεν αξίζουν ούτε στο ΠΑΣΟΚ ούτε στην ιστορία του.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007
Τι έχουν τα έρμα;
«Με τον ήλιο τα βγάζω, με τον ήλιο τα μπάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφούν;» αναρωτιόταν ο βοσκός της ιστορίας κι εμένα αυτό κάτι μου θυμίζει. Οι κάλπες άνοιξαν, ο λαός μίλησε, το αποτέλεσμα βγήκε και το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα είναι ένα: το ΠΑΣΟΚ έχασε. Υπέστη ήττα συντριπτική, όπως λένε οι δημοσιογράφοι και τα κανάλια. Κι όπως πολύ καλά γνωρίζουν όλοι, ο χαμένος πληρώνει τον λογαριασμό. Το ερώτημα είναι ποια ήταν τα αίτια, ποιο το καθοριστικό σημείο εκείνο που οδήγησε σε μια τόσο μεγάλη κι εκτεταμένη ήττα και ποιο θα είναι τελικά το τίμημα. Πολλά θ’ ακουστούν, αναλύσεις θα γίνουν, κάποιοι θα προσπαθήσουν να φέρουν την ήττα και τ’ αποτελέσματά της στα μέτρα τους. Ένα μόνο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: Το ΠΑΣΟΚ δεν έπεισε και κάποιοι φταίνε γι’ αυτό.
Είχε ν’ αντιπαλέψει την, κατά γενική ομολογία, χειρότερη κυβέρνηση από την μεταπολίτευση και μετά. Λάθη, παλινωδίες, κουμπάροι, ομόλογα, βρώμισαν τη χώρα. Από την άλλη, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, σε καιρό ειρήνης, κάηκε η Ελλάδα. Μύρισε καμένη σάρκα ανθρώπων που πέθαναν μόνοι κι αβοήθητοι σ’ ένα σύγχρονο, υποτίθεται, κράτος. Έχασε η κυβέρνηση, είδε τα ποσοστά της τα μειώνονται δραματικά, έχασε όμως πολύ περισσότερο το ΠΑΣΟΚ. Πρωτόγνωρες καταστάσεις. Το κόμμα που φιλοδοξούσε να κυβερνήσει είδε τη δύναμή του να μειώνεται μέχρις εξαφανίσεως.
Δεν έπεισε το ΠΑΣΟΚ. Είχε απέναντι του μια ανίκανη κυβέρνηση που για τριάμισι χρόνια αντί να κυβερνά, αντιπολιτευόταν το ΠΑΣΟΚ, είχε και τα κόμματα της Αριστεράς με την μόνιμη επωδό του δικομματισμού, λες και μέχρι τώρα κι από σήμερα πάλι δεν κυβερνούσε και δεν θα κυβερνά η Δεξιά αλλά ο δικομματισμός, κι όμως δεν έπεισε. Δεν έπεισε γιατί δεν τόλμησε να παραδεχτεί τα λάθη του. Δεν τόλμησε να βγει και να διαχωρίσει τη θέση του από την διακυβέρνηση Σημίτη. Δεν τόλμησε ν’ αποστασιοποιηθεί από τον ηγέτη που αλλοίωσε τη μορφή του Κινήματος. Που άφησε τα περισσότερα στελέχη του στη γωνία και κυβέρνησε με μια ψευτοεκσυγχρονιστική ομάδα. Που το έφτασε στο σημείο να πλειοψηφεί στου Παπάγου και τα βόρεια προάστια και να χάνει στις φτωχογειτονιές του Πειραιά και της Αθήνας. Που έσπασε βίαια τους δεσμούς που το ένωναν με τον μικρομεσαίο, τον μεροκαματιάρη, τον αγρότη, τον μη προνομιούχο.
Είχε αγανακτήσει ο λαός και τους έστειλε στον πάγκο. Άλλαξε ηγεσία κι η εντολή που έδωσε στην καινούρια ήταν πιεστική. «Προχώρα, άλλαξέ τα όλα», ήταν το σύνθημα που δονούσε απ’ άκρου σ’ άκρο την Ελλάδα ολόκληρη. Τι σήμαινε, σε απλά ελληνικά, αυτή η εντολή; Αλλαγή πλεύσης σήμαινε. Ν’ αναγεννηθεί και να ’ρθει το Κίνημα ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο, να του δώσει επιτέλους ελπίδα και όραμα. Έγινε αυτό; Σίγουρα όχι και γι’ αυτό δεν έπεισε. Παράταιρα ανοίγματα σε άλλους χώρους, με πρόσωπα φθαρμένα την ώρα που μιλούσε για ανανέωση, (βλέπε Μάνος, Ανδριανόπουλος, Δαμανάκη, Ανδρουλάκης), περισσότερη σύγχυση έφεραν και περισσότερη ζημιά έκαναν, παρά καλό. Λάθη στις επιλογές προσώπων που μπορεί να ήταν αξιόλογα, αλλά δεν αντιλήφθηκε ποτέ ο λαός ούτε τις ικανότητες ούτε την αναγκαιότητα που τα επέβαλε, (δες Ματσούκα -τι να έγινε άραγε αυτή;- Ξενογιαννακοπούλου, Πατουλίδου, Καραχασάν).
Αποφάσεις εν θερμώ με τον αποκλεισμό δικαίων και αδίκων στην υπόθεση της τροπολογίας Πάχτα, παλινωδίες στο θέμα Νεονάκη που πρώτα τον απόκλεισε από το ψηφοδέλτιο, τον ενθάρρυνε στη συνέχεια για να τον ξανακόψει, κι αμέσως μετά τον ύμνησε, ενέργειες ακατανόητες από τον απλό λαό. Πολιτικές μπερδεμένες με απουσία ουσιαστικού λόγου για τα προβλήματα που απασχολούσαν τους πολλούς κι εμμονή σε θέματα περίεργων μειονοτήτων, που σίγουρα χρειαζόντουσαν, δεν άγγιζαν όμως τον κόσμο που λαχταρούσε για κάτι νέο κι αφαιρούσαν ψήφους αντί για να φέρνουν. Και μετά αναρωτιόμαστε για το «τι έχουν τα έρμα και ψοφούν».
Οι κάλπες έκλεισαν, το αποτέλεσμα βγήκε, η κυβέρνηση -έστω κι αποδυναμωμένη- έχει σαφή εντολή. Ο τόπος χρειάζεται κυβέρνηση για ν’ αντιμετωπιστούν τα πολλά προβλήματα. Το ΠΑΣΟΚ έχασε. Μοιάζει με δρομέα που έτρεχε μόνος του και τα κατάφερε να ’ρθει δεύτερος και καταϊδρωμένος. Και μέσα σ’ όλα τέθηκε και θέμα ηγεσίας. Ψυχραιμία χρειάζεται πάνω απ’ όλα και νηφαλιότητα. Να καθίσουν όλοι μαζί, να βρουν τι έφταιξε, και να επανακαθορίσουν πολιτικές και στρατηγικές. Αυτό προέχει γιατί ο τόπος έχει ανάγκη τη δημοκρατική παράταξη. Χρειάζεται τον άλλο λόγο, αυτόν που θα τον κάνει να πιστέψει πως για την έξοδο από το τέλμα, την ακρίβεια και τη μίζερη καθημερινότητα, υπάρχει κι άλλος δρόμος. Τίποτα δεν τέλειωσε. Ο αγώνας πρέπει ν’ αρχίσει από σήμερα κιόλας.
Υ.Γ. Αλλαγή είχαμε και σε τοπικό επίπεδο. Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι πως δεν θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί ο νομός από την υπόλοιπη Ελλάδα και πως το ΠΑΣΟΚ έχασε για όλους τους παραπάνω λόγους. Εδώ βέβαια είχαμε και μια επιπλέον διαφορά. Ο κ. Λαμπίρης, καθ’ όλα αξιοπρεπής και άριστος επιστήμονας, κέρδισε εύκολα χάρις σε μια ευκαιριακή κι ετερόκλητη συμμαχία που πρέπει να μας προβληματίσει. Μια ευρύτατη συσπείρωση στελεχών και παραγόντων, κόντρα στον τοπικό βουλευτή, του χάρισαν τη νίκη. Κάποιοι, δυστυχώς, έκαναν προσωπικό παιχνίδι, έβγαλαν απωθημένα στην πλάτη του Ρεθεμνιώτικου λαού, κι εύχομαι αυτό να βγει σε καλό. Σίγουρα ο μόνος που δεν φταίει είναι ο κ. Λαμπίρης στον οποίο εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στα δύσκολα καθήκοντα που ανέλαβε. Όσο για τον… ή την… άλλο(η) βουλευτή, όταν ξεκαθαρίσει, εύχομαι κι ελπίζω να προσφέρει τα μέγιστα στο τέως (;) παντέρμο Ρέθυμνο.
Είχε ν’ αντιπαλέψει την, κατά γενική ομολογία, χειρότερη κυβέρνηση από την μεταπολίτευση και μετά. Λάθη, παλινωδίες, κουμπάροι, ομόλογα, βρώμισαν τη χώρα. Από την άλλη, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, σε καιρό ειρήνης, κάηκε η Ελλάδα. Μύρισε καμένη σάρκα ανθρώπων που πέθαναν μόνοι κι αβοήθητοι σ’ ένα σύγχρονο, υποτίθεται, κράτος. Έχασε η κυβέρνηση, είδε τα ποσοστά της τα μειώνονται δραματικά, έχασε όμως πολύ περισσότερο το ΠΑΣΟΚ. Πρωτόγνωρες καταστάσεις. Το κόμμα που φιλοδοξούσε να κυβερνήσει είδε τη δύναμή του να μειώνεται μέχρις εξαφανίσεως.
Δεν έπεισε το ΠΑΣΟΚ. Είχε απέναντι του μια ανίκανη κυβέρνηση που για τριάμισι χρόνια αντί να κυβερνά, αντιπολιτευόταν το ΠΑΣΟΚ, είχε και τα κόμματα της Αριστεράς με την μόνιμη επωδό του δικομματισμού, λες και μέχρι τώρα κι από σήμερα πάλι δεν κυβερνούσε και δεν θα κυβερνά η Δεξιά αλλά ο δικομματισμός, κι όμως δεν έπεισε. Δεν έπεισε γιατί δεν τόλμησε να παραδεχτεί τα λάθη του. Δεν τόλμησε να βγει και να διαχωρίσει τη θέση του από την διακυβέρνηση Σημίτη. Δεν τόλμησε ν’ αποστασιοποιηθεί από τον ηγέτη που αλλοίωσε τη μορφή του Κινήματος. Που άφησε τα περισσότερα στελέχη του στη γωνία και κυβέρνησε με μια ψευτοεκσυγχρονιστική ομάδα. Που το έφτασε στο σημείο να πλειοψηφεί στου Παπάγου και τα βόρεια προάστια και να χάνει στις φτωχογειτονιές του Πειραιά και της Αθήνας. Που έσπασε βίαια τους δεσμούς που το ένωναν με τον μικρομεσαίο, τον μεροκαματιάρη, τον αγρότη, τον μη προνομιούχο.
Είχε αγανακτήσει ο λαός και τους έστειλε στον πάγκο. Άλλαξε ηγεσία κι η εντολή που έδωσε στην καινούρια ήταν πιεστική. «Προχώρα, άλλαξέ τα όλα», ήταν το σύνθημα που δονούσε απ’ άκρου σ’ άκρο την Ελλάδα ολόκληρη. Τι σήμαινε, σε απλά ελληνικά, αυτή η εντολή; Αλλαγή πλεύσης σήμαινε. Ν’ αναγεννηθεί και να ’ρθει το Κίνημα ν’ αγκαλιάσει τον κόσμο, να του δώσει επιτέλους ελπίδα και όραμα. Έγινε αυτό; Σίγουρα όχι και γι’ αυτό δεν έπεισε. Παράταιρα ανοίγματα σε άλλους χώρους, με πρόσωπα φθαρμένα την ώρα που μιλούσε για ανανέωση, (βλέπε Μάνος, Ανδριανόπουλος, Δαμανάκη, Ανδρουλάκης), περισσότερη σύγχυση έφεραν και περισσότερη ζημιά έκαναν, παρά καλό. Λάθη στις επιλογές προσώπων που μπορεί να ήταν αξιόλογα, αλλά δεν αντιλήφθηκε ποτέ ο λαός ούτε τις ικανότητες ούτε την αναγκαιότητα που τα επέβαλε, (δες Ματσούκα -τι να έγινε άραγε αυτή;- Ξενογιαννακοπούλου, Πατουλίδου, Καραχασάν).
Αποφάσεις εν θερμώ με τον αποκλεισμό δικαίων και αδίκων στην υπόθεση της τροπολογίας Πάχτα, παλινωδίες στο θέμα Νεονάκη που πρώτα τον απόκλεισε από το ψηφοδέλτιο, τον ενθάρρυνε στη συνέχεια για να τον ξανακόψει, κι αμέσως μετά τον ύμνησε, ενέργειες ακατανόητες από τον απλό λαό. Πολιτικές μπερδεμένες με απουσία ουσιαστικού λόγου για τα προβλήματα που απασχολούσαν τους πολλούς κι εμμονή σε θέματα περίεργων μειονοτήτων, που σίγουρα χρειαζόντουσαν, δεν άγγιζαν όμως τον κόσμο που λαχταρούσε για κάτι νέο κι αφαιρούσαν ψήφους αντί για να φέρνουν. Και μετά αναρωτιόμαστε για το «τι έχουν τα έρμα και ψοφούν».
Οι κάλπες έκλεισαν, το αποτέλεσμα βγήκε, η κυβέρνηση -έστω κι αποδυναμωμένη- έχει σαφή εντολή. Ο τόπος χρειάζεται κυβέρνηση για ν’ αντιμετωπιστούν τα πολλά προβλήματα. Το ΠΑΣΟΚ έχασε. Μοιάζει με δρομέα που έτρεχε μόνος του και τα κατάφερε να ’ρθει δεύτερος και καταϊδρωμένος. Και μέσα σ’ όλα τέθηκε και θέμα ηγεσίας. Ψυχραιμία χρειάζεται πάνω απ’ όλα και νηφαλιότητα. Να καθίσουν όλοι μαζί, να βρουν τι έφταιξε, και να επανακαθορίσουν πολιτικές και στρατηγικές. Αυτό προέχει γιατί ο τόπος έχει ανάγκη τη δημοκρατική παράταξη. Χρειάζεται τον άλλο λόγο, αυτόν που θα τον κάνει να πιστέψει πως για την έξοδο από το τέλμα, την ακρίβεια και τη μίζερη καθημερινότητα, υπάρχει κι άλλος δρόμος. Τίποτα δεν τέλειωσε. Ο αγώνας πρέπει ν’ αρχίσει από σήμερα κιόλας.
Υ.Γ. Αλλαγή είχαμε και σε τοπικό επίπεδο. Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι πως δεν θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί ο νομός από την υπόλοιπη Ελλάδα και πως το ΠΑΣΟΚ έχασε για όλους τους παραπάνω λόγους. Εδώ βέβαια είχαμε και μια επιπλέον διαφορά. Ο κ. Λαμπίρης, καθ’ όλα αξιοπρεπής και άριστος επιστήμονας, κέρδισε εύκολα χάρις σε μια ευκαιριακή κι ετερόκλητη συμμαχία που πρέπει να μας προβληματίσει. Μια ευρύτατη συσπείρωση στελεχών και παραγόντων, κόντρα στον τοπικό βουλευτή, του χάρισαν τη νίκη. Κάποιοι, δυστυχώς, έκαναν προσωπικό παιχνίδι, έβγαλαν απωθημένα στην πλάτη του Ρεθεμνιώτικου λαού, κι εύχομαι αυτό να βγει σε καλό. Σίγουρα ο μόνος που δεν φταίει είναι ο κ. Λαμπίρης στον οποίο εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία στα δύσκολα καθήκοντα που ανέλαβε. Όσο για τον… ή την… άλλο(η) βουλευτή, όταν ξεκαθαρίσει, εύχομαι κι ελπίζω να προσφέρει τα μέγιστα στο τέως (;) παντέρμο Ρέθυμνο.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2007
Ενός λεπτού σιγή, πολλών λεπτών… κραυγή
«Κι εσύ, λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς…» Αυτά που πίστεψες, γι’ αυτά που σου δημιουργήθηκαν ελπίδες, ένα καλύτερο αύριο που οραματίστηκες, δεν ήταν απατηλό όνειρο. Προεκλογικά λόγια, υποσχέσεις σοβαροφανείς και προγράμματα βαθυστόχαστα ήταν, από ένα κόμμα που αγωνιούσε να σε πείσει πως άλλαξε, πως δεν έχει καμιά σχέση με την παλιά, αμαρτωλή Δεξιά. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν νέοι, ωραίοι οι περισσότεροι, καλλιεργημένοι, με καλές σπουδές στο εξωτερικό κι έναν αέρα κοσμοπολίτη που, όπως και να το κάνουμε, προσελκύει.
Προσπαθούσαν να σου μιλούν απλά, να σε πλησιάσουν, να σε πείσουν. Σου μίλησαν για ένα καλύτερο αύριο, για μια ζωή με όραμα, για τη σύγχρονη αντίληψη. Για μια νέα διακυβέρνηση με ανασύσταση του κράτους, για αγώνα κατά της διαπλοκής, για φροντίδα στους αδύναμους κι ενίσχυση των χαμηλότερων εισοδηματικά τάξεων. Για όλα μίλησαν, όλα τα υποσχέθηκαν. Μέχρι την Αριστερά κόντεψαν ν’ απογυμνώσουν από συνθήματα και να της αποστερήσουν επιχειρήματα.
Σου μίλησαν για μια νέα εποχή με νέες ιδέες και ήθος νέο. Για τη μάχη της καθημερινότητας και τον σεβασμό στον πολίτη. Όλ’ αυτά θα λυνόντουσαν ως δια μαγείας αν τους ψήφιζες και μάλιστα σεμνά και ταπεινά. Δεν σε κατηγορώ που σ’ έπεισαν ούτε τον χαρακτηρισμό του αφελή σου προσάπτω. Ήθελες και τους πίστεψες. Ανάγκη είχες να κρατηθείς από κάπου. Για μια ελπίδα ζούμε, για ένα καλύτερο μέλλον που δικαιούμαστε όλοι στο κάτω κάτω.
Δεν το πολυσκέφτηκες, υποθέτω. Σε συνεπήρε ο ενθουσιασμός, ήθελες να τιμωρήσεις και τους άλλους για τα λάθη και τις παραλείψεις τους, και τους ψήφισες. Ποσοστό μεγάλο τους έδωσες κι εκλογική δύναμη τέτοια που να μπορέσουν άνετα να κυβερνήσουν και να κάνουν ανεμπόδιστα πράξη τις ιδέες και τα οράματά τους.
Νίκη μεγάλη. Πανηγυρισμοί στο κυβερνητικό στρατόπεδο κι εσύ σε στάση αναμονής. Περίοδος χάριτος. Οι πρώτες εξαγγελίες βαρύγδουπες. Απογραφή, βασικός μέτοχος, μάχη κατά της διαπλοκής. Ο χρόνος κυλά πότε αργά, βασανιστικά και πότε πάλι μ’ αστραπιαία ταχύτητα ανάλογα με την εξέλιξη των «μεταρρυθμίσεων» και το μέγεθος της καρπαζιάς που έπεφτε κάθε φορά. Η απογραφή οδήγησε σε μέτρα λιτότητας, αύξηση του ΦΠΑ κι επιτήρηση από την έκπληκτη Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο βασικός μέτοχος δεν πέρασε από τα κοινοτικά όργανα κι ύστερα από ένα θρίλερ απειλών κι εκβιασμών αποσύρθηκε και ξεχάστηκε κι η μάχη κατά της διαπλοκής εγκαταλείφθηκε προτού καν ξεκινήσει.
Τριάμισι χρόνια λιτότητας κι άλλα τόσα απίστευτης κυβερνητικής ανικανότητας είναι πολλά. Πάρα πολλά. Σ’ αυτό το διάστημα γνωρίσαμε τους πραίτορες, μάθαμε τις ζαρντινιέρες που δέρνουν, εμπεδώσαμε τα δομημένα, τους κουμπάρους, τις μίζες. Υποκλοπές, απαγωγές μεταναστών κι ασύμμετρες απειλές, ήταν απλά το κερασάκι στην τούρτα.
«Κι εσύ, λαέ βασανισμένε», τι κάνεις; Τους συγχώρησες τη μια φορά, τους δικαιολόγησες την άλλη, κράτησες το στόμα σφαλιστό την παράλλη, κατάπιες την κοροϊδία των συμβασιούχων, το αλλαλούμ των πανελληνίων, τι άλλο σου μένει τώρα; Βιαστικά προκήρυξαν εκλογές. Μάνι μάνι να τις κάνουν να ξεμπερδεύουν, στον ύπνο να σε πιάσουν, σκέφτηκαν.
Αυτή η κυβέρνηση δεν είναι απλά κακή, είναι επικίνδυνη. Ξεκίνησε τη θητεία της με την πτώση του Σινούκ που σκότωσε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τελείωσε με μια καμένη Ελλάδα. Με όνειρα στ’ αποκαΐδια, με χωριά εξαφανισμένα από τον χάρτη, με 75 νεκρούς. Κάηκαν άνθρωποι στην Ελλάδα του 2007, το πήρατε χαμπάρι; Μόνοι κι αβοήθητοι. Μ’ ένα κράτος ανίκανο να τους προστατέψει και να τους υποστηρίξει. Οι νεκροί είναι πολλοί. Αδικαιολόγητα πολλοί. Πιο πολλοί όμως είναι οι απογοητευμένοι, οι απελπισμένοι, οι θυμωμένοι. Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει. Τώρα! Πριν μας βρουν κι άλλες συμφορές γιατί ο χειμώνας που έρχεται προβλέπεται βαρύς. Σε λίγες μέρες, στην κάλπη, πρέπει να εισπράξει το αντίτιμο του έργου της γιατί εσύ κι εγώ, ο απλός λαός, πονάμε.
Να τιμωρηθεί ο δικομματισμός μας παροτρύνουν τα μικρά κόμματα. Συμφωνώ μαζί τους κι εγώ αλλά, «δεν πρόκειται να συνεργαστούμε ποτέ και με κανέναν», διακηρύσσουν κάποια απ’ αυτά. Τι λες, ρε φίλε; Να σε ψηφίσω δηλαδή, να σ’ ενισχύσω, να τιμωρήσω τον δικομματισμό και ν’ αφήσουμε μια ρημαγμένη χώρα ακυβέρνητη; Ε, όχι, δεν σφάξανε. Αυτή η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, να βρει το κουράγιο και τη δύναμη να προχωρήσει κι ο λαός της, αυτός ο υπέροχος, να μπορέσει να ζήσει ήσυχος επιτέλους.
Προσπαθούσαν να σου μιλούν απλά, να σε πλησιάσουν, να σε πείσουν. Σου μίλησαν για ένα καλύτερο αύριο, για μια ζωή με όραμα, για τη σύγχρονη αντίληψη. Για μια νέα διακυβέρνηση με ανασύσταση του κράτους, για αγώνα κατά της διαπλοκής, για φροντίδα στους αδύναμους κι ενίσχυση των χαμηλότερων εισοδηματικά τάξεων. Για όλα μίλησαν, όλα τα υποσχέθηκαν. Μέχρι την Αριστερά κόντεψαν ν’ απογυμνώσουν από συνθήματα και να της αποστερήσουν επιχειρήματα.
Σου μίλησαν για μια νέα εποχή με νέες ιδέες και ήθος νέο. Για τη μάχη της καθημερινότητας και τον σεβασμό στον πολίτη. Όλ’ αυτά θα λυνόντουσαν ως δια μαγείας αν τους ψήφιζες και μάλιστα σεμνά και ταπεινά. Δεν σε κατηγορώ που σ’ έπεισαν ούτε τον χαρακτηρισμό του αφελή σου προσάπτω. Ήθελες και τους πίστεψες. Ανάγκη είχες να κρατηθείς από κάπου. Για μια ελπίδα ζούμε, για ένα καλύτερο μέλλον που δικαιούμαστε όλοι στο κάτω κάτω.
Δεν το πολυσκέφτηκες, υποθέτω. Σε συνεπήρε ο ενθουσιασμός, ήθελες να τιμωρήσεις και τους άλλους για τα λάθη και τις παραλείψεις τους, και τους ψήφισες. Ποσοστό μεγάλο τους έδωσες κι εκλογική δύναμη τέτοια που να μπορέσουν άνετα να κυβερνήσουν και να κάνουν ανεμπόδιστα πράξη τις ιδέες και τα οράματά τους.
Νίκη μεγάλη. Πανηγυρισμοί στο κυβερνητικό στρατόπεδο κι εσύ σε στάση αναμονής. Περίοδος χάριτος. Οι πρώτες εξαγγελίες βαρύγδουπες. Απογραφή, βασικός μέτοχος, μάχη κατά της διαπλοκής. Ο χρόνος κυλά πότε αργά, βασανιστικά και πότε πάλι μ’ αστραπιαία ταχύτητα ανάλογα με την εξέλιξη των «μεταρρυθμίσεων» και το μέγεθος της καρπαζιάς που έπεφτε κάθε φορά. Η απογραφή οδήγησε σε μέτρα λιτότητας, αύξηση του ΦΠΑ κι επιτήρηση από την έκπληκτη Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο βασικός μέτοχος δεν πέρασε από τα κοινοτικά όργανα κι ύστερα από ένα θρίλερ απειλών κι εκβιασμών αποσύρθηκε και ξεχάστηκε κι η μάχη κατά της διαπλοκής εγκαταλείφθηκε προτού καν ξεκινήσει.
Τριάμισι χρόνια λιτότητας κι άλλα τόσα απίστευτης κυβερνητικής ανικανότητας είναι πολλά. Πάρα πολλά. Σ’ αυτό το διάστημα γνωρίσαμε τους πραίτορες, μάθαμε τις ζαρντινιέρες που δέρνουν, εμπεδώσαμε τα δομημένα, τους κουμπάρους, τις μίζες. Υποκλοπές, απαγωγές μεταναστών κι ασύμμετρες απειλές, ήταν απλά το κερασάκι στην τούρτα.
«Κι εσύ, λαέ βασανισμένε», τι κάνεις; Τους συγχώρησες τη μια φορά, τους δικαιολόγησες την άλλη, κράτησες το στόμα σφαλιστό την παράλλη, κατάπιες την κοροϊδία των συμβασιούχων, το αλλαλούμ των πανελληνίων, τι άλλο σου μένει τώρα; Βιαστικά προκήρυξαν εκλογές. Μάνι μάνι να τις κάνουν να ξεμπερδεύουν, στον ύπνο να σε πιάσουν, σκέφτηκαν.
Αυτή η κυβέρνηση δεν είναι απλά κακή, είναι επικίνδυνη. Ξεκίνησε τη θητεία της με την πτώση του Σινούκ που σκότωσε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τελείωσε με μια καμένη Ελλάδα. Με όνειρα στ’ αποκαΐδια, με χωριά εξαφανισμένα από τον χάρτη, με 75 νεκρούς. Κάηκαν άνθρωποι στην Ελλάδα του 2007, το πήρατε χαμπάρι; Μόνοι κι αβοήθητοι. Μ’ ένα κράτος ανίκανο να τους προστατέψει και να τους υποστηρίξει. Οι νεκροί είναι πολλοί. Αδικαιολόγητα πολλοί. Πιο πολλοί όμως είναι οι απογοητευμένοι, οι απελπισμένοι, οι θυμωμένοι. Αυτή η κυβέρνηση πρέπει να φύγει. Τώρα! Πριν μας βρουν κι άλλες συμφορές γιατί ο χειμώνας που έρχεται προβλέπεται βαρύς. Σε λίγες μέρες, στην κάλπη, πρέπει να εισπράξει το αντίτιμο του έργου της γιατί εσύ κι εγώ, ο απλός λαός, πονάμε.
Να τιμωρηθεί ο δικομματισμός μας παροτρύνουν τα μικρά κόμματα. Συμφωνώ μαζί τους κι εγώ αλλά, «δεν πρόκειται να συνεργαστούμε ποτέ και με κανέναν», διακηρύσσουν κάποια απ’ αυτά. Τι λες, ρε φίλε; Να σε ψηφίσω δηλαδή, να σ’ ενισχύσω, να τιμωρήσω τον δικομματισμό και ν’ αφήσουμε μια ρημαγμένη χώρα ακυβέρνητη; Ε, όχι, δεν σφάξανε. Αυτή η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, να βρει το κουράγιο και τη δύναμη να προχωρήσει κι ο λαός της, αυτός ο υπέροχος, να μπορέσει να ζήσει ήσυχος επιτέλους.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πέμπτη, Αυγούστου 30, 2007
Ασύμμετρα
Δεν υπάρχει καμιά ασύμμετρη απειλή. Υπάρχει ασύμμετρη ανικανότητα. Ασύμμετρη ανευθυνότητα, βλακεία ασύμμετρη υπάρχει.
Ύστερα από την καταστροφή του περιβάλλοντος, το κάψιμο σπιτιών και περιουσιών, ύστερα από την παράλογη απώλεια τόσων ανθρώπινων ψυχών, βάζουν μπουρλότο τώρα και στον τουρισμό. Περίγελος γίναμε. Η μία χώρα μετά την άλλη εκδίδουν ταξιδιωτικές οδηγίες και προειδοποιούν όσους επιθυμούν να ταξιδέψουν πως η Ελλάδα δεν είναι ασφαλής. Η κοιτίδα του πολιτισμού, των μεγάλων έργων, η χώρα που διοργάνωσε την πιο επιτυχημένη Ολυμπιάδα, κατάντησε έρμαιο μιας κυβέρνησης ασύμμετρα επικίνδυνης.
Ουρές οι πυρόπληκτοι για τα περιβόητα 3000 ευρώ της ξεφτίλας κι από κοντά τσιγγάνοι και συμπαθείς μετανάστες που μυρίστηκαν ευκαιρία για λίγο ξεκούραστο ρευστό. Κομματικά παραμάγαζα, θλιβεροί μεσάζοντες του πόνου και της απελπισίας για μια αμφίβολη ψήφο. Οδηγίες μιας κυβέρνησης πανικόβλητης μπροστά στον χαλασμό. Τραπεζικοί υπάλληλοι που λιποθυμούν, αποθέωση του αλαλούμ, Ελλάς 2007!
Για προσπάθεια αποδόμησης του κράτους τόλμησε και μίλησε κάποιος κυβερνητικός. Να αποδομήσει τι, στ’ αλήθεια, ποιος; Μήπως έμεινε και τίποτα όρθιο; Εδώ το μόνο δομημένο που γνωρίσαμε είναι το περίφημο ομόλογο των κ. Αλογοσκούφη και Σια. Πυρκαγιές στα δάση, στις καλλιέργειες, στα σπίτια, παντού. Φωτιές στα μπατζάκια των υποψήφιων φοιτητών με τ’ αποτελέσματα των πανελληνίων ν’ ανακοινώνονται διαφορετικά ανά εβδομάδα. Κάπως σαν αναβαθμολόγηση γραπτών και υποψηφίων μού ακούγεται αυτό.
Και μέσα σ’ όλα οι εκλογές που πλησιάζουν αργά, βασανιστικά. Κι εγώ ο αφελής αναρωτιέμαι… Πόσο λογικό είναι αυτή την εποχή να ψηφίσει κανείς ένα κόμμα που σαν σύμβολό του έχει τον αναμμένο πυρσό; Άραγε θα στείλουμε στην Κίνα την Ολυμπιακή Φλόγα ή ένα μαυρισμένο δαυλό από τους τόσους που υπάρχουν στ’ αποκαΐδια της Ολυμπίας;
Ύστερα από την καταστροφή του περιβάλλοντος, το κάψιμο σπιτιών και περιουσιών, ύστερα από την παράλογη απώλεια τόσων ανθρώπινων ψυχών, βάζουν μπουρλότο τώρα και στον τουρισμό. Περίγελος γίναμε. Η μία χώρα μετά την άλλη εκδίδουν ταξιδιωτικές οδηγίες και προειδοποιούν όσους επιθυμούν να ταξιδέψουν πως η Ελλάδα δεν είναι ασφαλής. Η κοιτίδα του πολιτισμού, των μεγάλων έργων, η χώρα που διοργάνωσε την πιο επιτυχημένη Ολυμπιάδα, κατάντησε έρμαιο μιας κυβέρνησης ασύμμετρα επικίνδυνης.
Ουρές οι πυρόπληκτοι για τα περιβόητα 3000 ευρώ της ξεφτίλας κι από κοντά τσιγγάνοι και συμπαθείς μετανάστες που μυρίστηκαν ευκαιρία για λίγο ξεκούραστο ρευστό. Κομματικά παραμάγαζα, θλιβεροί μεσάζοντες του πόνου και της απελπισίας για μια αμφίβολη ψήφο. Οδηγίες μιας κυβέρνησης πανικόβλητης μπροστά στον χαλασμό. Τραπεζικοί υπάλληλοι που λιποθυμούν, αποθέωση του αλαλούμ, Ελλάς 2007!
Για προσπάθεια αποδόμησης του κράτους τόλμησε και μίλησε κάποιος κυβερνητικός. Να αποδομήσει τι, στ’ αλήθεια, ποιος; Μήπως έμεινε και τίποτα όρθιο; Εδώ το μόνο δομημένο που γνωρίσαμε είναι το περίφημο ομόλογο των κ. Αλογοσκούφη και Σια. Πυρκαγιές στα δάση, στις καλλιέργειες, στα σπίτια, παντού. Φωτιές στα μπατζάκια των υποψήφιων φοιτητών με τ’ αποτελέσματα των πανελληνίων ν’ ανακοινώνονται διαφορετικά ανά εβδομάδα. Κάπως σαν αναβαθμολόγηση γραπτών και υποψηφίων μού ακούγεται αυτό.
Και μέσα σ’ όλα οι εκλογές που πλησιάζουν αργά, βασανιστικά. Κι εγώ ο αφελής αναρωτιέμαι… Πόσο λογικό είναι αυτή την εποχή να ψηφίσει κανείς ένα κόμμα που σαν σύμβολό του έχει τον αναμμένο πυρσό; Άραγε θα στείλουμε στην Κίνα την Ολυμπιακή Φλόγα ή ένα μαυρισμένο δαυλό από τους τόσους που υπάρχουν στ’ αποκαΐδια της Ολυμπίας;
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Τρίτη, Αυγούστου 28, 2007
Βοήθεια!
Πυρκαγιές παντού. Φλόγες ανίκητες, μαυρίλα, αποκαΐδια, θάνατος.
Έλεος. Φτάνει πια. Τα δάκρυα στέγνωσαν, η ελπίδα τελειώνει, η οργή γιγαντώνεται. Η σιωπή δεν αρκεί. Είναι ανεύθυνοι, είναι ανίκανοι και γι’ αυτό επικίνδυνοι. Σ’ εμάς πέφτει το βάρος τώρα πια. Όλοι μαζί. Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας πρέπει. Να φωνάξουμε, να απαιτήσουμε, να εκβιάσουμε αν χρειαστεί.
Ως εδώ! Τούτη η χώρα που γέννησε θεούς κι ανάδειξε πολιτισμούς δεν μπορεί να χαθεί έτσι. Δεν της πρέπει, δεν της πάει να παραδοθεί στην πυρά. Στάχτη τα ιερά, καπνός τα όσια αυτού του τόπου. Εικόνες εφιαλτικές, σκηνές αποκάλυψης, λέξεις αποδυναμωμένες που δεν μπορούν ν’ αποδώσουν στο ελάχιστο την τραγική πραγματικότητα.
Λόγια μπερδεμένα, αισθήματα σβησμένα, μυαλό θολωμένο. Είμαι μόνος κι αδύναμος. Όπως τα παιδιά που κάηκαν στην αγκαλιά της μάνας. Σαν τον εποχικό δασοπυροσβέστη που τον έριξαν χωρίς εξοπλισμό στην καρδιά της φωτιάς. Σταματήστε τους τώρα! Είμαι μόνος. Φοβάμαι! Βοήθεια!
Έλεος. Φτάνει πια. Τα δάκρυα στέγνωσαν, η ελπίδα τελειώνει, η οργή γιγαντώνεται. Η σιωπή δεν αρκεί. Είναι ανεύθυνοι, είναι ανίκανοι και γι’ αυτό επικίνδυνοι. Σ’ εμάς πέφτει το βάρος τώρα πια. Όλοι μαζί. Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας πρέπει. Να φωνάξουμε, να απαιτήσουμε, να εκβιάσουμε αν χρειαστεί.
Ως εδώ! Τούτη η χώρα που γέννησε θεούς κι ανάδειξε πολιτισμούς δεν μπορεί να χαθεί έτσι. Δεν της πρέπει, δεν της πάει να παραδοθεί στην πυρά. Στάχτη τα ιερά, καπνός τα όσια αυτού του τόπου. Εικόνες εφιαλτικές, σκηνές αποκάλυψης, λέξεις αποδυναμωμένες που δεν μπορούν ν’ αποδώσουν στο ελάχιστο την τραγική πραγματικότητα.
Λόγια μπερδεμένα, αισθήματα σβησμένα, μυαλό θολωμένο. Είμαι μόνος κι αδύναμος. Όπως τα παιδιά που κάηκαν στην αγκαλιά της μάνας. Σαν τον εποχικό δασοπυροσβέστη που τον έριξαν χωρίς εξοπλισμό στην καρδιά της φωτιάς. Σταματήστε τους τώρα! Είμαι μόνος. Φοβάμαι! Βοήθεια!
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πέμπτη, Αυγούστου 23, 2007
Ώρα εκλογών… ώρα Ζορμπά
Στον επόμενο τόνο ή ώρα θα είναι… ώρα εκλογών. Στον επόμενο τόνο ή ώρα θα είναι ώρα…ώρα Ζορμπά. «Οι εκλογές θα γίνουν στην ώρα τους», δήλωνε με κάθε επισημότητα ο Πρωθυπουργός. «Στην ώρα τους», επαναλάμβαναν μονότονα οι υπουργοί του και τ’ άλλα μεγαλοστελέχη. Μέχρι που χτύπησε ο ιός Ζορμπά. Μέχρι που έγινε δηλαδή ορατός ο κίνδυνος να διαρρεύσει το περιβόητο πόρισμά του. Για τις 21 Αυγούστου είχε κληθεί σε ακρόαση από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής ο πρώην Εισαγγελέας. Αυτό όμως δεν έπρεπε να γίνει γιατί γνώριζε πολλά. Σκαλίζοντας κάπου είχε φτάσει. Ερευνώντας μεθοδικά κι εξετάζοντας μάρτυρες κάπου είχε καταλήξει. Μπροστά στον κίνδυνο λοιπόν των αποκαλύψεων επιστρατεύτηκε η δικαιολογία της προώθησης των μεταρρυθμίσεων κι η αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας.
Ήταν και τα νομοσχέδια που είχαν κατατεθεί κι αν άνοιγε η Βουλή θα έπρεπε να ψηφιστούν, ήταν που υπήρχε ο κίνδυνος να σκάσει κάποιο καινούριο σκάνδαλο εν μέσω της προεκλογικής περιόδου, ήταν που δεν συνέφερε την κυβέρνηση να έχουν χρόνο να οργανωθούν κατάλληλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης κι αποφάσισε να πάμε σ’ εκλογές εξπρές. Εν τω άμα και το θάμα, που λένε. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε. Από την εξαγγελία, στην κάλπη. Στις παραλίες μάς έπιασαν με τα μαγιό και τις βερμούδες. Άτονη την ήθελε την προεκλογική περίοδο η κυβέρνηση και με το δίκιο της.
Ανανέωση της λαϊκής εντολής ζητά για να ολοκληρώσει, λέει, το έργο της. Την απογραφή, ας πούμε, τον βασικό μέτοχο, τον πολυμέτωπο αγώνα κατά της διαπλοκής. Επίσης την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας με την αύξηση του ΦΠΑ, με την όπως όπως επίλυση του ασφαλιστικού, τη λήψη αντιλαϊκών μέτρων, και μέσα στην αναμπουμπούλα να κουκουλώσουν τις ρεμούλες, τις μίζες, τους κουμπάρους, τα δομημένα και τα αδόμητα ομόλογα και τις βαλίτσες με τις υπόγειες διαδρομές.
«Μαζί για τη νέα διακυβέρνηση», λέει το σύνθημα της κυβερνητικής παράταξης. Με εισαγγελείς σε διατεταγμένη κομματική υπηρεσία αντί της προάσπισης του νόμου και της δικαιοσύνης. Με αρχηγούς ενόπλων δυνάμεων που εγκαταλείπουν την άμυνα της χώρας για μια εκλόγιμη θέση στο επικρατείας.
Τελικά δεν το γλίτωσαν. Το πόρισμα Ζορμπά έσκασε και ξεχύθηκε η βρωμιά κι απλώθηκε. Ζεστό χρήμα, σε βαλίτσες, κατέληξε, λέει, σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο κι ο νοών νοείτο. Κι είναι δικός τους ο κ. Ζορμπάς και δεν μπορούν να τον αμφισβητήσουν. Αυτοί τον είχαν τοποθετήσει στο Υπουργείο Άμυνας, οι ίδιοι και στην Ανεξάρτητη Αρχή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος. Τα νομικά τερτίπια του κ. Κολιοκώστα ελάχιστα θα τους βοηθήσουν τελικά.
Πατσουλί και οποπάναξ για βουλευτές
Οδηγίες προς ναυτιλομένους ή αλλιώς μαθήματα επικοινωνίας προς υποψηφίους βουλευτές περιλαμβάνει το εγχειρίδιο που διανεμήθηκε στους υποψήφιους εθνοπατέρες. Το εγχειρίδιο αυτό που το έχει επιμεληθεί γνωστός συγγραφέας περιλαμβάνει αρκετά. Από το ύφος μιας ομιλίας μέχρι τις λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιεί ο επίδοξος βουλευτής. Απολαύστε κάποια παραδείγματα: «Το ύφος της ομιλίας πρέπει να είναι : καταπέλτης, καταιγιστικό, ήρεμο, σαρκαστικό». «Ανακαλύψτε τη δύναμη των λέξεων. Υπάρχουν αμέτρητες λέξεις για τα αρώματα: ήλεκτρο, πατσουλί, σάνταλο, περγαμόντο, ζαμπέτι, ζυθόχορτο, λυκίσκος, καστόριο, βενζόλη, οποπάναξ». Τέτοια και άλλα πολλά. Μόνο για καθρεφτάκια δεν αναφέρει πουθενά και για χάντρες που θα θαμπώσουν τους ιθαγενείς και θα τους ξεγελάσουν.
Ήταν και τα νομοσχέδια που είχαν κατατεθεί κι αν άνοιγε η Βουλή θα έπρεπε να ψηφιστούν, ήταν που υπήρχε ο κίνδυνος να σκάσει κάποιο καινούριο σκάνδαλο εν μέσω της προεκλογικής περιόδου, ήταν που δεν συνέφερε την κυβέρνηση να έχουν χρόνο να οργανωθούν κατάλληλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης κι αποφάσισε να πάμε σ’ εκλογές εξπρές. Εν τω άμα και το θάμα, που λένε. Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε. Από την εξαγγελία, στην κάλπη. Στις παραλίες μάς έπιασαν με τα μαγιό και τις βερμούδες. Άτονη την ήθελε την προεκλογική περίοδο η κυβέρνηση και με το δίκιο της.
Ανανέωση της λαϊκής εντολής ζητά για να ολοκληρώσει, λέει, το έργο της. Την απογραφή, ας πούμε, τον βασικό μέτοχο, τον πολυμέτωπο αγώνα κατά της διαπλοκής. Επίσης την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομίας με την αύξηση του ΦΠΑ, με την όπως όπως επίλυση του ασφαλιστικού, τη λήψη αντιλαϊκών μέτρων, και μέσα στην αναμπουμπούλα να κουκουλώσουν τις ρεμούλες, τις μίζες, τους κουμπάρους, τα δομημένα και τα αδόμητα ομόλογα και τις βαλίτσες με τις υπόγειες διαδρομές.
«Μαζί για τη νέα διακυβέρνηση», λέει το σύνθημα της κυβερνητικής παράταξης. Με εισαγγελείς σε διατεταγμένη κομματική υπηρεσία αντί της προάσπισης του νόμου και της δικαιοσύνης. Με αρχηγούς ενόπλων δυνάμεων που εγκαταλείπουν την άμυνα της χώρας για μια εκλόγιμη θέση στο επικρατείας.
Τελικά δεν το γλίτωσαν. Το πόρισμα Ζορμπά έσκασε και ξεχύθηκε η βρωμιά κι απλώθηκε. Ζεστό χρήμα, σε βαλίτσες, κατέληξε, λέει, σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο κι ο νοών νοείτο. Κι είναι δικός τους ο κ. Ζορμπάς και δεν μπορούν να τον αμφισβητήσουν. Αυτοί τον είχαν τοποθετήσει στο Υπουργείο Άμυνας, οι ίδιοι και στην Ανεξάρτητη Αρχή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος. Τα νομικά τερτίπια του κ. Κολιοκώστα ελάχιστα θα τους βοηθήσουν τελικά.
Πατσουλί και οποπάναξ για βουλευτές
Οδηγίες προς ναυτιλομένους ή αλλιώς μαθήματα επικοινωνίας προς υποψηφίους βουλευτές περιλαμβάνει το εγχειρίδιο που διανεμήθηκε στους υποψήφιους εθνοπατέρες. Το εγχειρίδιο αυτό που το έχει επιμεληθεί γνωστός συγγραφέας περιλαμβάνει αρκετά. Από το ύφος μιας ομιλίας μέχρι τις λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιεί ο επίδοξος βουλευτής. Απολαύστε κάποια παραδείγματα: «Το ύφος της ομιλίας πρέπει να είναι : καταπέλτης, καταιγιστικό, ήρεμο, σαρκαστικό». «Ανακαλύψτε τη δύναμη των λέξεων. Υπάρχουν αμέτρητες λέξεις για τα αρώματα: ήλεκτρο, πατσουλί, σάνταλο, περγαμόντο, ζαμπέτι, ζυθόχορτο, λυκίσκος, καστόριο, βενζόλη, οποπάναξ». Τέτοια και άλλα πολλά. Μόνο για καθρεφτάκια δεν αναφέρει πουθενά και για χάντρες που θα θαμπώσουν τους ιθαγενείς και θα τους ξεγελάσουν.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πέμπτη, Αυγούστου 16, 2007
Μητσοτακισμός
Παρακολουθήσατε τη συνέντευξη του Επίτιμου; Αν ναι, τότε γνωρίζετε και την ερμηνεία του όρου. "Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, αλήθεια είναι ό,τι ονομάζει ο ίδιος αληθινό".
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πέμπτη, Αυγούστου 09, 2007
Δώσε μου κι εμένα, μπάρμπα!
Ό,τι μπορείς! Ό,τι προαιρείσαι! Έτσι κι αλλιώς τώρα που πήρες φόρα, λίγο παραπάνω, κάτι λιγότερο, δεν έχει και τόση σημασία νομίζω.
Σφίξαν οι ζέστες επικίνδυνα. Είναι κι αυτή η μαυρίλα κι η καταχνιά από τ’ αποκαΐδια που μας πλάκωσε κατακαλόκαιρο, ήρθε η ψυχή και πλάνταξε. Ούτε η μαζική έξοδος στις ακρογιαλιές μάς σώζει ούτε τα «όνειρα θερινής νυκτός» μας θεραπεύουν. Κάτι άλλο, πιο δυνατό, χρειαζόμαστε για να στανιάρουμε, οι εξαρτημένοι. Μην είν’ αυτό; Μην είναι τ’ άλλο; Τίποτα από τα δυο. Ψυχοθεραπεία χρειαζόμαστε ομαδική. Αυτό ’ναι όλο. Μόνο που η δόση πρέπει να ’ναι καλά προσεγμένη, εξαιρετικά ενισχυμένη, για να μας πιάσει.
Θέλεις αυξήσεις σε επιδόματα συνταξιούχων και τα αναδρομικά από τις αυξήσεις στις αποδοχές των δικαστικών; Πάρε! Θέλεις αύξηση της επιδότησης επιτοκίων των στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας αγροτών; Πάρε! Θέλεις αυξήσεις στους μισθούς και τα επιδόματα του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων; Πάρε! Θέλεις χρηματοδότηση προγραμμάτων της Εκκλησίας από το Δ΄ Κ.Π.Σ.; Πάρε! Θέλεις χρηματοδότηση της ψηφιακής τηλεόρασης για άτομα με αναπηρία; Πάρε! Θέλεις να ιδρυθεί ταμείο για την ενίσχυση των φτωχών; Πάρε! Θέλεις χορήγηση επιδόματος στους τρίτεκνους; Πάρε! Θέλεις προγράμματα; Πάρε! Μυαλό θέλεις; Πάρε κι απ’ αυτό!
Πάρε, πάρε, πάρε! Πάρε, κόσμε! Τ’ αφεντικό τρελάθηκε και τα πουλάει τζάμπα! Άντε, τώρα που γυρίζει! Έλα, τώρα που κληρώνει! Τόση δόση αδύνατον να μην πιάσει. Τόση σαπίλα, τέτοια καφρίλα!
Τριάμισι χρόνια τώρα μας άλλαξαν τον … Ανανία. Από τα άδεια ταμεία που παράλαβαν μέχρι την περιβόητη απογραφή που μας οδήγησε στην επιτήρηση, τον βασικό μέτοχο και τον πόλεμο κατά της διαπλοκής που τώρα, μόνο σαν αστεία ακούγονται. Από την άγρια λιτότητα, τους νέους φόρους, την αύξηση του ΦΠΑ, μέχρι τις μίζες, τη ρεμούλα και το μεγάλο φαγοπότι. Από τους κουμπάρους μέχρι τα δομημένα ομόλογα. Από την πλασματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 25% που μας αναγκάζει να πληρώσουμε τα μαλλιοκέφαλά μας στα κοινοτικά ταμεία, μέχρι την υπό όρους άρση της επιτήρησης.
Όπου κι αν άγγιξε το χεράκι τους, σ’ όποιο τομέα κι αν πειραματίστηκαν, τ’ αποτελέσματα τα είδαμε. Κράτος παραλυμένο, υπηρεσίες διαλυμένες, λιωμένες κάτω από το βάρος της πιο σκληρής κομματικοποίησης. Τα πανεπιστήμια κλειστά, καθηγητές, φοιτητές και μαθητές στους δρόμους. Αναρχικοί και κουκουλοφόροι που τσαντίζονται, κηρύσσουν τον πόλεμο στην αστυνομία και τα κάνουν ρημαδιό. Για όλα φταίνε οι άλλοι, οι κακοί, αυτοί που κυβερνούσαν κάποτε. Κι από την άλλη, ούτε ένα έργο καινούριο. Πέτρα στην πέτρα δεν στήθηκε. Ούτε ένα νέο χιλιόμετρο. Προεκλογική κίνηση με εγκαίνια κλεμμένα. Φιέστες σε έργα παλιά. Κορδέλες που κόβονται ξανά και ξανά. Και λόγια μεγάλα. Χιλιοειπωμένα. Αναμασημένα.
Μεταρρυθμίσεις που έμειναν στα λόγια, εξαγγελίες «έπεα πτερόεντα» που πέταξαν και πάνε μαζί με τις ελπίδες, που αποδείχτηκαν φρούδες, ενός λαού πονεμένου. Που όμως τους δίνει, λέει, το προβάδισμα, την παράσταση νίκης, και θεωρεί τον αρχηγό τους «καταλληλότερο».
Ούτε μεταξύ τους δεν κατάφεραν να τα βρουν. Έριδες, ανταγωνισμοί, αποχωρήσεις, εξαναγκασμοί σε παραίτηση. Και τώρα, την ύστατη ώρα της κρίσεως, «πάρτα όλα», μας λένε. Κάθε μέρα και μια καινούρια παροχή, κάθε ώρα κι ένα νέο νομοσχέδιο, που όμως δεν πρόκειται να υλοποιηθεί η πρώτη ούτε να ψηφισθεί το δεύτερο. Το έργο το ’χουμε ξαναδεί. Κάπου εδώ ήρθαμε, πάμε να φύγουμε!
Σφίξαν οι ζέστες επικίνδυνα. Είναι κι αυτή η μαυρίλα κι η καταχνιά από τ’ αποκαΐδια που μας πλάκωσε κατακαλόκαιρο, ήρθε η ψυχή και πλάνταξε. Ούτε η μαζική έξοδος στις ακρογιαλιές μάς σώζει ούτε τα «όνειρα θερινής νυκτός» μας θεραπεύουν. Κάτι άλλο, πιο δυνατό, χρειαζόμαστε για να στανιάρουμε, οι εξαρτημένοι. Μην είν’ αυτό; Μην είναι τ’ άλλο; Τίποτα από τα δυο. Ψυχοθεραπεία χρειαζόμαστε ομαδική. Αυτό ’ναι όλο. Μόνο που η δόση πρέπει να ’ναι καλά προσεγμένη, εξαιρετικά ενισχυμένη, για να μας πιάσει.
Θέλεις αυξήσεις σε επιδόματα συνταξιούχων και τα αναδρομικά από τις αυξήσεις στις αποδοχές των δικαστικών; Πάρε! Θέλεις αύξηση της επιδότησης επιτοκίων των στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας αγροτών; Πάρε! Θέλεις αυξήσεις στους μισθούς και τα επιδόματα του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων; Πάρε! Θέλεις χρηματοδότηση προγραμμάτων της Εκκλησίας από το Δ΄ Κ.Π.Σ.; Πάρε! Θέλεις χρηματοδότηση της ψηφιακής τηλεόρασης για άτομα με αναπηρία; Πάρε! Θέλεις να ιδρυθεί ταμείο για την ενίσχυση των φτωχών; Πάρε! Θέλεις χορήγηση επιδόματος στους τρίτεκνους; Πάρε! Θέλεις προγράμματα; Πάρε! Μυαλό θέλεις; Πάρε κι απ’ αυτό!
Πάρε, πάρε, πάρε! Πάρε, κόσμε! Τ’ αφεντικό τρελάθηκε και τα πουλάει τζάμπα! Άντε, τώρα που γυρίζει! Έλα, τώρα που κληρώνει! Τόση δόση αδύνατον να μην πιάσει. Τόση σαπίλα, τέτοια καφρίλα!
Τριάμισι χρόνια τώρα μας άλλαξαν τον … Ανανία. Από τα άδεια ταμεία που παράλαβαν μέχρι την περιβόητη απογραφή που μας οδήγησε στην επιτήρηση, τον βασικό μέτοχο και τον πόλεμο κατά της διαπλοκής που τώρα, μόνο σαν αστεία ακούγονται. Από την άγρια λιτότητα, τους νέους φόρους, την αύξηση του ΦΠΑ, μέχρι τις μίζες, τη ρεμούλα και το μεγάλο φαγοπότι. Από τους κουμπάρους μέχρι τα δομημένα ομόλογα. Από την πλασματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 25% που μας αναγκάζει να πληρώσουμε τα μαλλιοκέφαλά μας στα κοινοτικά ταμεία, μέχρι την υπό όρους άρση της επιτήρησης.
Όπου κι αν άγγιξε το χεράκι τους, σ’ όποιο τομέα κι αν πειραματίστηκαν, τ’ αποτελέσματα τα είδαμε. Κράτος παραλυμένο, υπηρεσίες διαλυμένες, λιωμένες κάτω από το βάρος της πιο σκληρής κομματικοποίησης. Τα πανεπιστήμια κλειστά, καθηγητές, φοιτητές και μαθητές στους δρόμους. Αναρχικοί και κουκουλοφόροι που τσαντίζονται, κηρύσσουν τον πόλεμο στην αστυνομία και τα κάνουν ρημαδιό. Για όλα φταίνε οι άλλοι, οι κακοί, αυτοί που κυβερνούσαν κάποτε. Κι από την άλλη, ούτε ένα έργο καινούριο. Πέτρα στην πέτρα δεν στήθηκε. Ούτε ένα νέο χιλιόμετρο. Προεκλογική κίνηση με εγκαίνια κλεμμένα. Φιέστες σε έργα παλιά. Κορδέλες που κόβονται ξανά και ξανά. Και λόγια μεγάλα. Χιλιοειπωμένα. Αναμασημένα.
Μεταρρυθμίσεις που έμειναν στα λόγια, εξαγγελίες «έπεα πτερόεντα» που πέταξαν και πάνε μαζί με τις ελπίδες, που αποδείχτηκαν φρούδες, ενός λαού πονεμένου. Που όμως τους δίνει, λέει, το προβάδισμα, την παράσταση νίκης, και θεωρεί τον αρχηγό τους «καταλληλότερο».
Ούτε μεταξύ τους δεν κατάφεραν να τα βρουν. Έριδες, ανταγωνισμοί, αποχωρήσεις, εξαναγκασμοί σε παραίτηση. Και τώρα, την ύστατη ώρα της κρίσεως, «πάρτα όλα», μας λένε. Κάθε μέρα και μια καινούρια παροχή, κάθε ώρα κι ένα νέο νομοσχέδιο, που όμως δεν πρόκειται να υλοποιηθεί η πρώτη ούτε να ψηφισθεί το δεύτερο. Το έργο το ’χουμε ξαναδεί. Κάπου εδώ ήρθαμε, πάμε να φύγουμε!
Δευτέρα, Ιουλίου 30, 2007
Συγχαρητήρια!
Συγχωρήστε με, κύριε της Δημόσιας Τάξης Υπουργέ, που δεν μπορώ να σας συγχαρώ:
για τις πυρκαγιές που μαίνονται ακόμη απ’ άκρη σ’ άκρη
για την έπαρση, την αλαζονεία της εξουσίας, την κομματικοποίηση που διέλυσε την Πυροσβεστική και μετέτρεψε τη χώρα σε «Γη του Πυρός»
για τα δάση που έγιναν παρελθόν, τα καμένα σπίτια, τις επιχειρήσεις που καταστράφηκαν κι εξακολουθούν να καταστρέφονται
για την απόγνωση στην οποία οδηγήσατε ένα ολόκληρο λαό
για τους ανθρώπους και τα ζώα που κάηκαν, τα νεκρά παλικάρια-πυροσβέστες, τους πιλότους που έπεσαν στην εκτέλεση του καθήκοντος, τραγικά θύματα ενός παραλογισμού.
Συγχωρήστε με που δεν μπορώ να σας συγχαρώ επειδή μετατρέψατε την Ελλάδα σ’ αποκαΐδια, μαύρη κληρονομιά στα παιδιά και τα εγγόνια μας.
Η αυτοβαθμολόγηση, και μάλιστα με άριστα, και τα θερμά συγχαρητήρια που ισχυρίζεστε πως δέχεστε είναι τόσο καυτά όσο κι οι ανίκητες πύρινες φλόγες που κατακαίουν τα πάντα μέρα και νύχτα.
Συγχωρήστε με που δεν μπορώ να σας συγχαρώ για την επιμονή σας σ’ αυτή τη θέση που μόνο θλίψη κι αγανάκτηση προκαλεί. Τα παραπέρα λόγια είναι περιττά, γι’ αυτό σιωπώ.
για τις πυρκαγιές που μαίνονται ακόμη απ’ άκρη σ’ άκρη
για την έπαρση, την αλαζονεία της εξουσίας, την κομματικοποίηση που διέλυσε την Πυροσβεστική και μετέτρεψε τη χώρα σε «Γη του Πυρός»
για τα δάση που έγιναν παρελθόν, τα καμένα σπίτια, τις επιχειρήσεις που καταστράφηκαν κι εξακολουθούν να καταστρέφονται
για την απόγνωση στην οποία οδηγήσατε ένα ολόκληρο λαό
για τους ανθρώπους και τα ζώα που κάηκαν, τα νεκρά παλικάρια-πυροσβέστες, τους πιλότους που έπεσαν στην εκτέλεση του καθήκοντος, τραγικά θύματα ενός παραλογισμού.
Συγχωρήστε με που δεν μπορώ να σας συγχαρώ επειδή μετατρέψατε την Ελλάδα σ’ αποκαΐδια, μαύρη κληρονομιά στα παιδιά και τα εγγόνια μας.
Η αυτοβαθμολόγηση, και μάλιστα με άριστα, και τα θερμά συγχαρητήρια που ισχυρίζεστε πως δέχεστε είναι τόσο καυτά όσο κι οι ανίκητες πύρινες φλόγες που κατακαίουν τα πάντα μέρα και νύχτα.
Συγχωρήστε με που δεν μπορώ να σας συγχαρώ για την επιμονή σας σ’ αυτή τη θέση που μόνο θλίψη κι αγανάκτηση προκαλεί. Τα παραπέρα λόγια είναι περιττά, γι’ αυτό σιωπώ.
Δευτέρα, Ιουλίου 23, 2007
Στον κόσμο του παράλογου
«Δημοκρατία είναι η διαδικασία εκείνη με την οποία οι άνθρωποι εκλέγουν ελεύθερα αυτόν που θα του ρίξουν το φταίξιμο», είπε ο Λόρενς Πίτερ. Κι ενώ το γνωρίζουν οι πάντες αυτό, πολλοί σπεύδουν και συνωστίζονται κι αγωνιούν κι αγωνίζονται για να εκλεγούν. Για να γίνουν οι μελλοντικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι, αυτοί στους οποίους θα φορτώσουμε τις αδυναμίες και τα λάθη μας, αυτοί που θα εισπράξουν πρώτοι τον λίθο του αναθέματος.
Άτυπη προεκλογική περίοδος κι εμβρόντητος ο ανυποψίαστος λαός παρακολουθεί τις βίαιες πολιτικές διεργασίες. Αυτές που έχουν ξεφύγει κι έχουν πάρει τη μορφή κανιβαλισμού. Ανθρωποθυσίες κι ανθρωποφαγίες υποψηφίων στον βωμό ενός πολιτικού περιβάλλοντος που σάπισε και μυρίζει. Όλα στη δημιουργία εντυπώσεων, κάθε μέσον για την επικράτηση όχι του πιο ικανού αλλά αυτού που θα προλάβει να σπιλώσει πρώτος. «Εκεί που τελειώνει η λογική αρχίζει ο στρατός», μας μάθαιναν προκειμένου να δικαιολογήσουν τις παράλογες κι ακατανόητες εντολές των ανωτέρων. Μια ελαφριά παραλλαγή του παραπάνω νομίζω πως απεικονίζει πλήρως τη σημερινή πραγματικότητα. «Εκεί που τελειώνει η ηθική αρχίζει η πολιτική», θα μπορούμε να βροντοφωνάζουμε από δω κι ύστερα και να είμαστε κι υπερήφανοι γι’ αυτό. Εκεί φτάσαμε. Δεν αρκεί δυστυχώς σήμερα να είσαι έντιμος και ηθικός. Πρέπει να είσαι και τυχερός και να μην κατηγορηθείς για οτιδήποτε γιατί μετά, «εν τω άδη ουκ έστιν μετάνοια», που λένε κι οι παπάδες. Δεν πα να τρέχεις στα δικαστήρια. Άχρηστες θα σου είναι οι αθωωτικές αποφάσεις, άχρηστες κι οι καταδικαστικές των συκοφαντών. Πάει και τελείωσες επειδή έτσι θέλει το σύστημα το σαθρό, αυτό που μας έχουν επιβάλλει από φόβο μήπως και τους θίξουν οι άλλοι, οι άσπιλοι! Αυτοί που το ψεύδος, τη συκοφαντία, τη μίζα και τη ρεμούλα την ασκούν «κατά συρροήν και κατ’ επάγγελμα». Αλήθεια εκείνοι οι κουμπάροι τι απέγιναν; Τα λεφτά των ταμείων; Κανένα ομόλογο «δομημένο», βρε παιδιά;
Νέοι καιροί, νέα ήθη. Ακούστε δάσκαλοι να τα διδάσκετε στους μαθητές, να γαλουχήσετε μια καινούρια γενιά προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα. Ηθικός κι άρα κατάλληλος για υποψήφιος δεν είναι αυτός που έχει κριθεί από τα δικαστήρια σαν τέτοιος, αλλά αυτός που δεν έχει κατηγορηθεί. Δεν είναι αυτός που πηγαίνει μπροστά, συγκρούεται, προκαλεί, δημιουργεί συμπάθειες κι αντιπάθειες αλλά ο άλλος. Αυτός που περνά απαρατήρητος, που αλλάζει χρώματα κάθε φορά και προσαρμόζεται στο περιβάλλον, που δεν τον υπολογίζει ο αντίπαλος και κατά συνέπεια δεν κατασκευάζει κατηγορίες ψεύτικες εναντίον του, όπως είναι η ακριβής ερμηνεία της συκοφαντίας. Ψεύτικη, κατασκευασμένη κατηγορία. Κι άντε κι είχες την τύχη και σου συνέβη αυτό. Τι θα πρέπει να κάνεις, θα καταφύγεις στα δικαστήρια ζητώντας να λάμψει η αλήθεια που όμως εσένα δεν πρόκειται να σε αποκαταστήσει ή θα καλέσεις τον συκοφάντη σε μονομαχία; Εκεί φτάσαμε; Εκεί θέλουν να μας γυρίσουν; Πιθανόν. Άλλωστε ζούμε στην Ελλάδα, τη χώρα που τους επιφανείς και τους ήρωες τη μια τους στεφάνωνε και την άλλη τους πετούσε σκουπίδια άχρηστα στα Τάρταρα. Για παρακολουθείστε λίγο, σας παρακαλώ, το τέλος αρκετών τέτοιων «ανδρών επιφανών» από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα:
Πυθαγόρας πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην εξορία. Μιλτιάδης πέθανε σε ηλικία 65 ετών στην εξορία. Αριστείδης, ναι ο δίκαιος, σε ηλικία 72 ετών στην εξορία από πείνα. Θεμιστοκλής σε ηλικία 66 ετών στην εξορία. Αισχύλος, ο μεγάλος τραγωδός, σε ηλικία 69 ετών στην εξορία. Περικλής, σε ηλικία 66 ετών στη φυλακή. Φειδίας σε ηλικία 66 ετών στη φυλακή. Αναξαγόρας, σε ηλικία 72 ετών στην εξορία. Ηρόδοτος σε ηλικία 69 ετών στην εξορία. Ικτίνος στην εξορία. Σοφοκλής, 74 ετών στην εξορία. Ευριπίδης 74 ετών στην εξορία. Αλκιβιάδης 48 ετών στην εξορία. Σωκράτης 71 ετών, τον πότισαν κώνειο. Θουκιδίδης 64 ετών στην εξορία. Αριστοφάνης 61 ετών στην εξορία. Πλάτων 80 ετών στην εξορία. Ισοκράτης 99 ετών στην εξορία. Δημοσθένης 62 ετών δηλητηριάστηκε.
Αιτία για όλα αυτά ο φθόνος κι η αχαριστία. Το «κάθισε εσύ στην άκρη ν’ αναλάβω εγώ που τα ξέρω όλα, που είμαι καλύτερος από σένα». Το «κάνε με εμένα πρωθυπουργό για 24 ώρες και θα δεις» που μας κατατρέχει. Και για να μη μου αντιτείνει κάποιος πως αυτά είναι παραμύθια και πού τα θυμήθηκα τώρα, σας υπενθυμίζω μερικά πιο πρόσφατα παρμένα από τη σύγχρονη ιστορία μας. Ο Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πέθανε στην εξορία και δεν επετράπη στο πλοίο που μετέφερε τη σωρό του να προσεγγίσει το λιμάνι του Πειραιά. Ο Κων/νος Καραμανλής έμεινε αυτοεξόριστος για 11 χρόνια στο Παρίσι και τέλος ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε προχωρημένη ηλικία και άρρωστος, συκοφαντήθηκε και σύρθηκε στα δικαστήρια. Αυτά νομίζω πως αρκούν.
Άτυπη προεκλογική περίοδος κι εμβρόντητος ο ανυποψίαστος λαός παρακολουθεί τις βίαιες πολιτικές διεργασίες. Αυτές που έχουν ξεφύγει κι έχουν πάρει τη μορφή κανιβαλισμού. Ανθρωποθυσίες κι ανθρωποφαγίες υποψηφίων στον βωμό ενός πολιτικού περιβάλλοντος που σάπισε και μυρίζει. Όλα στη δημιουργία εντυπώσεων, κάθε μέσον για την επικράτηση όχι του πιο ικανού αλλά αυτού που θα προλάβει να σπιλώσει πρώτος. «Εκεί που τελειώνει η λογική αρχίζει ο στρατός», μας μάθαιναν προκειμένου να δικαιολογήσουν τις παράλογες κι ακατανόητες εντολές των ανωτέρων. Μια ελαφριά παραλλαγή του παραπάνω νομίζω πως απεικονίζει πλήρως τη σημερινή πραγματικότητα. «Εκεί που τελειώνει η ηθική αρχίζει η πολιτική», θα μπορούμε να βροντοφωνάζουμε από δω κι ύστερα και να είμαστε κι υπερήφανοι γι’ αυτό. Εκεί φτάσαμε. Δεν αρκεί δυστυχώς σήμερα να είσαι έντιμος και ηθικός. Πρέπει να είσαι και τυχερός και να μην κατηγορηθείς για οτιδήποτε γιατί μετά, «εν τω άδη ουκ έστιν μετάνοια», που λένε κι οι παπάδες. Δεν πα να τρέχεις στα δικαστήρια. Άχρηστες θα σου είναι οι αθωωτικές αποφάσεις, άχρηστες κι οι καταδικαστικές των συκοφαντών. Πάει και τελείωσες επειδή έτσι θέλει το σύστημα το σαθρό, αυτό που μας έχουν επιβάλλει από φόβο μήπως και τους θίξουν οι άλλοι, οι άσπιλοι! Αυτοί που το ψεύδος, τη συκοφαντία, τη μίζα και τη ρεμούλα την ασκούν «κατά συρροήν και κατ’ επάγγελμα». Αλήθεια εκείνοι οι κουμπάροι τι απέγιναν; Τα λεφτά των ταμείων; Κανένα ομόλογο «δομημένο», βρε παιδιά;
Νέοι καιροί, νέα ήθη. Ακούστε δάσκαλοι να τα διδάσκετε στους μαθητές, να γαλουχήσετε μια καινούρια γενιά προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα. Ηθικός κι άρα κατάλληλος για υποψήφιος δεν είναι αυτός που έχει κριθεί από τα δικαστήρια σαν τέτοιος, αλλά αυτός που δεν έχει κατηγορηθεί. Δεν είναι αυτός που πηγαίνει μπροστά, συγκρούεται, προκαλεί, δημιουργεί συμπάθειες κι αντιπάθειες αλλά ο άλλος. Αυτός που περνά απαρατήρητος, που αλλάζει χρώματα κάθε φορά και προσαρμόζεται στο περιβάλλον, που δεν τον υπολογίζει ο αντίπαλος και κατά συνέπεια δεν κατασκευάζει κατηγορίες ψεύτικες εναντίον του, όπως είναι η ακριβής ερμηνεία της συκοφαντίας. Ψεύτικη, κατασκευασμένη κατηγορία. Κι άντε κι είχες την τύχη και σου συνέβη αυτό. Τι θα πρέπει να κάνεις, θα καταφύγεις στα δικαστήρια ζητώντας να λάμψει η αλήθεια που όμως εσένα δεν πρόκειται να σε αποκαταστήσει ή θα καλέσεις τον συκοφάντη σε μονομαχία; Εκεί φτάσαμε; Εκεί θέλουν να μας γυρίσουν; Πιθανόν. Άλλωστε ζούμε στην Ελλάδα, τη χώρα που τους επιφανείς και τους ήρωες τη μια τους στεφάνωνε και την άλλη τους πετούσε σκουπίδια άχρηστα στα Τάρταρα. Για παρακολουθείστε λίγο, σας παρακαλώ, το τέλος αρκετών τέτοιων «ανδρών επιφανών» από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα:
Πυθαγόρας πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην εξορία. Μιλτιάδης πέθανε σε ηλικία 65 ετών στην εξορία. Αριστείδης, ναι ο δίκαιος, σε ηλικία 72 ετών στην εξορία από πείνα. Θεμιστοκλής σε ηλικία 66 ετών στην εξορία. Αισχύλος, ο μεγάλος τραγωδός, σε ηλικία 69 ετών στην εξορία. Περικλής, σε ηλικία 66 ετών στη φυλακή. Φειδίας σε ηλικία 66 ετών στη φυλακή. Αναξαγόρας, σε ηλικία 72 ετών στην εξορία. Ηρόδοτος σε ηλικία 69 ετών στην εξορία. Ικτίνος στην εξορία. Σοφοκλής, 74 ετών στην εξορία. Ευριπίδης 74 ετών στην εξορία. Αλκιβιάδης 48 ετών στην εξορία. Σωκράτης 71 ετών, τον πότισαν κώνειο. Θουκιδίδης 64 ετών στην εξορία. Αριστοφάνης 61 ετών στην εξορία. Πλάτων 80 ετών στην εξορία. Ισοκράτης 99 ετών στην εξορία. Δημοσθένης 62 ετών δηλητηριάστηκε.
Αιτία για όλα αυτά ο φθόνος κι η αχαριστία. Το «κάθισε εσύ στην άκρη ν’ αναλάβω εγώ που τα ξέρω όλα, που είμαι καλύτερος από σένα». Το «κάνε με εμένα πρωθυπουργό για 24 ώρες και θα δεις» που μας κατατρέχει. Και για να μη μου αντιτείνει κάποιος πως αυτά είναι παραμύθια και πού τα θυμήθηκα τώρα, σας υπενθυμίζω μερικά πιο πρόσφατα παρμένα από τη σύγχρονη ιστορία μας. Ο Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πέθανε στην εξορία και δεν επετράπη στο πλοίο που μετέφερε τη σωρό του να προσεγγίσει το λιμάνι του Πειραιά. Ο Κων/νος Καραμανλής έμεινε αυτοεξόριστος για 11 χρόνια στο Παρίσι και τέλος ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε προχωρημένη ηλικία και άρρωστος, συκοφαντήθηκε και σύρθηκε στα δικαστήρια. Αυτά νομίζω πως αρκούν.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2007
Ο στρατηγός κι ο μετανάστης
Εκδηλώσεις οργανώνονται για τους μετανάστες από κόμματα και φορείς. Για να ευαισθητοποιήσουν τάχα μου την κοινωνία. Κι ήταν το Πανεπιστήμιο Κρήτης που οργάνωσε μια τέτοια σε συνεργασία με τη Σχολή της Αστυνομίας στην πόλη μας. Και κάθισε ο υποστράτηγος Πολύδωρας (διευθυντής των αστυνομικών σχολών κι εξάδελφος του υπουργού) στην πρώτη σειρά και βαριόταν απελπιστικά και τους ομιλητές και τις ομιλίες. Να προβληθεί ήθελε ο άνθρωπος, όχι να τους ακούσει. Κι εκεί που τα προσωπεία έπεσαν εντελώς ήταν όταν ανέβηκε στο βήμα ο κ. Αλί Χαγκ που έλκει την καταγωγή από το Σουδάν. Τι κι αν είναι λαμπρός επιστήμονας ο άνθρωπος (καρδιολόγος στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου), τι κι αν έχει κατακτήσει υψηλότατη αποδοχή στην κοινωνία με την όλη παρουσία του, τι κι αν στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ είχε αναδειχθεί πρώτος σε ψήφους σύνεδρος, δεν παύει όμως να είναι μετανάστης. Δίκαια λοιπόν εισέπραξε την ιερή αγανάκτηση του υποστράτηγου που σκαιότατα του αφαίρεσε τον λόγο. Πάλι καλά δηλαδή που δεν διέταξε να τον συλλάβουν και να τον μαστιγώσουν, έγραφα τότε σε άρθρο μου με τον τίτλο «Μετανάστης φτωχός και μόνος». Και ενθυμούμαι πολύ καλά την αγανάκτηση του κόσμου, των παρευρισκομένων, των φορέων, των απλών πολιτών.
Άρθρα γράφτηκαν πολλά, καταδικαστικά της αυταρχικής συμπεριφοράς του στρατηγού, όλα. Έγινε κάποια προσπάθεια στη συνέχεια ν’ αμβλυνθούν οι εντυπώσεις, κάποιες δικαιολογίες ψέλλισε ο ίδιος, στάλθηκε και στις εφημερίδες μια ανακοίνωση μακροσκελέστατη με τις θέσεις του. Δεν είναι τα πράγματα έτσι, έλεγε, κι ούτε που του πέρασε από το μυαλό να θίξει τον συμπαθέστατο κατά τα άλλα κ. Αλί Χαγκ Μωχάμεντ.
Έληξε η υπόθεση, σκέφτηκα, κι άρχισα ν’ αναζητώ μέσα μου την αιτία της παρεξήγησης. Ίσως να ήταν κουρασμένος, ίσως αγχωμένος με τις τόσες ευθύνες, ίσως η κακή στιγμή που λέμε, άνθρωπος είναι κι αυτός τέλος πάντων, μην τον κρεμάσουμε κιόλας. Το είχα ξεχάσει σαν γεγονός, εδώ έχουν συμβεί τόσα κι άλλα τόσα από τότε, ώσπου…
Ώσπου είδα τον φίλο γιατρό, μπροστά μου, στο γραφείο μου. Το παράπονό του ήθελε να μου πει, τον πόνο του, την αγανάκτησή του να εκφράσει. Αγωγή, λέει, του έκανε ο στρατηγός. Πώς το λέμε, «εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και τα βόδια», κάπως έτσι. Με πήραν τα γέλια. Γέλιο κακό, νευρικό, ασταμάτητο, απ’ αυτό που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Τα ’χασε ο γιατρός βλέποντάς με.
«Γιατί γελάς;» με ρώτησε.
«Γιατί ’ναι για γέλια, γιατρέ», τ’ απάντησα μόλις μπόρεσα. Οι άνθρωποι είναι καταγέλαστοι μόνο που θέλουν προσοχή γιατί ’ναι επικίνδυνοι. Εσύ δηλαδή τι νόμιζες; Πως θα σου τη χάριζαν; Αυτοί λίγο θέλουν ακόμη να μας γυρίσουν στην εποχή του «αποφασίσαμεν και διατάζομεν». Κι όπως τους έχει φουσκώσει τα μυαλά ο εξάδελφος και συνεπώνυμος υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο κ. Πολύδωρας ντε, που μας κάνει και χάρη, που εκτίει ποινήν, γίνονται περισσότερο επιθετικοί. Αδύναμοι είμαστε κι εσύ κι εγώ μπροστά στο μεγαλείο της εξουσίας τους. Γι’ αυτό «μη μιλάς, μη γελάς», σε συμβούλευα σε άρθρο μου παλιότερα. Ή μάλλον γέλα. Κοίτα τους στα μάτια και γέλα. Τα χάνουν κι αντιδρούν σπασμωδικά όπως τώρα με αγωγές και ζητούν διώξεις κι αποζημιώσεις.
Άρθρα γράφτηκαν πολλά, καταδικαστικά της αυταρχικής συμπεριφοράς του στρατηγού, όλα. Έγινε κάποια προσπάθεια στη συνέχεια ν’ αμβλυνθούν οι εντυπώσεις, κάποιες δικαιολογίες ψέλλισε ο ίδιος, στάλθηκε και στις εφημερίδες μια ανακοίνωση μακροσκελέστατη με τις θέσεις του. Δεν είναι τα πράγματα έτσι, έλεγε, κι ούτε που του πέρασε από το μυαλό να θίξει τον συμπαθέστατο κατά τα άλλα κ. Αλί Χαγκ Μωχάμεντ.
Έληξε η υπόθεση, σκέφτηκα, κι άρχισα ν’ αναζητώ μέσα μου την αιτία της παρεξήγησης. Ίσως να ήταν κουρασμένος, ίσως αγχωμένος με τις τόσες ευθύνες, ίσως η κακή στιγμή που λέμε, άνθρωπος είναι κι αυτός τέλος πάντων, μην τον κρεμάσουμε κιόλας. Το είχα ξεχάσει σαν γεγονός, εδώ έχουν συμβεί τόσα κι άλλα τόσα από τότε, ώσπου…
Ώσπου είδα τον φίλο γιατρό, μπροστά μου, στο γραφείο μου. Το παράπονό του ήθελε να μου πει, τον πόνο του, την αγανάκτησή του να εκφράσει. Αγωγή, λέει, του έκανε ο στρατηγός. Πώς το λέμε, «εκεί που μας χρωστούσανε μας πήραν και τα βόδια», κάπως έτσι. Με πήραν τα γέλια. Γέλιο κακό, νευρικό, ασταμάτητο, απ’ αυτό που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Τα ’χασε ο γιατρός βλέποντάς με.
«Γιατί γελάς;» με ρώτησε.
«Γιατί ’ναι για γέλια, γιατρέ», τ’ απάντησα μόλις μπόρεσα. Οι άνθρωποι είναι καταγέλαστοι μόνο που θέλουν προσοχή γιατί ’ναι επικίνδυνοι. Εσύ δηλαδή τι νόμιζες; Πως θα σου τη χάριζαν; Αυτοί λίγο θέλουν ακόμη να μας γυρίσουν στην εποχή του «αποφασίσαμεν και διατάζομεν». Κι όπως τους έχει φουσκώσει τα μυαλά ο εξάδελφος και συνεπώνυμος υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο κ. Πολύδωρας ντε, που μας κάνει και χάρη, που εκτίει ποινήν, γίνονται περισσότερο επιθετικοί. Αδύναμοι είμαστε κι εσύ κι εγώ μπροστά στο μεγαλείο της εξουσίας τους. Γι’ αυτό «μη μιλάς, μη γελάς», σε συμβούλευα σε άρθρο μου παλιότερα. Ή μάλλον γέλα. Κοίτα τους στα μάτια και γέλα. Τα χάνουν κι αντιδρούν σπασμωδικά όπως τώρα με αγωγές και ζητούν διώξεις κι αποζημιώσεις.
Ετικέτες
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2007
Σταματήστε τους τώρα!
Τους εμπρηστές, τους οικοπεδοφάγους, τους κυβερνώντες. Πριν τα κάψουν όλα, πριν τα κάνουν αυθαίρετα, πριν διαλύσουν τα πάντα. Σώστε τα ελάχιστα που απόμειναν. Βγείτε όλοι μπροστά. Ανασκουμπωθείτε. Ας χτυπήσουν οι καμπάνες κι ας πάρουμε τους κουβάδες όπως παλιά. Ο ένας για όλους κι όλοι μαζί για το κοινό καλό. Άλλη λύση δεν υπάρχει αφού εκτροχιάστηκε η μηχανή τού έτσι κι αλλιώς κράτους της πλάκας. Είκοσι τέσσερις ώρες καιγόταν η Πάρνηθα και δεν το ’χαν πάρει είδηση οι ειδήμονες. Οι επιφορτισμένοι μ’ αυτό το καθήκον. Αλήθεια σας λέω. Τυφλώθηκαν, λέει, τα ραντάρ και χρειάστηκε να φτάσει η φωτιά στην κορυφογραμμή και να απειληθεί το καζίνο για να καταλάβουν τι συμβαίνει. Κι ο υπουργός της Δημόσιας Τάξης, ο καθ’ ύλην αρμόδιος, χαριεντιζόταν με τους αγροφύλακες την ώρα που κινδύνευε να καεί η Αθήνα.
Στάχτη η Πάρνηθα, κάρβουνο το Πήλιο, πυρκαγιές στην Ελλάδα ολόκληρη. Απ’ άκρη σ’ άκρη. Σε βουνά και λαγκάδια, στα ηπειρωτικά και στα νησιά. Τίποτα το πράσινο μην απομείνει. Ούτε για δείγμα. Και το τραγικό της υπόθεσης είναι πως οι περισσότερες πυρκαγιές θα μπορούσαν να έχουν προληφθεί ή τουλάχιστον να έχουν κατασβησθεί πριν πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Όπως οι πυρκαγιές που προκλήθηκαν από τους πυλώνες της ΔΕΗ, οι φωτιές από τις παράνομες χωματερές κι από τους δόλιους εμπρηστικούς μηχανισμούς.
Η Ελλάδα καίγεται. Σπίτια, καλλιέργειες, εκμεταλλεύσεις κι εγκαταστάσεις στην πυρά. Η χώρα εν κινδύνω. Για εθνικό πένθος μίλησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πριν από τους νεκρούς μάλιστα. Τους τραγικούς εποχικούς δασοπυροσβέστες που τους έριξαν ανεκπαίδευτους και χωρίς εξοπλισμό βορά στην πύρινη λαίλαπα. Θυσία σ’ έναν κρατικό μηχανισμό κι ένα κράτος της πλάκας που όμως γίνεται επικίνδυνο. Ανθρώπινες σάρκες καμένες πάνω στις πέτρες για την αμέλεια κάποιου, για το ωχ αδελφέ τ’ αλλουνού. Τι να πεις σ’ αυτή τη μάνα, σ’ αυτό τ’ ορφανό, πως ο άνθρωπος ο δικός τους έγινε θυσία σ’ ένα μέρος που πραγματικά δεν είχε να κάψει τίποτα η φωτιά εκτός από αστιβίδες και κάτι φτωχά αγριόπρινα; Κι η σεμνή και ταπεινή μας κυβέρνηση τι κάνει; «Εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια», για να χρησιμοποιήσω του βουλευτή τους, του κ. Άρη Σπηλιωτόπουλου, τα λόγια σαν απάντηση.
Σύγκρουση τρένων με δεκάδες τραυματίες στο κέντρο της Αθήνας. Ευτυχώς χωρίς νεκρούς αυτή τη φορά. Από κάποιου την αμέλεια. Εξαιτίας ενός κομματικού κρατικού μηχανισμού διαλυμένου κι αποχαυνωμένου.
Σταματήστε τους τώρα! Πριν διαλύσουν το σύμπαν. Τη φύση, τη δομή του κράτους, τους θεσμούς. Μετά τη δημόσια διοίκηση, τα ασφαλιστικά ταμεία, τη δικαιοσύνη, παράλαβαν και τις πανελλήνιες εξετάσεις τώρα. Ένας θεσμός είχε απομείνει απείραχτος κι έχαιρε της εμπιστοσύνης όλων. Έχαιρε, γιατί τώρα πάει κι αυτός. Θέματα διαρρέουν και γίνονται αντικείμενο εμπορίας στα φροντιστήρια και γραπτά αλλοιώνονται και βαθμολογούνται ξανά και ξανά. Ο κόπος, η αγωνία, η λαχτάρα των εξεταζομένων, τα όνειρα γονιών και παιδιών, συντρίμμια στις σκοπιμότητες του Υπουργείου Παιδείας και της όποιας κυβερνητικής πολιτικής. Η λέξη ντροπή δεν είναι αρκετή. Ξεφτίζουν οι λέξεις και χάνουν το νόημα όταν έχουν να κάνουν με τόσο μεγάλα εγκλήματα κι η αγανάχτηση κατά μόνας δεν είναι αρκετή. Πρέπει να ενώσουμε τις διαμαρτυρίες μας, να βροντοφωνάξουμε πρέπει, «ως εδώ!»
Στάχτη η Πάρνηθα, κάρβουνο το Πήλιο, πυρκαγιές στην Ελλάδα ολόκληρη. Απ’ άκρη σ’ άκρη. Σε βουνά και λαγκάδια, στα ηπειρωτικά και στα νησιά. Τίποτα το πράσινο μην απομείνει. Ούτε για δείγμα. Και το τραγικό της υπόθεσης είναι πως οι περισσότερες πυρκαγιές θα μπορούσαν να έχουν προληφθεί ή τουλάχιστον να έχουν κατασβησθεί πριν πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Όπως οι πυρκαγιές που προκλήθηκαν από τους πυλώνες της ΔΕΗ, οι φωτιές από τις παράνομες χωματερές κι από τους δόλιους εμπρηστικούς μηχανισμούς.
Η Ελλάδα καίγεται. Σπίτια, καλλιέργειες, εκμεταλλεύσεις κι εγκαταστάσεις στην πυρά. Η χώρα εν κινδύνω. Για εθνικό πένθος μίλησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πριν από τους νεκρούς μάλιστα. Τους τραγικούς εποχικούς δασοπυροσβέστες που τους έριξαν ανεκπαίδευτους και χωρίς εξοπλισμό βορά στην πύρινη λαίλαπα. Θυσία σ’ έναν κρατικό μηχανισμό κι ένα κράτος της πλάκας που όμως γίνεται επικίνδυνο. Ανθρώπινες σάρκες καμένες πάνω στις πέτρες για την αμέλεια κάποιου, για το ωχ αδελφέ τ’ αλλουνού. Τι να πεις σ’ αυτή τη μάνα, σ’ αυτό τ’ ορφανό, πως ο άνθρωπος ο δικός τους έγινε θυσία σ’ ένα μέρος που πραγματικά δεν είχε να κάψει τίποτα η φωτιά εκτός από αστιβίδες και κάτι φτωχά αγριόπρινα; Κι η σεμνή και ταπεινή μας κυβέρνηση τι κάνει; «Εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’ άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια», για να χρησιμοποιήσω του βουλευτή τους, του κ. Άρη Σπηλιωτόπουλου, τα λόγια σαν απάντηση.
Σύγκρουση τρένων με δεκάδες τραυματίες στο κέντρο της Αθήνας. Ευτυχώς χωρίς νεκρούς αυτή τη φορά. Από κάποιου την αμέλεια. Εξαιτίας ενός κομματικού κρατικού μηχανισμού διαλυμένου κι αποχαυνωμένου.
Σταματήστε τους τώρα! Πριν διαλύσουν το σύμπαν. Τη φύση, τη δομή του κράτους, τους θεσμούς. Μετά τη δημόσια διοίκηση, τα ασφαλιστικά ταμεία, τη δικαιοσύνη, παράλαβαν και τις πανελλήνιες εξετάσεις τώρα. Ένας θεσμός είχε απομείνει απείραχτος κι έχαιρε της εμπιστοσύνης όλων. Έχαιρε, γιατί τώρα πάει κι αυτός. Θέματα διαρρέουν και γίνονται αντικείμενο εμπορίας στα φροντιστήρια και γραπτά αλλοιώνονται και βαθμολογούνται ξανά και ξανά. Ο κόπος, η αγωνία, η λαχτάρα των εξεταζομένων, τα όνειρα γονιών και παιδιών, συντρίμμια στις σκοπιμότητες του Υπουργείου Παιδείας και της όποιας κυβερνητικής πολιτικής. Η λέξη ντροπή δεν είναι αρκετή. Ξεφτίζουν οι λέξεις και χάνουν το νόημα όταν έχουν να κάνουν με τόσο μεγάλα εγκλήματα κι η αγανάχτηση κατά μόνας δεν είναι αρκετή. Πρέπει να ενώσουμε τις διαμαρτυρίες μας, να βροντοφωνάξουμε πρέπει, «ως εδώ!»
Δευτέρα, Ιουλίου 02, 2007
ΟΛΟΙ ΦΤΑΙΜΕ
Κι εγώ, ο απλός πολίτης που δεν του δίνει σημασία κανείς, κι εσύ ο ψηφοφόρος, κι οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου, κι οι καλαμαράδες, κι οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών, κι οι δήμαρχοι, κι οι νομάρχες, κι οι βουλευτές, κι οι υπουργοί, κι οι κυβερνήσεις οι τωρινές κι οι προηγούμενες. Για όσα δεν φωνάξαμε, για όσα ξεχάσαμε να απαιτήσουμε, για όσα παρέλειψαν από μόνοι τους να κάνουν. Και νάτα τ’ αποτελέσματα! Τρελάθηκε ο καιρός, μας αρέσει να λέμε για δικαιολογία. Με μόνη τη διαφορά πως δεν τρελαίνονται οι καιροί, αλλά οι άνθρωποι. Που καταστρέφουν και βρωμίζουν τα πάντα γύρω τους. Που μόνο το κέρδος τούς νοιάζει και να περνούν οι ίδιοι καλά. Κι οι άλλοι; Ωχ, αδελφέ, γι’ αυτούς ποιος νοιάζεται! Κι έτσι απλά, το καταστρέψαμε το περιβάλλον. Μπαζώσαμε τα ρέματα, κάψαμε τα δάση και τα χτίσαμε, και την άμμο, κάτω στην παραλία, χώρο για παρκάρισμα την κάναμε κι αυτή για να ’χουμε τόπο ν’ αφήνουμε τ’ αυτοκίνητο που μας έγινε τόσο απαραίτητο και δεν μπορούμε να κάνουμε βήμα χωρίς αυτό.
Όλοι φταίμε. Κι είναι διαρκές το έγκλημα που έχει διαπραχθεί κι εξακολουθεί να διαπράττεται από τους άρχοντες, τους κυβερνήτες, κι εμάς, τους μουζίκους, που τους ανεχόμαστε. Ήρθε π.χ. η ΔΕΗ κι έφερε το ρεύμα και δι’ αυτού την ανάπτυξη. Αλλά το ρεύμα για να μεταφερθεί θέλει στύλους και πυλώνες, απαιτούνται υποσταθμοί και μετασχηματιστές με αρμαθιές τα πιάτα ή όπως αλλιώς τα λένε. Κι όλα αυτά (στύλοι, πυλώνες, μηχανήματα κι εξαρτήματα) τοποθετούνται σε βουνά και σε λαγκάδια, σ’ άγονη γη, χέρσα, σε καλλιεργημένη, σε δάση κι εκτάσεις χορτολιβαδικές. Κι όταν υπερφορτωθούν ή βραχυκυκλώσουν, σπιθίζουν και γίνονται αιτία πυρκαγιάς γιατ’ είναι ασυντήρητα και όχι μόνο.
Από θαύμα γλιτώσαμε τα θύματα προχθές, στο κέντρο του Ρεθύμνου, όταν πήρε φωτιά ο μετασχηματιστής στη γωνία του Κήπου. Αν ήταν άλλη ώρα, σίγουρα θα θρηνούσαμε θύματα αφού από κάτω ακριβώς βρίσκεται η στάση των λεωφορείων. Και φταις εσύ, φίλε μου, κι εγώ, κι όλοι μας που δεν φωνάξαμε τόσο καιρό, που δεν διαμαρτυρηθήκαμε, που δεν απαιτήσαμε. Είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει στάση κάτω ακριβώς από τον μετασχηματιστή; Κι όμως είναι. Ποιος θα κάτσει ν’ ασχοληθεί με τέτοιες λεπτομέρειες σ’ αυτόν τον ρημαδοτόπο που ζούμε; Φταίει κάποιος; Αν φταίει ίσως τον ανακαλύψει κάποτε κάποια ΕΔΕ. Ως τότε όμως «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», που λέει κι ο λαός. Μέχρι δηλαδή να γίνει το επόμενο μπαμ, μέχρι το επόμενο ατύχημα. «Στων αμαρτωλών τη χώρα το Μάη μήνα βρέχει». Και το λένε αυτό γιατί μόνο καταστροφές φέρνει του Μάη το νερό. Και φέτο έβρεξε πολύ. Κι ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα μεγάλωσαν τα χόρτα και θέριεψε η άγρια βλάστηση. Ό,τι χειρότερο δηλαδή για τον κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιάς. Το γνωρίζαμε όλοι. Κι εγώ, κι εσύ, κι οι κυβερνώντες. Όπως γνωρίζαμε πως το φετινό καλοκαίρι δεν θα ’ναι σαν τ’ άλλα. Οι καύσωνες, λέει, θα διαδέχονται ο ένας τον άλλο, συνθήκες ασφυξίας θα δημιουργούνται κάθε τρεις και λίγο, φαινόμενα του καιρού ακραία, η χαρά δηλαδή του εμπρηστή κι ο κίνδυνος ατυχήματος στο μη περαιτέρω. Κι όμως δεν κάναμε τίποτα. Δεν προβλέψαμε, δεν σχεδιάσαμε, δεν πήραμε μέτρα, και καθόμαστε τώρα και κλαίμε πάνω στ’ αποκαΐδια της Πάρνηθας, του Πηλίου κι όπου αλλού. Και στήνονται παιχνίδια πολιτικά κι αντιπαραθέσεις πάνω στων βουνών την ολόμαυρη ράχη για το ποιος φταίει πιο πολύ. Όλοι μας φταίμε, όλοι. Και τα λόγια μας είναι υποκριτικά γιατί μόλις περάσει ο κίνδυνος και δυο τρεις μέρες ακόμη και ξεχαστεί το πράγμα, πάλι «ωχ, αδελφέ», θα πούμε. Μέχρι το επόμενο μπαμ, μέχρι την καταστροφή την επόμενη.
Πέθανε ένας άσημος
Την Πέμπτη το μεσημέρι, στη στάση του λεωφορείου, έπεσε ξερός. Δεν ήταν κανείς επώνυμος ούτε πολίτης επιφανής. Δεν έγραψαν ποτέ γι’ αυτόν οι εφημερίδες κι ούτε και τώρα εκφωνήθηκαν λόγοι επικήδειοι κι επαινετικοί. Φτωχός ήταν κι αδύναμος, χωρίς οικονομικούς πόρους και συγγενείς ικανούς να τον στηρίξουν. Δεν ήταν διανοητικά καθυστερημένος, δεν ήταν ζητιάνος, ούτε αλκοολικός. Απλά ήταν άπορος. Αγαθή ψυχή, με τα πάθη και τα λάθη του, που όμως του κόστισαν ακριβά. Εξήντα χρονών και το μόνο που του είχε μείνει ήταν να κάνει κάποιο μεροκάματο πότε πότε για να τα καταφέρνει να επιβιώνει. Γι’ αυτόν δεν υπήρχε ασφάλιση ούτε σύνταξη κάποια ούτε βοήθημα κανένα. Ένας φτωχούλης ξεχασμένος κι από τον Θεό κι απ’ τους ανθρώπους ήταν. Χωρίς σπίτι, χωρίς περιουσίες, χωρίς ένα γλυκό λόγο, μια παρηγοριά έστω, από κανένα.
Την Πέμπτη το μεσημέρι αισθάνθηκε αδιαθεσία. Ήταν κι ο καύσωνας στο φόρτε του, ίσως και να ’ταν νηστικός. Πού αλλού θα πήγαινε; Στο Νοσοκομείο. Αυτό του πέρασε πρώτα από το μυαλό κι εκεί πήγε. Στις Πρώτες Βοήθειες. Τον πήραν στα σοβαρά; Τον εξέτασαν; Ένας Θεός το ξέρει. Πάντως «δεν έχεις τίποτα», του είπαν και τον ξαπόστειλαν. Πέμπτη μεσημέρι, στο τσίτσιρο της μέρας, στον καύσωνα τον μεγάλο. Πήρε τον δρόμο δειλά δειλά, σιγανά σιγανά, παραπονεμένος. Δεν αισθανόταν καλά κι ίσως και να πεινούσε. Κι εκεί, στη στάση του λεωφορείου, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν κι έπεσε ξερός. Μέχρι να ’ρθει τ’ ασθενοφόρο και να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο απλά «διαπιστώθηκε ο θάνατός του». Και τι έγινε; Ένας φτωχοδιάβολος λιγότερος, την κοινωνία μου…!
Πάντως αυτή, η κοινωνία, το χρέος της το έκανε και με το παραπάνω. Το γραφείο τελετών, ας πούμε, έκανε την κηδεία δωρεάν, κάποιοι χωριανοί μάζεψαν χρήματα για τα υπόλοιπα έξοδα, κι έτσι σώθηκε η τιμή της. Κι αν εδώ πούμε δυο λόγια παραπάνω, με παραδοχή της ενοχής μας θα μοιάζει. Κι αν ένα δάκρυ τα καταφέρει να στάξει, την εξιλέωση θα ’ναι σαν να γυρεύει.
Κωστή, άμε στο καλό κι όσο για τ’ άλλα…
Όλοι φταίμε. Κι είναι διαρκές το έγκλημα που έχει διαπραχθεί κι εξακολουθεί να διαπράττεται από τους άρχοντες, τους κυβερνήτες, κι εμάς, τους μουζίκους, που τους ανεχόμαστε. Ήρθε π.χ. η ΔΕΗ κι έφερε το ρεύμα και δι’ αυτού την ανάπτυξη. Αλλά το ρεύμα για να μεταφερθεί θέλει στύλους και πυλώνες, απαιτούνται υποσταθμοί και μετασχηματιστές με αρμαθιές τα πιάτα ή όπως αλλιώς τα λένε. Κι όλα αυτά (στύλοι, πυλώνες, μηχανήματα κι εξαρτήματα) τοποθετούνται σε βουνά και σε λαγκάδια, σ’ άγονη γη, χέρσα, σε καλλιεργημένη, σε δάση κι εκτάσεις χορτολιβαδικές. Κι όταν υπερφορτωθούν ή βραχυκυκλώσουν, σπιθίζουν και γίνονται αιτία πυρκαγιάς γιατ’ είναι ασυντήρητα και όχι μόνο.
Από θαύμα γλιτώσαμε τα θύματα προχθές, στο κέντρο του Ρεθύμνου, όταν πήρε φωτιά ο μετασχηματιστής στη γωνία του Κήπου. Αν ήταν άλλη ώρα, σίγουρα θα θρηνούσαμε θύματα αφού από κάτω ακριβώς βρίσκεται η στάση των λεωφορείων. Και φταις εσύ, φίλε μου, κι εγώ, κι όλοι μας που δεν φωνάξαμε τόσο καιρό, που δεν διαμαρτυρηθήκαμε, που δεν απαιτήσαμε. Είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει στάση κάτω ακριβώς από τον μετασχηματιστή; Κι όμως είναι. Ποιος θα κάτσει ν’ ασχοληθεί με τέτοιες λεπτομέρειες σ’ αυτόν τον ρημαδοτόπο που ζούμε; Φταίει κάποιος; Αν φταίει ίσως τον ανακαλύψει κάποτε κάποια ΕΔΕ. Ως τότε όμως «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», που λέει κι ο λαός. Μέχρι δηλαδή να γίνει το επόμενο μπαμ, μέχρι το επόμενο ατύχημα. «Στων αμαρτωλών τη χώρα το Μάη μήνα βρέχει». Και το λένε αυτό γιατί μόνο καταστροφές φέρνει του Μάη το νερό. Και φέτο έβρεξε πολύ. Κι ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα μεγάλωσαν τα χόρτα και θέριεψε η άγρια βλάστηση. Ό,τι χειρότερο δηλαδή για τον κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιάς. Το γνωρίζαμε όλοι. Κι εγώ, κι εσύ, κι οι κυβερνώντες. Όπως γνωρίζαμε πως το φετινό καλοκαίρι δεν θα ’ναι σαν τ’ άλλα. Οι καύσωνες, λέει, θα διαδέχονται ο ένας τον άλλο, συνθήκες ασφυξίας θα δημιουργούνται κάθε τρεις και λίγο, φαινόμενα του καιρού ακραία, η χαρά δηλαδή του εμπρηστή κι ο κίνδυνος ατυχήματος στο μη περαιτέρω. Κι όμως δεν κάναμε τίποτα. Δεν προβλέψαμε, δεν σχεδιάσαμε, δεν πήραμε μέτρα, και καθόμαστε τώρα και κλαίμε πάνω στ’ αποκαΐδια της Πάρνηθας, του Πηλίου κι όπου αλλού. Και στήνονται παιχνίδια πολιτικά κι αντιπαραθέσεις πάνω στων βουνών την ολόμαυρη ράχη για το ποιος φταίει πιο πολύ. Όλοι μας φταίμε, όλοι. Και τα λόγια μας είναι υποκριτικά γιατί μόλις περάσει ο κίνδυνος και δυο τρεις μέρες ακόμη και ξεχαστεί το πράγμα, πάλι «ωχ, αδελφέ», θα πούμε. Μέχρι το επόμενο μπαμ, μέχρι την καταστροφή την επόμενη.
Πέθανε ένας άσημος
Την Πέμπτη το μεσημέρι, στη στάση του λεωφορείου, έπεσε ξερός. Δεν ήταν κανείς επώνυμος ούτε πολίτης επιφανής. Δεν έγραψαν ποτέ γι’ αυτόν οι εφημερίδες κι ούτε και τώρα εκφωνήθηκαν λόγοι επικήδειοι κι επαινετικοί. Φτωχός ήταν κι αδύναμος, χωρίς οικονομικούς πόρους και συγγενείς ικανούς να τον στηρίξουν. Δεν ήταν διανοητικά καθυστερημένος, δεν ήταν ζητιάνος, ούτε αλκοολικός. Απλά ήταν άπορος. Αγαθή ψυχή, με τα πάθη και τα λάθη του, που όμως του κόστισαν ακριβά. Εξήντα χρονών και το μόνο που του είχε μείνει ήταν να κάνει κάποιο μεροκάματο πότε πότε για να τα καταφέρνει να επιβιώνει. Γι’ αυτόν δεν υπήρχε ασφάλιση ούτε σύνταξη κάποια ούτε βοήθημα κανένα. Ένας φτωχούλης ξεχασμένος κι από τον Θεό κι απ’ τους ανθρώπους ήταν. Χωρίς σπίτι, χωρίς περιουσίες, χωρίς ένα γλυκό λόγο, μια παρηγοριά έστω, από κανένα.
Την Πέμπτη το μεσημέρι αισθάνθηκε αδιαθεσία. Ήταν κι ο καύσωνας στο φόρτε του, ίσως και να ’ταν νηστικός. Πού αλλού θα πήγαινε; Στο Νοσοκομείο. Αυτό του πέρασε πρώτα από το μυαλό κι εκεί πήγε. Στις Πρώτες Βοήθειες. Τον πήραν στα σοβαρά; Τον εξέτασαν; Ένας Θεός το ξέρει. Πάντως «δεν έχεις τίποτα», του είπαν και τον ξαπόστειλαν. Πέμπτη μεσημέρι, στο τσίτσιρο της μέρας, στον καύσωνα τον μεγάλο. Πήρε τον δρόμο δειλά δειλά, σιγανά σιγανά, παραπονεμένος. Δεν αισθανόταν καλά κι ίσως και να πεινούσε. Κι εκεί, στη στάση του λεωφορείου, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν κι έπεσε ξερός. Μέχρι να ’ρθει τ’ ασθενοφόρο και να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο απλά «διαπιστώθηκε ο θάνατός του». Και τι έγινε; Ένας φτωχοδιάβολος λιγότερος, την κοινωνία μου…!
Πάντως αυτή, η κοινωνία, το χρέος της το έκανε και με το παραπάνω. Το γραφείο τελετών, ας πούμε, έκανε την κηδεία δωρεάν, κάποιοι χωριανοί μάζεψαν χρήματα για τα υπόλοιπα έξοδα, κι έτσι σώθηκε η τιμή της. Κι αν εδώ πούμε δυο λόγια παραπάνω, με παραδοχή της ενοχής μας θα μοιάζει. Κι αν ένα δάκρυ τα καταφέρει να στάξει, την εξιλέωση θα ’ναι σαν να γυρεύει.
Κωστή, άμε στο καλό κι όσο για τ’ άλλα…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)